Τραγωδία καί Δημοκρατία

Τραγωδία καί Δημοκρατία

Του Φώτη Σχοινά*

«Θά πρεπε νά εχαριστήσουμε τήν λλάδα. Εναι Δύση πού χρωστάει στήν λλάδα. φιλοσοφία, δημοκρατία, τραγωδία… Πάντα ξεχνμε τή σχέση νάμεσα  στήν τραγωδία καί τή δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλ δέν θά πρχε Περικλς. Χωρίς τόν Περικλ δέν θά πρχε Σοφοκλς».

(Ζάν Λύκ Γκοντάρ)

1. Εσαγωγή

       Ἡ τραγωδία εἶναι ἀποκλειστικό προϊόν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ὅπως καί ἡ δημοκρατία. Θέατρο ἔχουμε καί σέ ἄλλους Ἀνατολικούς λαούς, τραγωδία ὅμως ὄχι. Μάλιστα οἱ τῦχες τῆς τραγωδίας καί τῆς δημοκρατίας βαίνουν παραλλήλως. Ἡ τραγωδία γεννιέται ὅταν γεννιέται ἡ δημοκρατία καί στερεύει ὅταν ἡ δημοκρατία παρακμάζει ὁριστικά. Οὐσιαστικά ἡ τραγωδία ζεῖ τόν 5ο αἰώνα, ὅσο καί ἡ ἀκμή τῆς δημοκρατίας. Τόν 4ο αἰώνα δέν ἔχουμε πιά μεγάλους τραγικούς ποιητές. Βέβαια ἡ δημοκρατία διατηρεῖται ἐν ζωῇ, ἀλλά σέ παρακμή, γιά ἕνα ἀκόμα αἰώνα περίπου ὡς τό 322 π.Χ, ὁπότε πεθαίνει ὁριστικά.

Εἶναι ἑπομένως λογικό καί ἀκόμη ἐντελῶς βάσιμο νά ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνας ὀργανικός, ἐσωτερικός καί αἰτιώδης δεσμός ἀνάμεσα στήν τραγωδία καί τή δημοκρατία. Ἡ κοινή τους μοῖρα δέν εἶναι μόνο ψιλή χρονική σύμπτωση. δημοκρατία συνδέεται ατιωδς μέ τήν τραγωδία, σέ βαθμό πού ἡ τελευταία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τήν πρώτη. Ἡ δημοκρατία εἶναι ἡ μήτρα πού κυοφόρησε καί ἔκανε νά ἀνθίσει καί νά καρπίσει ἡ τραγωδία.

Ὅπως ἐσημειώσαμε μόλις ἀνωτέρω θέατρο εἶχαν καί οἱ Ἀνατολικοί λαοί στήν ἀρχαιότητα. Ἕνα εἶδος θεάτρου σκιῶν συναντᾶται καί σέ ἄλλους ἀρχαίους λαούς. Ἡ τραγωδία ὅμως εἶναι ἀποκλειστική ἐπινόηση τῶν Ἑλλήνων στήν ἀρχαιότητα. Ὁ Τζώτζ Στάϊνερ γράφει χαρακτηριστικά: « τραγωδία μως, σάν μορφή δράματος, δέν ποτελε παγκόσμιο φαινόμενο. τέχνη τς νατολς γνωρίζει τή βία, τόν πόνο καί τό χτύπημα τς φυσικς πινοημένης συμφορς. Τό γιαπωνέζικο θέατρο εναι πλημμυρισμένο θηριωδία καί τελετουργικό θάνατο.  Ατή μως ναπαράσταση προσωπικο μαρτυρίου καί ρωικότητας πού ποκαλομε τραγικό δρμα, εναι ασθητά διαφορετική πό τή δυτική παράδοση. Εναι τόσο δεμένη μέ τήν ασθηση πού χουμε γιά τίς δυνατότητες τς νθρώπινης συμπεριφορς, (ρέστεια”, μλετ” καί “Φαίδρα” εναι τόσο βαθιά ριζωμένα στίς πνευματικές μας προσβάσεις), στε ξεχνμε πόσο παράξενη καί πολύπλοκη ννοια εναι ναπαράσταση, σέ μιά δημόσια σκηνή, τς καθαρά προσωπικς γωνίας. ννοια ατή, καί τό νθρώπινο ραμα πού περικλείει, εναι καί τά δυό λληνικά. Κι ς τή στιγμή σχεδόν τς παρακμς τους, ο τραγικές φόρμες παραμένουν αστηρά λληνικές».1

2. Ἡ ννοια τοτραγικο

    Σέ τί ὅμως συνίσταται τό τραγικό αἴσθημα τῆς ζωῆς πού ἐβίωσαν πρῶτοι οἱ Ἕλληνες, τό ὁποῖο καί κατέστησε δυνατή τήν ἐμφάνιση τοῦ λογοτεχνικοῦ εἴδους πού ὀνομάζουμε τραγωδία; ριστοτέλης μᾶς λέει στήν Ποιητική του τί εἶναι τραγωδία, ἀπό ποῦ ἕλκει τήν καταγωγή της, πῶς ἀνεπτύχθη καί ἤκμασε πουθενά ὅμως δέν λέει τί εἶναι τό “τραγικόν”, τί εἶναι ἡ τραγική αἴσθηση τῆς ζωῆς, τό τραγικῶς ὑπάρχειν καί πῶς αὐτό συνάπτεται μέ τήν δημοκρατία. Κατά τήν ἀναζήτησή μας λοιπόν μεταξύ τῆς ἐννοίας τοῦ “τραγικοῦ” καί τῆς συνάψεώς του μέ τή δημοκρατία θά στηριχθοῦμε σέ νεώτερους ἐρευνητές καί φιλοσόφους πού στοχάστηκαν σχετικά μέ τό θέμα.

Γιά νά ὑπάρξει τραγικότητα χρειάζονται δύο ἀντιτιθέμενες δυνάμεις, ἡ θεϊκή καί ἡ ἀνθρώπινη, πού νά ἔρχονται σέ σύγκρουση μεταξύ τους. Χωρίς τό θεϊκό στοιχεῖο καί τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο καί τῆς μεταξύ τους βίαιης συγκρούσεως δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τραγωδία.2  Ηegel δίδει τόν ἑξῆς ὁρισμό τοῦ τραγικοῦ: «Σύγκρουση νάμεσα σέ δύο δυνάμεις, πού κάθε μιά τους χει τό δικαίωμα νά πραγματώσει τήν οσία της, λλά δέν τό κατορθώνει λλις παρά καταπατώντας τά πίσης σεβαστά δίκαια τς λλης».3 Ὁ τραγικός ἥρωας κατά τόν Ηegel ἐνσαρκώνει τή μία ἀπό τίς δύο βασικές δυνάμεις πού συγκρούονται, τόν θεϊκό νόμο καί τόν ἀνθρώπινο νόμο, τόν προγονικό νόμο τῆς οἰκογένειας καί τόν πολιτικό νόμο τοῦ  κράτους.4 Ἔτσι λοπόν ἡ τραγωδία γεννιέται ἀπό τή σύγκρουση τοῦ θείου μέ τό ἀνθρώπινο στήν διεκδίκηση ἐκ μέρους κάθε μίας δύναμης, τῆς θείας ἤ τῆς ἀνθρώπινης, τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀνθρώπινης καί κοσμικῆς μοίρας. Σέ ποιό παράγοντα βρίσκεται ἡ δικαιοδοσία νά καθορίζει τήν ἀνθρώπινη καί κοσμική τάξη τῶν πραγμάτων, στόν θεῖο ἤ στόν ἀνθρώπινο; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος διεκδικεῖ δυναμικά γιά λογαριασμό του νά καθορίζει αὐτός τή μοῖρα του, ἀφαιρώντας τό προνόμιο αὐτό ἀπό τό θεῖον γεννιέται τό τραγικόν, ἡ τραγικότητα. Μέ ἄλλα λόγια, χρησιμοποιώντας καστοριαδικούς ὅρους, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό τραγικόν ἀναδύεται ὅταν περνᾶμε ἀπό τήν ἑτερονομία, τήν θεονομία, στήν αὐτονομία. Καί αὐτό συνέβη δύο φορές στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, τόν 5ο αἰώνα π.Χ. στήν κλασσική Ἀθήνα καί στήν αὐγή τῶν Νεωτέρων χρόνων στή Δυτική Εὐρώπη, ὅπου ἔχουμε τήν ἐμφάνιση τῆς τραγωδίας στό Ἐλισαβετιανό θέατρο τῆς Ἀγγλίας καί στό Γαλλικό τραγικό θέατρο.

   Albert Camus γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: «ο μεγάλες ποχές τς τραγικς τέχνης τοποθετονται, στήν στορία, σέ αἰῶνες μεταίχμιους, σέ στιγμές που ζωή τν λαν εναι γεμάτη πό δόξα καί πειλές, που τό μέλλον εναι βέβαιο καί τό παρόν δραματικό. Μή ξεχνμε τι Ασχύλος εχε λάβει μέρος σέ δύο πολέμους καί Σαίξπηρ ζησε σέ ποχή οκ λίγων φρικαλεοτήτων. Καί ο δύο τους λλωστε παρευρίσκονται σ᾿ να εδος πικίνδυνης καμπς στήν στορία το πολιτισμο τους. Γιατί, πράγματι, στούς τριάντα αἰῶνες τς δυτικς στορίας, πό τήν κάθοδο τν Δωριέων μέχρι τήν τομική βόμβα, μόνο δύο περίοδοι τραγικς τέχνης πάρχουν καί στενά περιορισμένες στό χρο καί τό χρόνο. πρώτη εναι λληνική, παρουσιάζει ξιοσημείωτη νότητα καί διαρκε ναν αώνα, πό τόν Ασχύλο ς τόν Εριπίδη. δεύτερη διαρκε λίγο παραπάνω καί νθίζει στίς χρες τς Δυτικς Ερώπης. χει δη πό πολλούς πισημανθε τι μεγαλειώδης κρηξη το λισαβετιανο θεάτρου, τό σπανικό θέατρο το χρυσο αώνα καί γαλλική τραγωδία το 17ου αώνα εναι σχεδόν σύγχρονα φαινόμενα… Εκοσι περίπου αἰῶνες κύλησαν νάμεσα στίς δύο ατές στιγμές. Στή διάρκεια τν εκοσι ατν αώνων δέν χουμε τίποτα, τίποτα,  ξω πό τό χριστιανικό μυστήριο πού εναι σως δραματικό, χι μως τραγικό… ξετάζοντας τήν κίνηση τν δεν τόσο στίς δύο ατές ποχές σο καί στά τραγικά ργα το καιρο, βρισκόμαστε μπρός σέ μία συνιστσα. Ο δύο ατές ποχές σημειώνουν μετάβαση πό τίς μορφές κοσμικς σκέψης πού διαποτίζονταν πό τήν ννοια το θείου καί το ερο σέ λλες μορφές πού μπνέονται, ντίθετα, πό τόν τομικό καί λογοκρατικό στοχασμό… Καί τίς δύο φορές, στό πεδίο τν δεν, τό τομο ποσπται σιγά-σιγά πό να ερό σμα καί ρθώνεται πέναντι στόν παλαιό κόσμο το τρόμου καί τς ελάβειας. Καί τίς δύο φορές, στό πεδίο τν ργων περνομε πό τήν τελετουργική τραγωδία καί τή σχεδόν θρησκευτική ερούργηση στήν ψυχολογική τραγωδία. Καί τίς δύο φορές, ριστικός θρίαμβος το τομικο λόγου, τόν 4ο αώνα στήν λλάδα καί τό 18ο αώνα στήν Ερώπη, στερεύει γιά αἰῶνες τήν τραγική παραγωγή…»5.

Ἡ τραγωδία ἀναπτύσσεται λοιπόν σέ μία μεταβατική ἐποχή, κατά τήν ὁποία τό ἐγκόσμιο ἀρχίζει νά ἐπιβάλλεται, ἐνῶ οἱ μνῆμες τοῦ ἱεροῦ εἶναι ἀκόμη ζωντανές. Ὅπως ἔχει γραφεῖ « προσπάθεια νά ναπαρασταθον τά σημεα σύγκλισης, που συναντται τό φς μέ τό σκοτάδι, τό ερό μέ τό γκόσμιο, θεία δύναμη μέ τήν νθρώπινη λογική εναι κοινό στοιχεο στόν Σοφοκλ, στόν Σαίξπηρ καί στόν Ρακίνα. Ο ποχές πού τό δράμα γνώρισε διαίτερη νθηση δέν χαρακτηρίζονταν πό σταθερές, μοιογενες πεποιθήσεις. ποτελοσαν κριβς τήν κφραση τς διαμάχης νάμεσα στήν παλαιά θρησκεία καί τή νέα πολιτική, στήν παραδοσιακή πίστη καί τό σύγχρονο ρθολογισμό, στό ερό καί τό γκόσμιο»6.

Τό κοσμικό γίγνεσθαι εἶναι τό πεδίο δράσης τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου. Ἡ τραγικότητα ἐμφανίζεται ἀπό τήν συνειδητοποίηση τοῦ ἀδιεξόδου πού διέπει τό κασμικό γίγνεσθαι: ὁ θεός καί ὁ ἄνθρωπος συγκρούονται στήν προσπάθεια νά ἐλέγξουν, νά καθορίσουν καί νά νοηματοδοτήσουν ὁ καθένας γιά λογαριαμό του τό κοσμικό εἶναι. Ἑπομένως τό τραγικό ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ἀνθρωπότητα ξυπνᾶ ἀπό τόν παιδικό της, μακάριο ὕπνο καί διεκδικεῖ γιά τόν ἑαυτό της τή δυνατότητα καθορισμοῦ τῆς μοίρας της, σφετεριζόμενη τήν μέχρι τή στιγμή ἐκείνη ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ θείου. Βερνάν μιλώντας γιά τήν ἐμφάνιση τῆς ἑλληνικῆς τραγωδίας γράφει  «γιά νά πάρξει τραγική δράση, πρέπει νά χει δη διαμορφωθε ννοια μις νθρώπινης φύσης, μέ τά δικά της γνωρίσματα καί νά χουν, κατά συνέπεια, διακριθε ρκετά καί τά δύο πίπεδα, τό νθρώπινο καί τό θεϊκό, στε νά ντιτάσσονται τό να στό λλο· λλά πρέπει πίσης νά ξακολουθον νά μφανίζονται καί λληλένδετα. Τό τραγικό νόημα τς εθύνης προβάλλει, ταν νθρώπινη πράξη φήνει κάποιο πεδίο λεύθερο στόν σωτερικό διάλογο το ποκειμένου, στήν πρόθεση καί στήν προμελέτη, χωρίς μως νά χει ποκτήσει ρκετή συνεκτικότητα καί ατονομία, στε νά εναι πέρα γιά πέρα ατάρκης. καθαυτό χρος τς τραγωδίας βρίσκεται σέ ατή τήν ριακή περιοχή, που ο νθρώπινες πράξεις ρθρώνονται μέ τίς θεϊκές δυνάμεις καί ποκτον τό πραγματικό τους νόημα – να νόημα πού τό γνοε  φορέας δράσης- νσωματωμένες σέ μιά τάξη πού περβαίνει τόν νθρωπο καί το ξεφεύγει»7.

Μόνοι οἱ Ἕλληνες ἔθεσαν κατά τόν Κarl Jaspers στούς θεούς των διά τῆς τραγωδίας ἐρωτήματα τοῦ τύπου: Γιατί εἶναι ἔτσι τά πράγματα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀλλιῶς; τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Τί τόν κατευθύνει; Τί εἶναι ἡ ἐνοχή; Τί ἡ μοῖρα; Ποιά εἶναι ἡ τάξη τοῦ ἀνθρώπινου κόσμου καί ἀπό ποῦ προΐενται τά ριζώματά της; Τί εἶναι οἱ θεοί;8  Καί ἀκόμη ποιά ὅρια τῆς ἐξουσίας τῶν θεῶν καί ποιά τά ὅρια τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀνθρώπου; Ποιά τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας; Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ξεφύγει ἀπό τό κράτος τῆς ἄτεγκτης μοίρας; Ποιό τό τίμημα αὐτῆς τῆς ἀνταρσίας τοῦ τραγικοῦ ἥρωα στήν κοσμική τάξη πραγμάτων πού διέπεται ἀπό τήν ἀναπόδραστη Εἱμαρμένη; Σέ ποιό βαθμό ὁ ἄνθρωπος εἶναι πραγματικά πηγή τῶν πράξεών του; 9

Ἀλλά καί ἡ σύγκρουση μέ τό θεῖον εἶναι μία ἰδιαίτατη σύγκρουση, μία τραγική σύγκρουση, μία σύγκρουση δηλαδή στήν ὁποία «κανένα ἀπό τά (συγκρουόμενα) μέρη δέν μπορεῖ νά ὑποχωρήσει, χωρίς νά κλονιστεῖ ἡ ὑπόληψή του».10 Ὅπως γράφει καί Γκατε «ν σ ξισορρόπηση εναι δυνατή, φανίζεται τό τραγικό»11.

Τό τραγικό εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος τρόπος κοσμοθέασης, κοσμοαντίληψης, κοσμοερμηνείας καί κοσμονοηματοδότησης. Ὁ τραγικός ἄνθρωπος εἶναι ἕνας ἐντελῶς ἰδιαίτατος ἀνθρωπολογικός τύπος. Jean-Pierre Vernant γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: « πινόηση τς λληνικς τραγωδίας, στήν θήνα το 5ου αώνα π.Χ., δέν εναι μόνο παραγωγή λογοτεχνικν ργων, ντικειμένων γιά πνευματική κατανάλωση, πού προορίζονται γιά τούς πολίτες καί προσαρμόζονται σέ ατούς· μέσ᾿ἀπό τό θέαμα, τήν νάγνωση, τή μίμηση καί τή θεμελίωση μις λογοτεχνικς παράδοσης, χουμε τή δημιουργία νός “ποκειμένου”, μις τραγικς συνείδησης, τήν λευση νός τραγικο νθρώπου. Τά ργα τν θηναίων δραματουργν, στά πλαίσια τς διας κίνησης, κφράζουν καί πεξεργάζονται μιά τραγική θέαση, ναν νέο τρόπο γιά νά κατανοήσει νθρωπος τόν αυτό του, νά τοποθετηθε στίς σχέσεις του μέ τόν κόσμο, τούς θεούς, τούς λλους, λλά καί μέ τόν διο του τόν αυτό καί τίς διες του τίς πράξεις. πως δέν πάρχει καθόλου μουσικό ατί ξω πό τή μουσική καί τήν στορική της ξέλιξη, τσι δέν πάρχει καί τραγική θέαση ξω πό τήν τραγωδία καί τό λογοτεχνικό εδος, το ποίου τήν παράδοση θεμελιώνει τραγωδία»12.

3. Τραγωδία καί δρμα

Στήν τραγωδία συγκρούονται δύο δυνάμεις ἐξίσου, ἤ ἔστω περίπου ἐξίσου, νόμιμες, ἔχοντας κάθε μιά ἕνα μέρος δικαίου καί μέρος ἀδίκου. Στό δρᾶμα ὑπάρχει μόνο ἕνα ἀπόλυτο ἀγαθό πού συγκρούεται μέ  ἕνα ἀπόλυτο κακό. Στό δρᾶμα ἐλλείπει ἡ ἰδέα τῆς συγκρούσεως μεταξύ ἑνός μερικοῦ καλοῦ-μερικοῦ κακοῦ, ἑνός μερικοῦ δικαίου-μερικοῦ ἀδίκου καί ἑνός μερικοῦ καλοῦ-μερικοῦ κακοῦ, μερικοῦ δικαίου-μερικοῦ ἀδίκου (ὅπου τό καλό καί τό δίκαιο συνυπάρχουν στή τραγική σύγκρουση μέ τό κακό καί τό ἄδικο ταυτόχρονα) πού χαρακτρηρίζει τήν τραγωδία. Albert Camus γράφει σχετικά: «Πρτα-πρτα τί εναι τραγωδία; ρισμός το τραγικο πασχόλησε πολύ τούς στορικούς τς φιλολογίας καί τούς διους τούς συγγραφες, παρόλο πού καμμία διατύπωση δέν τυχε κοινς συναινέσεως. Χωρίς νά διατείνομαι τι θά λύσω να πρόβλημα πού ταλανίζει τόσα καί τόσα μυαλά, μπορ, ντούτοις, μέσω τς συγκριτικς μεθόδου νά δ σέ τί, ς πομε, διαφέρει τραγωδία πό τό δράμα τό μελόδραμα. Νομίζω, λοιπόν, τι διαφορά ατή συνίσταται σέ τοτο: ο δυνάμεις πού συγκρούονται στήν τραγωδία εναι ξίσου νόμιμες, ξίσου ξοπλισμένες μέ λόγο. ντίθετα στό μελόδραμα καί τό δράμα, μία μόνο εναι νόμιμη.  Μέ λλα λόγια, τραγωδία εναι μφίλογη, τό δράμα πλουστευτικό. Στήν τραγωδία κάθε δύναμη εναι ταυτόχρονα καλή καί κακή. Στό δράμα, μία δύναμη εναι τό γαθό, λλη τό κακό (γι’ατό λλωστε καί στήν   ποχή μας τό θέατρο προπαγάνδας δέν εναι παρά νεκρανάσταση το μελοδράματος). ντιγόνη χει δίκιο, λλά καί Κρέων δέν χει δικο. Τό διο καί Προμηθέας: εναι ταυτόχρονα καί δίκαιος καί δικος, ν Δίας πού τόν τυρανν νελέητα βρίσκεται κι κενος ν δικαί. Θά μπορούσαμε συνοπτικά νά διατυπώσουμε ς ξς τήν οσία το μελοδράματος: “νας μοναχά εναι δίκαιος καί δικαιολογημένος”, ν κατ’ξοχήν τραγική διατύπωση εναι: “λοι χουν δίκιο καί κανένας τους”. Γι’ατό καί χορός τν ρχαίων τραγωδιν δίνει κυρίως συμβουλές σύνεσης. Γιατί γνωρίζει πώς σέ κάποιο ριο λοι χουν δίκιο καί τι ποιος, πό τύφλωση πάθος, γνοε τό ριο ατό βαδίζει πρός τόν λεθρο πιδιώκοντας τό θρίαμβο το δικαίου πού νομίζει τι ατός μόνο κατέχει.Τό σταθερό θέμα τς ρχαίας τραγωδίας εναι λοιπόν τό ριο πού δέν πρέπει νά παραβιασθε. πό τή μία καί τήν λλη πλευρά το ρίου τούτου συναντιονται ξίσου νόμιμες δυνάμεις σέ μία πάλλουσα καί κατάπαυστη σύγκρουση μεταξύ τους. πλάνη περί το ρίου ατο, πιθυμία διατάραξης τς σορροπίας ατς σημαίνει πτώση στήν βυσσο».13 Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νομιμοποιούμεθα νά μιλοῦμε γιά θεῖο Δρᾶμα ἀναφερόμενοι στό πάθος, τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οὐδόλως ὅμως γιά θεία Τραγωδία. Τό ἀπόλυτο ἀγαθό, ὑποστασιαζόμενο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, συντρίβει ὁριστικά καί ἀνέκκλητα τόν ἀπόλυτο φορέα τοῦ κακοῦ, τό Σατανᾶ. Ἑπομένως δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος γιά τραγωδία.

4. Πολιτική συνείδηση καί τραγωδία

       Μόνο οἱ Ἕλληνες στήν ἀρχαιότητα δημιούργησαν τραγωδία, διότι μόνοι αὐτοί ὡς ἐλεύθεροι πολῖτες ὁρίζουν τή μοῖρα τους καί ὄχι ἡ βούληση τῶν θεῶν. Μόνοι οἱ Ἕλληνες ἀπό τούς λαούς τῆς ἀρχαιότητος πῆραν τή μοῖρα πάνω τους. Μόνοι αὐτοί ἐθεώρησαν τούς ἑαυτούς τους  ὡς ὑπευθύνους γιά τή μοῖρα τους καί δημιουργούς τοῦ πεπρωμένου τους. Ἡ ἀντίληψη αὐτή ὅτι πηγή κάθε ἐξουσίας εἶναι οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες καί ὅτι ἡ συγκρότηση τῆς πολιτικῆς κοινωνίας ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτούς τούς ἴδιους καί ὄχι ἀπό οἱουσδήποτε θεούς ἤ ἀπό οἱουσδήποτε ἐπί γῆς ἀντιπροσώπους τους (ἱερατεῖο, ἀπόλυτο μονάρχη) εἶναι θεμελιώδης στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἐξ οὗ καί ἡ ἔννοια τοῦ πολίτη  ἀπαντᾷ μόνο στήν Ἑλλάδα στόν ἀρχαῖο κόσμο (βεβαίως ἀπαντᾷ καί στή Ρώμη), ἐξ οὗ καί τό περίφημο τριπλό πρόταγμα τῆς ἐξουσίας κατά τόν Θουκυδίδη, τό ατόνομον (=ἐμεῖς οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες θεσπίζουμε τούς νόμους τῆς πολιτικῆς κοινωνίας μας), τό ατόδικον  (=ἐμεῖς οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες ἀπονέμουμε δικαιοσύνη γιά τίς ὅποιες διαφορές πού προκύπτουν στήν πολιτική κοινωνία μας) καί τό ατοτελές (=ἐμεῖς οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες ἀσκοῦμε τήν ἐξουσία στήν πολιτική κοινωνία μας) καί δέν ἐκχωροῦμε αὐτή τήν ἐξουσία σέ κανένα ἔξω ἤ πάνω ἀπό ἐμᾶς. Ἑπομένως ἡ ρήξη μέ τό θεῖον καί ἡ σύγκρουση μαζί του ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὅθεν καί ἡ ἐμφάνιση τῆς τραγικῆς αἰσθήσεως τῆς ζωῆς, τῆς τραγικῆς κασμοθεάσεως.

καθ. Βασίλειος Κύρκος γράφει χαρακτηριστικά ἐπί τοῦ προκειμένου: « τραγωδία καταγράφει τήν προσπάθεια το διαφωτισμένου νθρώπου το 5ου α. νά ναλάβει τήν εθύνη τν πράξεών του καί νά παλλαγε πό τήν κηδεμονία τν θεν καί τά δεσμά τς εμαρμένης. Τοτον, λέγεται, συνέβη τό πρτον μέ τόν Ασχύλο. πό τήν στιγμή, λοιπόν, πού νθρωπος στήν στορική του πορεία κατέκτησε τήν λευθερία του, πέκτησε δηλαδή στορική καί κοινωνική συνείδηση, γινε τραγικό ν, τραγικό πρόσωπο. Τότε γεννήθηκε τραγική ασθηση τς ζως. Ατό κριβς τόν φερε ναπότρεπτα καί κατά ντολογική ναγκαιότητα σέ σύγκρουση μέ τό θεον πού κατεξουσίαζε τή ζωή καί τίς πράξεις του. πακολούθησε δηλαδή κμύθευση το κόσμου καί κρίση μπιστοσύνης πρός τήν “τάξη το θείου”. Ατή ριζική διασάλευση τν ντολογικν θεμελίων το κόσμου, ρήξη το νθρώπου μέ τό ερό κατέστησε τόν νθρωπο το 5ου α. π.Χ. τραγικό ν. ρχαϊκός νθρωπος ταν ρχίζει νά ποκτ πολιτική καί κοινωνική συνείδηση, τότε κριβς ρχίζει νά ποψιάζεται καί τήν τραγικότητα τς παρξής του… κρίση καί ρήξη το νθρώπου μέ τό θεον συνέβη μόνο στούς κόλπους το ρχαίου λληνικο πολιτισμο καί μόνο στόν νοιχτό ρίζοντα τς δημοκρατικς κοινωνίας, στό ρχαο λληνικό στυ, στήν θήνα, που νθρωπος κατέκτησε τήν πολιτική του καταξίωση, χωρίς νά πεμπολήσει τά ερά θέσμια τς θεοφρούρητης πόλης του. Ατή ταν πρώτη καί μοναδική φορά στόν ρχαο κόσμο, που διαπέρασε τό νθρώπινο ν ασθηση τς τραγικότητας, ς ντολογικό ργος καί παρξιακό θάμβος…Γι᾿ ατό λλωστε κανένας λλος πολιτισμός ξω πό τόν λληνικό στήν ρχαιότητα δέν βίωσε τό τραγικό ργος καί δέν λαβεν περαν το τραγικο λέου καί φόβου. Διότι νθρωπος καί ο σχέσεις του μέ τό θεον, δέν διλθαν πό τήν αχμηρή καί δύσβατη δό τς τραγικς συνείδησης»14. Ἡ διάσπαση τοῦ ἀρχαϊκοῦ, θεογονικοῦ μύθου, ὡς κεντρικοῦ ἑρμηνευτικοῦ σχήματος τοῦ κοσμικοῦ γίγνεσθαι καί ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης ἀπό τόν ἄνθρωπο-πολίτη γιά τήν προσωπική του ἐγκόσμια μοῖρα σηματοδοτεῖ τήν ἐμφάνιση τῆς τραγωδίας. « τραγωδία γεννιέται ταν ρχίζει νά κοιτ κανείς τό μθο μέ τά μάτια το πολίτη»15, λέγει ὁ Βερνάν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὡς πολίτης ἀρχίζει νά ὁρίζει μόνος τή μοῖρα του.

Ὁ τραγικός ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἄμεση συνάφεια καί συνάρτηση πρός τόν πολιτικό ἄνθρωπο, τόν πολίτη. Τό φαινόμενο τοῦ τραγικοῦ συνάδει πρός τό καινοφανές φαινόμενο τοῦ πολιτικοῦ, ὅπως τό σκιαγραφεῖ καθ. Christian Meier: «ο πρτες δημοκρατίες στήν παγκόσμια στορία θά προέκυπταν μόνο σέ συνθκες συμβίωσης τν πολιτν ς πολιτν καί μόνο ν ατά τά πλαίσια το “πολιτικς” ζν ναδεικνύονταν βασικό γνώρισμα τς ζως τους. Ατό ξαρττο πό ποικίλες προϋποθέσεις καί δήγησε σέ ποικίλες συνέπειες. Προέκυψε μία ξαιρετική κατάσταση, νας κόσμος που ο πολτες σκοσαν πρωτόγνωρο λεγχο πάνω στίς συνθκες τς ζως τους, νας κόσμος λληλένδετος μέ μία διαίτερη μορφή κοινωνικς ταυτότητας, συγκεκριμένη ντίληψη περί χρόνου, εδική σχέση μεταξύ σταθερότητας καί λλαγς, μέ νέες μορφές μπειρίας, ντίληψης καί κατανόησης τν νθρωπίνων δυνατοτήτων, τς νθρώπινης στορίας, τς κοινωνίας καί τς λλαγς, καί βέβαια προέκυψαν νέες μορφές κφρασης, ποίησης, θεολογικο, πιστημονικο καί φιλοσοφικο προβληματισμο, καθώς καί ναρίθμητες λλες, πέρα πό ατές πού γνωρίζουμε – σως δέν γνωρίζουμε (κόμη) – τι σχετίζονταν μέ ατή τή πρωτόφαντη κατάσταση. κόμη λληνικός πολιτισμός δέχθηκε σχυρή θηση πό τήν πολιτική σέ τομες πως γλυπτική καί ρχιτεκτονική. Ατό πού πιδιώκουμε δ νά κατανοήσουμε νομάζοντάς το “πολιτικό”, εναι τό περιβάλλον στό ποο ο κοινωνίες τν λληνικν πόλεων διαμορφώθηκαν καί δοκίμασαν τίς ναμφίβολα σημαντικότερες μπειρίες τους· εναι κάτι ερύτερο πό τή δημοκρατία, στήν ποία τό πολιτικό φτασε στό ποκορύφωμά του»16.

Ὑπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ τραγωδίας καί πολιτικῆς. Ἡ τραγωδία ὅπως καί ἡ πολιτική θεωροῦνται ὕψιστες τέχνες. Ἡ τραγωδία θεωρεῖται ὑψίστη τέχνη, διότι εἶναι μίμησις (δηλαδή ἀναπαράσταση) πράξεων κατά τό εκός καί τό ναγκαον. Ἡ πολιτική ἐθεωρεῖτο ἀπό τούς ἀρχαίους ὡς ἡ ὑψίστη τέχνη, διότι ἀποσκοπεῖ στή διαχείριση ἐμψύχων ὄντων, δηλαδή τῶν πολιτῶν, καί ὄχι ἀψύχων πραγμάτων. Καί ἡ τραγική τέχνη ἦταν ἐπίκουρη τῆς πολιτικῆς τέχνης. Ἀκόμη καί μέσω τῆς χρησιμοποιούμενης γλωσσικῆς ὁρολογίας ἀνιχνεύουμε τή στενή συνάφεια τραγωδίας καί πολιτικῆς. Ἡ τραγωδία ἦταν μίμησις πράξεων πού διενεργοῦνταν ἀπό πρόσωπα δρῶντα, πράττοντα καί ὄχι ἁπλῶς ἀπαγγέλλοντα. Ἡ λέξη δρᾶμα προέρχεται ἀπό τή δωρική λέξη δρῶ πού σημαίνει ὅ,τι τό ἀττικό πράττω. Ἀλλά καί γιά τήν πολιτική οἱ Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τά ρήματα πράττειν τά πολιτικά καί θεωρεν τά πολιτικάΤό θεωρεν τά πολιτικάἐσήμαινε στούς Ἕλληνες τό θεωρητικῶς στοχάζεσθαι πάνω στή φύση τῆς πολιτικῆς (πῶς θά μποροῦσε ἤ καί πῶς θά ἔπρεπει αὐτή νά ἠσκεῖτο) καί τό πράττειν τά πολιτικά ἐσήμαινε τό ἀσκεῖν στήν πράξη τήν πολιτική λειτουργία (πῶς ἔμπρακτα αὐτή ἀσκεῖται).17 Ὅπως ἡ πολιτική ἦταν ἀποκλειστική ἐπινόηση τῶν Ἑλλήνων, ἔτσι καί ἡ τραγωδία εἶναι ἀποκλειστικό ἐπίτευγμα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, τῆς ἑλληνικῆς τραγικῆς ἀντίληψης, ὅπως τήν ἐκθέσαμε ἀνωτέρω.

Τελικά στή Δημοκρατία τήν κυριαρχία τῶν θεῶν διαδέχεται ἡ κυριαρχία τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως γράφει  Rose-Marie Lamy: « ο Πιέρ Λεβέκ καί Πιέρ Βιντάλ-Νακέ στό βιβλίο τους Κλεισθένης  θηναος παρατηρον τι ο νέοι πολιτικοί θεσμοί πού ποδίδονται στό θεμελιωτή τς δημοκρατίας ενοον τρες ριθμούς καί τά πολλαπλάσιά τους: τόν ρθμό τρία, μέ τίς τρες ζνες τς ττικς, καί τούς τρες δήμους τς καθεμις· τόν ριθμό πέντε μέ τά πολλαπλάσιά του πενντα (τόσοι ταν ο Πρυτάνεις) καί πεντακόσια (τόσοι ταν ο Βουλευτές)· τέλος, τόν ριθμό δέκα καί τό τετράγωνό του (δέκα ταν ο φυλές καί κατό ο δμοι). ριθμός τρία συμβόλιζε τό λοκληρωμένο σύνολο· σον φορ τήν ντικατάσταση το ερο ριθμο δώδεκα, πού ντιστοιχοσε στόν ριθμό τν θεν το Πανθέου, μέ τόν ριθμό δέκα, ατή δηλώνει μία ρήξη μέ τή θρησκευτική παράδοση καί  τό ντίστοιχο κοσμικό μερολόγιο πού χώριζε τό τος σέ δώδεκα μνες. Μέ τήν ντικατάσταση νός ριθμητικο συμβόλου μέ ναν λλο κυριαρχία τν νθρώπων διαδεχόταν τήν κυριαρχία τν θεν. πό τή στιγμή πού χαλάρωσαν ο παλιές μορφές λληλεγγύης τν φυλν καί τν δήμων, μποροσε Κλεισθένης νά δημιουργήσει ναν μογενοποιημένο δημόσιο χρο γεωμετρικο τύπου καί νά γκαθιδρύσει μιά ληθινή σονομία – μιά σότητα νομική μία σότητα νώπιον το νόμου καί μέσω το νόμου – ντάσσοντας τούς πολτες σέ να νέο ργανισμό, χι θρησκευτικό λλά λαϊκό καί ρθολογιστικό»18. Μάλιστα οἱ Ἕλληνες προέβησαν καί στήν ἀντικατάσταση τῆς ὁρολογίας πού σημαίνει τήν δικαιοσύνη. Τή λέξη θέμις, πού συγγενεύει ἐτυμολογικά μέ τή λέξη θεός, καί δηλοῖ τήν θεόθεν ἐγκαθιδρυμένη καί ἐκπροσωπουμένη ἀπό τόν μονάρχη καί τήν ἀριστοκρατία δικαιοσύνη ἀντικαθιστᾶ ἡ λέξη δίκη πού σημαίνει «τό μέρος τό φειλόμενο στόν καθένα κριβιδίκαια»19 πρός ὑποδήλωση τῆς δημοκρατικῆς, νομικῆς ἐπαναστάσεως.

5. Λόγος καί δημοκρατία

    Ἡ δημοκρατική ἐπανάσταση ἦταν πρωτίστως καί στήν βαθύτερη οὐσία της ἡ ἐπανάσταση τοῦ Λόγου. Ἀπόλυτος ρυθμιστής τῶν κοινωνικοπολιτικῶν σχέσεων καί καταστάσεων εἶναι πλέον ὁ ἀνθρώπινος Λόγος καί ὄχι ἡ παροπαράδοτη, θείας ἐμπνεύσεως καί προελεύσεως, παράδοση, ὁ θεογονικός μῦθος. Εἶναι χαρακτηριστικά αὐτά πού γράφει Rose-Marie Lamy: « γκαθίδρυση τς δημοκρατίας, τσι πως γινε στήν θήνα, γίνεται συχνά κατανοητή ς πινόηση τς πολιτικς λλά πίσης καί ς λευση τς λογικς. Σ᾿ ατό τό θέμα λογική κδηλώνεται πράγματι ς κυρίαρχη δύναμη μέ τήν ποία ο νθρωποι μπορον νά ναλάβουν τήν εθύνη τς κοινς τους μοίρας πό μόνοι τους, δηλαδή χωρίς νά χρειάζεται νά ξαρτνται πό τούς θεούς»20. Πράγματι στή Δημοκρατία θεμέλιο καί ὁδηγητικός κανόνας τῆς κοινωνίας εἶναι ὁ Λόγος καί ὄχι ἡ μυστική ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν. Ἡ μυστική ἐμπειρία εἶναι κτῆμα ὀλίγων, τῶν ἐκλεκτῶν, τῶν διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ, ἐνῶ ὁ Λόγος εἶναι κτῆμα ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνθρώπων. Κατά τόν κλασσικό ὁρισμό τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἀριστοτέλη, “νθρωπος στίν ζον λόγον χον”, ὁ λόγος ἀποσπᾶ τόν ἄνθρωπο ἀπό τά ἄλλα ζῶα καί συγκροτεῖ τήν φύση/οὐσία του. Ἑπομένως ὁ λόγος εἶναι ἰδιάζον καί συστατικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους. Τόν μοιράζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σέ ἴσο βαθμό. Ἄρα μόνο αὐτός, ὁ Λόγος, μπορεῖ νά ἀποτελέσει τόν ὑπέρτατο νομοθέτη, κανόνα καί ρυθμιστή τοῦ συλλογικοῦ βίου σέ μία δημοκρατική κοινωνία. Ἐξάλλου ὁ λόγος προϋποθέτει τήν πειθώ τήν βασισμένη σέ ὀρθολογική ἐπιχειρηματολογία, ἐνῶ ἡ μυστική ἐμπειρία τήν ὑποταγή/ ὑπακοή στήν ἀνώτερη, ἀπρόσιτη στούς πολλούς, γνώση τοῦ θεόπτη.

Ἡ τραγωδία λοιπόν γεννιέται καί ἀναπτύσσεται ὅταν ἡ ἀνθρωπότητα ἀποτινάσσει τήν κηδεμόνευση ἀπό τό θεῖον καί ξανοίγεται στήν περιπέτεια τῆς αὐτόνομης πορείας της στό κοσμικό γίγνεσθαι. Τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐξέγερσης τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ἡ σύγκρουση μέ τό θεῖον. Ἀπό τή σύγκρουση αὐτή ἀναδύεται ἡ τραγική αἴσθηση τῆς ζωῆς. Ὁ τραγικός τρόπος τοῦ ὑπάρχειν εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος τρόπος τοῦ ζῆν πού προσιδιάζει σέ ἐλεύθερους καί αὐτόνομους ἀνθρώπους, ἐπωμισμένους μέ τό χρέος ἀλλά καί τό βάρος τῆς ἀνάληψης τῆς προσωπικῆς τους εὐθύνης γιά τή ζωή καί τή μοῖρα τους καί ἐμφορουμένους ἀπό τό Λόγο. Ὁ Λόγος, ὁ ἀνθρώπινος καί κοινός σ᾿ ὅλους, θά εἶναι πλέον ὁ ὁδηγητικός κανόνας στήν διευθέτηση καί ὀργάνωση τῆς ζωῆς τους. Ἡ εὐδαιμονία τους εἶναι δική τους ὑπόθεση καί ἐργαλεῖο οἰκοδόμησής της εἶναι ὁ ἀνθρώπινος Λόγος. Ὁ νόμος, ὡς ρυθμιστής τῆς συλλογικῆς συμβίωσης, πηγάζει ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική καί ὄχι πλέον ἀπό τή θεία ἀποκάλυψη ἤ ἔστω τή θεία ἐπίνοια. Εἶναι προϊόν ἀνθρώπινης διαβούλευσης, συμφωνίας καί συναίνεσης. Καί ἀκόμα ὡς προϊόν ἀνθρώπινης σύμβασης εἶναι πάντα ὑποκείμενος σέ τροποποιήσεις καί ἀλλαγές σύμφωνα μέ τίς κοινωνικές ἀνάγκες. Οἱ θεϊκοί νόμοι, οἱ νόμοι πού πηγάζουν ἀπό τό θεό ἤ ἀπό μία φυσική ἀναγκαιότητα εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ λίγο-πολύ ἀκίνητοι καί ἀμετάβλητοι.

Ἐξάλλου ὁ Λόγος συνάπτεται στενά καί συνυπάρχει μέ τόν (τραγικό) Μῦθο. Καί ὁ Λόγος καί ὁ Μῦθος εἶναι δύο θεμελιακοί τρόποι ἑρμηνείας καί νοηματοδοτήσεως τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς πού σέ ὁρισμένες ἱστορικές ἐποχές, ἐξόχως προνομιακές, − ὅπως στήν κλασσική Ἀθήνα τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνα – συνυπάρχουν δημιουργικά καί κυοφοροῦν τήν στενή συνάφεια τοῦ τραγικοῦ στοιχείου μέ τή δημοκρατία. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ εὐρέως ἐπικρατοῦσα ἄποψη ὅτι τόν 6ο π.Χ. αἰῶνα στά παράλια τῆς Ἰωνίας ὁ Λόγος ἐκτοπίζει τό Μῦθο καί αὐτός μόνος ἡγεμονεύει τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Στήν ἀρχαϊκή Ἑλλάδα τοῦ 6ου π.Χ. αἰῶνα, ἀλλά καί στήν κλασσική Ἑλλάδα τοῦ 5ου αἰῶνα συνυπάρχουν δημιουργικά ὁ Μῦθος μέ τό Λόγο. Ἀπό τόν 4ο αἰῶνα καί μετά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι στερεύει ὁ Μῦθος. καθ. Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος-Θηραος γράφει συναφῶς: « μθος κλείνει ντός του μίαν ατόνομον σύνθεσιν το κόσμου καί τς ζως, μίαν πρώτην καί ριζικήν διαφοροποίησιν τς σχέσεως το νθρώπου πρός τόν θεόν, σχέσεως μως διοτύπως προσωπικς καί, πομένως, πολύ βαθύτερα εσχωρούσης πό ,τι τό κάμνει φιλοσοφία καί (πολύ περισσότερον) φυσική πιστήμη. μθος δέν ενε, πως συνήθως λέγεται, να προ – λογικόν στάδιον τς ρμηνείας το ντος. Λόγος πάρχει καί ες τόν μθον, λλά ενε λόγος σκοτεινός, πονηρός, “αμύλιος” (=πατηλός), ποος συνδέει θεούς καί νθρώπους ες μίαν σχέσιν κατ’ πίφασιν φελ, ποία μως ποκρύπτει ες τό βάθος της τόν νελέητον νταγωνισμόν τν βουλήσεων νά πιβληθ μία ες τήν λλην». 21

6. Ἡ γλσσα τς τραγωδίας

  Στό Ἑλληνικό φαντασιακό, ἤδη ἀπό τήν προδημοκρατική ἐποχή τοῦ Ὁμήρου, ὁ λόγος – ἡ γλῶσσα – ἔπαιζε σημαντικό ρόλο στίς σχέσεις ἀρχόντων καί ἀρχομένων καί στίς σχέσεις τῶν ἀρχομένων μεταξύ τους. Ἰδανικός Ὁμηρικός ἥρωας εἶναι αὐτός πού συνδυάζει ἁρμονικά λόγο καί πράξη. Μύθων ρητήρ, ργων πρηκτήρ.22

Ὁ ἰδανικός αὐτός ἀνθρωπολογικός τύπος πού εἶναι ἐξίσου ἱκανός στό λόγο καί στήν πράξη κορυφώνεται, ὅπως εἶναι εὔλογο, στήν δημοκρατική Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰώνα. Εrnst Cassirer γράφει χαρακτηριστικά: «Στήν θηναϊκή ζωή το πέμπτου αώνα γλσσα εχε γίνει ργανο ρισμένων, συγκεκριμένων καί πρακτικν σκοπν. ταν τό σχυρότερο πλο στούς μεγάλους πολιτικούς γνες. Κανένας δέν μποροσε νά λπίζει τι θά παιζε γετικό ρόλο χωρίς ατό τό ργανο. σωστή του χρήση κι διάκοπη βελτίωση καί ξυνσή του εχαν ζωτική σημασία»23. Τά πεδία ἀσκήσεως τοῦ ἐπιδεικτικοῦ λόγου ἦσαν οἱ δημοκρατικοί θεσμοί, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου καί τά δικαστήρια, κυρίως ἡ Ἡλιαία καί ἄλλα ἥσσονος ἐμβέλειας δικαστήρια

Θεμελιώδης ἀρχή τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἦταν ἡ σηγορία, δηλαδή τό ἴσο δικαίωμα λόγου γιά ὅλους τούς πολῖτες. Δυνητικά κάθε ἐλεύθερος πολίτης ἄνω τῶν δεκαοκτώ ἐτῶν εἶχε τό δικαίωμα νά πάρει τό λόγο στήν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου καί νά ἐκφράσει τή γνώμη ἐπί ζητημάτων πού ἀπασχολοῦσαν τήν Ἀθηναϊκή πολιτεία – καί τά ὁποῖα εἶχαν βεβαίως τύχει προεργασίας στόν ἄλλο δημοκρατικό θεσμό, στή Βουλή τῶν πεντακοσίων. Στήν πράξη βέβαια τόν λόγο ἔπαιρναν οἱ περισσότερο μορφωμένοι, οἱ περισσότεροι ἱκανοί καί νά ἀγορεύσουν καλύτερα καί νά πείσουν καλύτερα τούς συμπολῖτες τους. Ὅμως τελικός κριτής τῶν συζητήσεων στήν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου ἦταν ὁ λαός. Ὁ λαός, ἀσχέτως μορφωτικοῦ καί οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου, ἦταν ὁ τελικός ἀποδέκτης καί κριτής τῶν δημοσίων ἀγορεύσεων. Ἔπρεπε νά ἦταν σέ θέση νά ἀκούσει προσεκτικά καί νά ἀξιολογήσει ἀποτελεσματικά τά ἀντιπαρατιθέμενα λεκτικά ἐπιχειρήματα, γιά νά εἶναι σέ θέση νά λάβει τίς ὀρθότερες ἀποφάσεις γιά τό κοινό συμφέρον. Ἑπομένως ἡ ἀποτελεσματική χρήση καί ἀξιολόγηση τοῦ λόγου ἦταν ζωτικῆς σημασίας στήν Ἀθηναϊκή πολιτεία. Χαρακτηριστικά ἔχει γραφεῖ ὅτι «στήν θήνα λα ξαρτνται πό τόν λαό καί λαός ξαρτται πό τόν λόγο»24.

Ὡσαύτως καί στά λαϊκά δικαστήρια οἱ δικαστές καί οἱ ἔνορκοι ἦσαν πολῖτες ὁρισμένοι μέ κλήρωση. Ἑπομένως καί στό δημόσιο λόγο τῶν Δικαστηρίων ἡ ἀποτελεσματική χρήση τοῦ λόγου καί ἡ ἀξιολόγηση τῆς λεκτικῆς ἀντιπαράθεσης ἦταν ἀναγκαία. Γι᾿ αὐτό ριστοτέλης ὁρίζει τήν ἔννοια τοῦ πολίτη ὡς ἑξῆς:  “Πολίτης δ᾿ πλς οδενί τν λλων ρίζεται μλλον  τ μετέχειν κρίσεως καί ρχς25.  Δομικά στοιχεῖα τῆς ἐννοίας τοῦ πολίτη εἶναι ἡ μετοχή στή δικαστική (κρίσις) καί πολιτική ἐξουσία (ρχή). Καί αὐτή ἡ ἀποτελεσματική μετοχή στήν δικαστική καί πολιτική ἐξουσία προϋποθέτει ἀπαραίτητα τήν ἀποτελεσματική χρήση καί ἀξιολόγηση τοῦ δημοσίου λόγου.

Στήν βαθύτερη οὐσία της ἡ τραγωδία εἶναι ἡ μεταφορά τοῦ ἀπώτατου ἡρωϊκοῦ παρελθόντος στό σύγχρονο δημοκρατικό παρόν. Ἔτσι ἡ φραστική διατύπωσή της συνδυάζει στοιχεῖα τοῦ ἡρωϊκοῦ παρελθόντος καί τοῦ δημοκρατικοῦ παρόντος. Ἡ τραγωδία ἐνσωματώνει στό λεκτικό της σέ πλεῖστες περιπτώσεις τό δημόσιο λόγο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου καί τῶν δικαστηρίων. Ἡ γλῶσσα τῆς τραγωδίας συντίθεται ἀπό τήν ἡρωϊκή μεγαλοπρέπεια τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, τήν ὑψιπετῆ ἔκφραση τῆς θρησκευτικῆς – τελετουργικῆς συμβολικῆς γλώσσας, καί τά σχήματα λόγου καί τό λεξιλόγιο τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου καί τῶν δικαστηρίων.26 Ἡ χρήση τῆς πολιτικῆς καί νομικῆς γλώσσας ἀνιχνεύεται σέ πλεῖστες ἀρχαῖες τραγωδίες. Simon Goldhill γράφει: «Τρίτη (σημ. δική μου, μετά τήν μηρική καί θρησκευτική-τελετουργική γλσσα) κατά σειρά εναι μείζονος σημασίας πίδραση το κόσμου το δημοκρατικο δικαστηρίου καί τς κκλησίας το Δήμου στή γλσσα τς τραγωδίας. Στή δημοκρατική πόλη τό δικαστήριο καί κκλησία το Δήμου εναι θεσμοί νάλογοι μέ τό θέατρο, καί ατοί ο τρες σημαντικοί δημόσιοι χροι που παρουσιάζονται λόγοι – μιλίες, πιχειρήματα, πιδεικτικός λόγος – συνδέονται φανερά μεταξύ τους».27 Γενικά κατά τόν Simon Goldhill « τραγική γλσσα εναι δημόσιος, δημοκρατικός λόγος μεταξύ ντρν: γλσσα τς τραγωδίας εναι πολιτική, μέ λες τίς πιμέρους σημασίες το ρου».28 Καί μάλιστα εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ τραγωδία δίνει “φωνή”-λόγο, παρέχει ἐκπροσώπηση στίς γυναῖκες, στούς δούλους καί στούς ξένους, κοινωνικές ὁμάδες πού ἀποκλείονταν ἀπό τό δημόσιο λόγο τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό δημοκρατικό λεξιλόγιο κάνει ἔντονη τήν παρουσία του στήν τραγωδία. Ἐπί παραδείγματι οἱ κέτιδες τοῦ Αἰσχύλου, πού παρεστάθησαν τό 462, καί ὅπως σημειώνει καθ. ωάννης Τουλουμάκος, εἶναι «τό δρμα πού ξακολουθε νά ποτελ τό πρτο πό τά ς τώρα γνωστά τεκμήρια το δημοκρατικο λεξιλογίου».29 Ὁ στίχος 604 “δήμου κρατοσα χείρ π πληθύνεται” (Μετάφραση Κ.Χ. Μύρη: «μέ πόσες ψήφους μίλησε κυρίαρχος λαός;»)30 εναι τό πρτο γραπτό κείμενο τς ρχαιότητος, στό ποο – σέ περίφραση βεβαίως – χρησιμοποιεται ρος “δημοκρατία”.31 μοίως τήν ννοια τς δημοκρατίας ποδίδει σαφέστατα φράση “τό δάμιον, τό πτόλιν κρατύνει” (στιχ. 698) (Μετάφραση Κ. Χ. Μύρη: « βουλή το λαο πού τήν πόλιν ρίζει».32  Ἀκόμη στόν στίχο 604 δέν ὑποδηλώνεται μόνο ἡ κυριαρχοῦσα ἀρχή (πού εἶναι ὁ δῆμος), ἀλλά συνυποδηλώνεται καί ἡ διαδικασία λήψεως τῶν ἀποφάσεων πού εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν δημοκρατική, ἡ ψηφοφορία δι᾿ ἀνατάσεως τῶν χειρῶν. Ἀκόμη ὑποδηλοῦται μέ τό ρῆμα πληθύνεται ἡ ἀρχή τῆς πλειοψηφίας πού κυβερνᾶ στό δημοκρατικό πολίτευμα.33

7. Δημοκρατικοί θεσμοί καί τραγωδία

Τό τραγικό θέατρο διαδραμάτιζε μεγίστης σημασίας πολιτική λειτουργία στό ἀρχαῖο ἄστυ. Μέ τή μορφή τοῦ τραγικοῦ μύθου συζητοῦνταν πλεῖστα πολιτικά, ἠθικά, ἰδεολογικά καί θεσμικά προβλήματα τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας καί γίνονταν ζυμώσεις καί προβληματισμός πάνω σ᾿ αὐτά. Κυριολεκτικῶς εἰπεῖν ἡ τραγωδία ἦταν σχολεῖο δημοκρατίας καί ἠθικῆς στό κλεινόν ἄστυ. Ἦταν ἕνα εἶδος λαϊκῆς ἐπιμόρφωση ἤ ἕνα εἶδος think tank τῆς ἐποχῆς. Μέ τό θέατρο, τραγικό καί κωμικό, ἐπετελεῖτο ἡ διά βίου παιδεία τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν. Εἶναι γεγονός ὅτι «τό δράμα ταν πό τή φύση του να μέσο κφρασης πολιτικν πόψεων».34 Ὅπως ἔχει γραφεῖ « ποιητής νοφθαλμίζει στόν πό δραματοποίηση μύθο σύγχρονους προβληματισμούς, καθιστώντας τσι πίκαιρο τό ργο του καί νεργό τήν παρουσία του στό στορικό καί κοινωνικό γίγνεσθαι τς ποχς του».35 Δεδομένου ὅτι στήν Ἀθηναϊκή κοινωνία τοῦ 5ου αἰώνα δέσποζε κυριαρχικά ἡ πολιτική, ἡ λειτουργία τοῦ δραματικοῦ θεάτρου ἦταν κυρίως – ὄχι βέβαια ἀποκλειστικά – πολιτική. Ἀποτελοῦσε χῶρο πολιτικῶν ζυμώσεων καί πολιτικοῦ προβληματισμοῦ. ριστοτέλης στό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰώνα, ὅταν πλέον ἡ τραγική μοῦσα εἶχει σιγήσει ὁριστικά, στήν Ποιητική λέγει ὅτι “ο μέν γάρ ρχαοι πολιτικς ποίουν λέγοντας, ο δέ νν ρητορικς36  (Μετάφραση: «Διότι ο μέν ρχαοι ποιηταί παρίσταναν ρωας μιλοντας πολιτικς, ο δέ σημερινοί ρητορικς»37). Τό τραγικό θέατρο στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία ἦταν βαθιά ριζωμένο στούς πολιτικούς καί θρησκευτικούς θεσμούς της. Κατ᾿ ἀρχήν ἡ τραγωδία ἔχει θρησκευτική καταγωγή. Βλέποντας ἐμεῖς σήμερα τραγωδία εἶναι ἀδύνατον νά νιώσουμε τήν ἴδια θρησκευτική συγκίνηση πού ἔνιωθαν οἱ Ἀθηναῖοι μέ τήν παράσταση τῆς τραγωδίας. Εἶναι ἀδύνατον σήμερα νά νιώσουμε τό ρῖγος καί τό δέος πού διαπερνοῦσε τό ἀρχαῖο Ἕλληνα ὅταν ἔβλεπε τήν Ὀρέστεια, τόν Οἰδίποδα ἤ τήν Ἀντιγόνη. Ἀκόμη ἡ τραγωδία δέν ἀποτελοῦσε μία ἀμιγή μορφή τέχνης, δέν ἐπιτελοῦσε μία ψιλή αἰσθητική λειτουργία, ὅπως συμβαίνει μέ τό σύγχρονο θέατρο, ἀλλά ἕνα, κυριολεκτικῶς εἰπεῖν, κοινωνικό-πολιτικό θεσμό (« τραγωδία δέν εναι μονάχα μιά μορφή τέχνης, εναι νας κοινωνικός θεσμός, πού εσάγει πόλη μέ τήν δρυση τν τραγικν γώνων, πλάϊ  στά πολιτική καί δικαστικά της ργανα»38 θά πεῖ Βερνάν), ἀφοῦ πέρα ἀπό ἐργαστήριο παραγωγῆς πολιτικῆς σκέψεως καί προβληματισμοῦ τόσο ἡ σύνθεσή του (οἱ ἠθοποιοί καί ὁ τραγικός χορός ἦσαν πολῖτες), ὅσο καί ἡ ἀξιολόγησή του (οἱ κριτές ἦσαν πολῖτες καί, ἐπειδή ἡ ἐπιλογή γινόταν μέ κλήρωση, κάθε πολίτης ἦταν, δυνάμει τοὐλάχιστον, κριτής) ἐλάμβαναν χώρα ἀπό ἐνεργούς πολῖτες. Ἡ ἀθηναϊκή πολιτεία ἦταν μία θεατροποιημένη κοινωνία μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τοῦ ὅρου.39 Μάλιστα οἱ θεατρικές παραστάσεις στήν Ἀθήνα, ὅπως ἄλλωστε καί στίς ἄλλες ἑλληνικές πόλεις, διεξάγονταν κατά τίς θρησκευτικές ἑορτές (κυρίως τοῦ Διονύσου) καί ἡ Ἀθήνα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ Ξενοφν στήν θηναίων πολιτεία, εἶχει τίς περισσότερες ἑορτές ἀπό κάθε ἄλλη ἑλληνική πόλη.40  Πλάτων στά μισά τοῦ τετάρτου αἰῶνος, ὅταν πιά ἡ ποιητική φλέβα εἶχε στερέψει ὁριστικά, ὅπως μόλις παραπάνω εἴπαμε, χαρακτηρίζει τήν Ἀθηναϊκή πολιτεία τοῦ πέμπτου αἰῶνος, ἐπιτιμητικά βεβαίως, οὔτε ὡς δημοκρατία οὔτε ὡς ριστοκρατία, ἀλλ᾿ ὡς θεατροκρατία.41  Ρaul Cartledge ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Πλάτων ἐπινόησε τόν ὅρο θεατροκρατία γιά νά συνεπινοήσει τήν ὑπέρτατη ἐξουσία τοῦ θεατρικοῦ κοινοῦ θέλοντας νά ὁρίσει τή δικτατορία τῆς μάζας.42 Ὁ ἴδιος μάλιστα ἐρευνητής χαρακτηρίζει τό Ἀθηναϊκό κράτος τοῦ 5ου αἰώνα ὡς «θεατρικό κράτος» καί τόν Ἀθηναϊκό πολιτισμό ὡς «πολιτισμό τν παραστάσεων».43 Τόσο κυρίαρχο ρόλο καί μεγίστη λειτουργία στήν πολιτική ζωή καί – ὄχι μόνο – τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἔπαιζε τό τραγικό (καί τό κωμικό φυσικά) θέατρο.

Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι στήν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου ἦταν ἀδύνατο νά συγκεντρωθεῖ τό σύνολο τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν τῆς Ἀθήνας. Οἱ πιό ἐπίσημες καί κρίσιμες συνελεύσεις ἔπρεπε νά συγκεντρώσουν τουλάχιστον ἕξη χιλιάδες ἄτομα, ἀριθμός πού ἦταν πολύ δύσκολο νά ἐπιτευχθεῖ. Ὑποθέτουμε ὅτι τίς περισσότερες φορές ὁ ἀριθμός τῶν πολιτῶν πού παρευρίσκετο στίς συνελεύσεις δέν ὑπερέβαινε τίς τρεῖς-τρισήμισυ χιλιάδες.44  Μάλιστα ἀναφέρεται ὅτι ἠσκεῖτο τρόπο τινά κάποια βία  (ἔσπρωχναν τούς πολῖτες πρός τήν ἐκκλησία μέ ἕνα σχοινί βαμμένο μέ κόκκινη μπογιά), ὥστε νά συμπληρωθεῖ ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμός παρόντων.45

Οἱ δραματικοί ποιητές εἶχαν βαθιά συνείδηση τῆς σημασίας τῆς σπουδαιοτάτης αὐτῆς λειτουργίας τοῦ θεάτρου στήν πολιτική διαπαιδαγώγηση τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν. ριστοφάνης αἴφνης στήν κωμωδία του Βάτραχοι ἐξετάζει τό ρόλο πού μπορεῖ νά διαδραματίσει ἡ τραγική ποίηση στήν πόλη, στή λύση τῶν προβλημάτων της καί στή διαπαιδαγώγηση τῶν πολιτῶν. Ἔτσι στούς στίχους 1008 ἕως 1010 βάζει τόν Εὐριπίδη νά ἀπαντᾶ στήν καίρια ἐρώτηση τοῦ Αἰσχύλου “τίνος νεκα χρή θαυμάζειν νδρα ποιητήν;” ὡς ἑξῆς: “(ἕνεκα) δεξιότητος καί νουθεσίας, τι βελτίους ποιομεν τούς νθρώπους ν τας πόλεσι”. Ἐνῶ λίγο πιό κάτω στόν στίχο 1055 ὁ Αἰσχύλος ἀποκαλεῖ τόν ποιητή ὡς δάσκαλο τοῦ λαοῦ.

  Wilamonitz γράφει χαρακτηριστικά ὅτι « μηρος καί ο τραγικοί ποτελον γιά τήν λλάδα τόν Μωϋσ καί τούς προφτες».46

Ὅμως ἡ τραγωδία σχολιάζοντας τά πολιτικά δρώμενα ἐπιτελοῦσε καί ἕνα ἀκόμα σημαντικό ρόλο στήν πολιτική κονίστρα τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας: ἀναστοχαζόταν, ἀνασκοποῦσε τό ἴδιο τό φαινόμενο, τή φύση καί τά ὅρια τῆς δημοκρατίας. Μόνοι οἱ Ἕλληνες ἔφθασαν στήν ἀμφισβήτηση τῶν ἰδίων τῶν θεμελίων τοῦ πολιτισμοῦ τους. Ὅπως ἔχει χαρακτηριστικά γραφεῖ: « ρχαία λληνική κοινωνία εναι πρώτη κοινωνία πού θέτει ς προϋπόθεση τς λειτουργίας της τήν κριτική μφισβήτηση το διου το αυτο της – κόμη καί τν σχάτων θεμελίων της. Εναι πρώτη κοινωνία πού ρίζει τι θά πρέπει νά ξηγ γιατί εναι ατή πού εναι, νά ποδεικνύη συνεχς τό πς καί τό γιατί τς συστάσεώς της. Καί ν ο λλες κοινωνίες θεσμοθετον μηχανισμούς πιβολς το λόγου των, λληνική κοινωνία θεσμοθετε μηχανισμούς λλόγου λέγχου της».47  Τό δυσκολότερο πρᾶγμα γιά τή σκέψη, γράφει κάπου Χάϊντεγκερ, εἶναι νά στραφεῖ ἐνάντια στόν ἑαυτό της. Οἱ τραγικοί ποιητές ἐπιχειροῦσαν κριτική στήν ἴδια τή δημοκρατία, τουλάχιστον στίς ἀκραῖες δραστηριότητές της. Τό τραγικό (ἀλλά καί τό κωμικό) θέατρο ὑπέβαλε σέ κριτική ἀμφισβήτηση, ἀνάλυση καί ἔλεγχο τά ἴδια τά θεμέλια, τίς ἀρχές καί τούς πρωταγωνιστές τῆς δημοκρατίας. Σάϊμον Γκόντχιλ γράφει ἐπ᾿ αὐτοῦ: « τραγωδία δέν παρουσιάζει τόν ρωα ς λαμπρό παράδειγμα πού πρέπει νά κολουθήσουν ο νθρωποι, λλά ς να δύσκολο καί πικίνδυνο χαρακτήρα πορροφημένο πό τόν αυτό του, ποος φτάνει στήν πέρβαση χοντας πρτα βιώσει τό κόστος τς νομίας. πως πάντα, ο λληνες χουν καί γι᾿ ατό μιά φράση: ς μέσον πού σημαίνει “θέτω κάτι σέ δημόσια συζήτηση”. δημοκρατία περηφανεύεται γιά τό πόσο δεκτική εναι στήν μφισβήτηση. τραγωδία εναι θεσμός πού νεβάζει τή δεκτικότητα ατή στή σκηνή μέ κατεξοχήν ντυπωσιακό τρόπο. ττική κωμωδία δέν εναι λιγότερο προκλητική, μέ τό δικό της τρόπο βέβαια… Τά Μεγάλα Διονύσια, ατή πιχορηγούμενη πό τήν πόλη γιορτή, κάτω πό τήν κυριαρχία το χαμογελαστο καί πικίνδυνου Διόνυσου βαζαν σέ κίνδυνο μερικές πό τίς βασικές καί πιό ερές ρχές τς πόλης».48 Ἐν τέλει τά Μεγάλα Διονύσια ἦσαν “ἡ δημόσια κουλτούρα” τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας,49 ὅπου μέ τό περίβλημα τοῦ τραγικοῦ μύθου ἐτίθεντο σέ δημόσια συζήτηση καί στοχασμό ὅλα τά κοινά προβλήματα.

  Κατά τόν ριστοτέλη ἡ τραγωδία ἐπιτελεῖ τήν κάθαρσιν τῶν παθῶν, ἐγείροντας τόν λεον καί τόν φόβον στίς ψυχές τῶν θεατῶν. Ἐγείρεται συμπάθεια ἄρα καί ταύτιση μέ τούς πάσχοντες τραγικούς ἥρωες «ταν εκάζουμε τι θά μπορούσαμε νά μαστε κι μες θύματα κάποιος πό τούς δικούς μας καί κίνδυνος φαίνεται νά εναι κοντά μας» (Ἀριστοτέλους Ρητορική ΙΙ: 3). Ἑπομένως στήν τραγωδία ὑπάρχει συναισθηματική ταύτιση καί βιωματική μέθεξη τοῦ θεατῆ μέ τούς πάσχοντες τραγικούς ἥρωες. Ἀκόμη ὑπάρχει καί τό ἀπολαυστικό στοιχεῖο: “ πό λέου καί φόβου διά μιμήσεως δονή”.50 Οἱ τραγικοί ποιητές, ἐκμεταλλευόμενοι τήν συναισθηματική ταύτιση καί τήν ἡδονή πού προκαλεῖ ἡ τραγωδία, προσπαθοῦν νά προφυλάξουν τό Ἀθηναϊκό κοινό ἀπό τήν ὕβριν. Ὁ τραγικός ἥρωας καταστρέφεται δι᾿ μαρτίαν τινά, δηλ. γιά ἕνα ἐσφαλμένο ὑπολογισμό, γιά μιά τύφλωση τοῦ νοῦ, γιά ἕνα μοιραῖο ἐλάττωμα πού πρισιδιάζει στόν χαρακτῆρα τοῦ τραγικοῦ ἥρωα πού τόν ὁδηγοῦν στήν καταστροφή. Ὁ θεατής μέσω τῶν τραγικῶν παθημάτων συνειδητοποιεῖ πόσο εὔθραστη, ἀβέβαιη καί ἐφήμερη εἶναι ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία καί πόσο ἐκτεθειμένοι εἴμαστε σέ λανθασμένους ὑπολογισμούς ἤ ὑποκείμενοι σέ μοιραῖα ἐλαττώματα πού μποροῦν νά ἐπιφέρουν τήν καταστροφή.51 Ὁ τραγικός ποιητής προσπαθεῖ νά χαράξει τή μορφή, ἀλλά καί τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης δράσης, πέραν τῶν ὁποίων ἐλλοχεύει ἡ τη, ἡ συμφορά. Καί, ὅπως εὔστοχα γράφει Παναγιώτης Πανταζάκος, «ο ληθινά τραγικές συμφορές χουν τήν διομορφία νά πέφτουν πάνω σέ σους θέλουν νά κατευθύνουν ο διοι τή μορα τους»,52 παραβιάζοντας τά ὅρια τῆς θείας τάξεως πραγμάτων.

Οἱ δραματουργοί χαράσσουν μέ ἐπιμονή τά ὅρια τῆς πολιτικῆς καί γενικώτερα τῆς ἀνθρώπινης δράσης πέρα ἀπό τά ὁποῖα ἡ διολίσθηση στήν καταστροφή εἶναι ἄφευκτη. Συνεχῶς θυμίζουν στόν Ἀθηναῖο τήν ὑπευθυνότητά του ὡς ἔλλογου καί αὐτόνομου πολίτη: ὁ Ἀθηναῖος πολίτης εἶναι κύριος, αὐτεξούσιος τῶν πράξεών του, πρέπει ὅμως μέ σύνεση, μέτρο καί στοχασμό νά ἐπιλέγει ἐκεῖνες, τῶν ὁποίων οἱ ἐπιπτώσεις δέν θά εἶναι καταστροφικές γιά τόν ἴδιο καί τήν πόλη του. Κορνήλιος Καστοριάδης εἶναι χαρακτηριστικός ἐπ᾿ αὐτοῦ: «Δέν πάρχει λληνική τραγωδία, πάρχει μόνο θηναϊκή τραγωδία. Δέν παράγουν λες ο λληνικές πόλεις τραγωδία, οτε κν λες ο δημοκρατικές πόλεις. Μόνο κε πού κορυφώνεται ατοδημιουγία τς δημοκρατίας, στήν θήνα, μφανίζεται συγχρόνως καί τραγωδία. Χωρίς μφιβολία πίσης, διότι κριβς στήν θήνα – ξ ατίας τς σχύος τς θέσης της – κάτι πρεπε νά θυμίζει τι εμαστε λεύθεροι, πλήν μως, πως παρατηρε Hannah Arendt ν καί χουμε τή δυνατότητα νά κτελέσουμε πράξεις, δέν εμαστε ποτέ κύριοι τν πιπτώσεών τους, καί κυρίως – πειδή δέν πρόκειται περί λικν πιπτώσεων, δέν μιλον γι᾿ ατές ο τραγωδίες – δέν εμαστε κύριοι τς σημασίας τους. Ατό κριβς θυμίζει συνεχς τραγωδία στό θηναϊκό κοινό. Καί, πως γνωρίζετε, παρουσιαζόταν τσι, στε κατά κάποιο τρόπο νά συμμετέχουν ο πάντες σ᾿ ατή τή μεγάλη λαϊκή γιορτή. τραγωδία εναι θεσμός μέ πολύτως θεμελιώδη πολιτική διάσταση – μλλον πού παίζει θεμελιώδη ρόλο στούς θηναϊκούς πολιτικούς θεσμούς».53

8. Ἐπιλεγόμενα

  Τελικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι δέν ὠφελήθηκαν ὅσο ἔπρεπε ἀπό τή μαθητεία στήν τραγωδία. Ἡ δημοκρατία κατά τόν Κ. Καστοριάδη εἶναι ἕνα τραγικό πολίτευμα πού ἀπαιτεῖ τόν αὐτοπεριορισμό, τήν αὐτοσυγκράτηση τῶν πολιτῶν. «Ἡ αὐτονομία δέν εἶναι δυνατή παρά ἄν ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἡ πηγή τῶν νορμῶν της. Κατά συνέπεια, ἡ κοινωνία δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει αὐτό τό ἐρώτημα: Γιατί αὐτή ἡ νόρμα κι ὄχι ἐκείνη ἡ ἄλλη… Δέν μπορεῖ ἐπίσης νά ἀποφύγει τό ἐρώτημα τῶν ὁρίων τῶν πράξεών της. Σέ μιά δημοκρατία ὁ λαός μπορεῖ νά κάνει ὁτιδήποτε – καί ὀφείλει νά ξέρει ὅτι δέν πρέπει νά κάνει ὁτιδήποτε. Ἡ δημοκρατία εἶναι τό καθεστώς τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ· εἶναι συνεπῶς ἐπίσης τό καθεστώς τοῦ ἱστορικοῦ ρίσκου – ἄλλος τρόπος νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό καθεστώς τῆς ἐλευθερίας – καί ἕνα καθεστώς τραγικό. Ἡ μοίρα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας δείχνει αὐτό τό πράγμα. Ἡ πτώση τῆς Ἀθήνας – ἡ ἧττα της στόν Πελοποννησιακό πόλεμο – ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ὕβρεως τῶν Ἀθηναίων. Τώρα ἡ ὕβρις δέν ὑποθέτει ἁπλῶς τήν ἐλευθερία· ὑποθέτει ἐπίσης τήν ἀπουσία πάγιων νορμῶν, τήν θεμελιώδη ἀβεβαιότητα τῶν ἔσχατων σημασιῶν γιά τίς πράξεις μας.  (Ἡ χριστιανική ἁμαρτία εἶναι, φυσικά μιά ἔννοια ἑτερονομίας). Ἡ παραβίαση τοῦ νόμου δέν εἶναι ὕβρις, εἶναι ἕνα ὁρισμένο καί περιορισμένο παράπτωμα. Ἡ ὕβρις ὑπάρχει ὅταν ὁ αὐτοπεριορισμός εἶναι ἡ μόνη νόρμα, ὅταν παραβιάζονται ὅρια πού δέν ἦταν πουθενά ὁρισμένα». 54

Ὅσο ζοῦσε Περικλς καί προΐστατο τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας αὐτή λειτουργοῦσε ὁμαλά. Ὁ Περικλῆς “κατεχε τό πλθος λευθέρως, καί οκ γετο μλλον π᾿ ατο  ατός γε55 Μετάφραση (Ἐλ. Βενιζέλου): «συνεκράτει τόν λαόν, μολονότι σεβόμενος τάς ἐλευθερίας του, καί αὐτός μᾶλλον ὡδήγει αὐτόν παρά ὡδηγεῖτο ἀπό αὐτόν».56 Μετά τόν θάνατο τοῦ Περικλῆ τό πολίτευμα ἀπορρυθμίστηκε, ἐπικράτησαν οἱ δημαγωγοί, οἱ ἀχαλίνωτες φιλοδοξίες τους, ὁ Ἀθηναϊκός δῆμος ἀποθρασύνθηκε, περιέπεσε σέ ἄμετρη ἀσυδοσία καί τελικά αὐτοκαταστράφηκε.

* Δημοσιεύθηκε στήν λληνική Φιλοσοφική πιθεώρηση, τεὖχος 82, τόν Ἰανουάριο τοῦ 2011

Σημειώσεις

1 Τζώρτζ Στάϊνερ, Ὁ θάνατος τῆς τραγωδίας, μετάφραση Φώντα Κονδύλη, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα-Γιάννινα 1988, σελ. 7
2 Adrian Poole, Τραγωδία, μετάφραση Βικτωρίας Σμοκοβίτη, Oxford Yniversity Press, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2007, σελ. 59-60
3 Παράθεμα ἀπό τό Ἐ. Π. Παπανούτσου, Αἰσθητική, ἐκδ. Ἵκαρος, Ἀθήνα 1976, σελ. 286
Ἐπίσης βλ. Γκέοργκ Χέγκελ, Αἰσθητική, μετάφραση Σταμάτη Γιακουμῆ, Νομική Βιβλιοθήκη, Ἀθήνα χ.χ. σσ. 640-641
4 Ζεράρ Μπρά, Ὁ Χέγκελ καί ἡ τέχνη, μετάφραση Στρατῆ Πασχάλη, ἐπιμέλεια Γεράσιμου Βώκου, ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα 2000, σελ. 127
5 Albert Camus, “Τό μέλλον τῆς τραγωδίας” στήν Ἐποπτεία, μετάφραση Μπάμη Λυκούδη, τεῦχος 88, Μάρτιος 1984, σσ. 211-216
6 Adrian Poole, ἔνθ. ἀν., σελ. 33
7 Jean-Pierre Vernant, “Μῦθος καί τραγωδία” στό Amelie O. Rorty, 6+1 Δοκίμια γιά τήν Ποιητική τοῦ Ἀριστοτέλη, μετάφραση Κατερίνας Χατζοπούλου, ἐπιμέλεια Δανιήλ Ἰακώβ, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 61
8 Karl Jaspers, Περί τοῦ τραγικοῦ, μετάφραση Θεόδωρου Λουπασάκη, ἐκδ. Ἔρασμος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 19
9 Jean-Pierre Vernant, “Μῦθος καί τραγωδία” στό Amelie O. Rorty, 6+1 Δοκίμια γιά τήν Ποιητική τοῦ Ἀριστοτέλη, μετάφραση Κατερίνας Χατζοπούλου, ἐπιμέλεια Δανιήλ Ἰακώβ, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 61
10 Patrice Pavis, Λεξικό τοῦ Θεάτρου, μετάφραση Ἀγνῆς Στρουμπούλη, γενική ἐπιμέλεια Κώστα Γεωργουσόπουλου, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 2006, σελ. 463
11 Παράθεμα ἀπό τό ἀνωτέρω μνημονευθέν βιβλίο τοῦ Karl Jaspers, σελ. 64
12 Jean-Pierre Vernant−Pierre Vidal-Naquet, Μῦθος καί Τραγωδία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, τόμος Β, μετάφραση Ἀριάδνης Τάττη, ἐκδ. Ἰ. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα 1991, σελ. 101-102
13 Albert Camus, ἔνθ. ἀν., σελ 213
14 Βασιλείου Κύρκου, “Τό κράτος τῶν θεῶν καί ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία” στόν Τιμητικό Τόμο τοῦ Κώστα Ε. Μπέη ὡς αἷνος τῆς Ἀττικῆς διαλέκτου, τόμος τέταρτος, ἐκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα 2003, σσ. 3029-3053
15 Jean-Pierre Vernant, “Μῦθος καί τραγωδία” στό Amelie O. Rorty, 6+1 Δοκίμια γιά τήν Ποιητική τοῦ Ἀριστοτέλη, μετάφραση Κατερίνας Χατζοπούλου, ἐπιμέλεια Δανιήλ Ἰακώβ, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 58
16 Christian Meier, Ἡ Ἑλληνική καταγωγή τῆς πολιτικῆς, μετάφραση Νίκου Στεφάνου, ἐκδ. Χιωτέλλη, Ἀθήνα 2007, σελ. 15-16
17 Fransis Wolff, Ὁ Ἀριστοτέλης καί ἡ πολιτική, μετάφραση Κώστα Ν. Πετρόπουλου, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1995, σελ. 13
18 Rose-Marie Lamy, Ξανασκεφτόμαστε τή δημοκρατία, μετάφραση Σπύρου Γ. Γεωργακόπουλου, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2005, σελ. 12-13
19 Rose-Marie Lamy, ἔνθ. ἀν., σελ. 25
20 Rose-Marie Lamy, ἔνθ. ἀν., σελ. 26
21 Δ. Κουτσογιαννοπούλου-Θηραίου, Ἱστορική εἰσαγωγή εἰς τήν φιλοσοφίαν, ἐκδόσεις Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1974, σελ. 23
22 Ἰλιάδα Ι 443: Μύθων τε ρητῆρ ἔμμεναι πρηκτῆρα τε ἔργων
23 Ernst Cassirer, Δοκίμιο γιά τόν ἄνθρωπο. Εἰσαγωγή στή φιλοσοφία τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, ἐκδ. Κάλβος, Ἀθήνα 1985, σελ. 171
24 Jacqueline de Romilly, Ἡ ἔξαρση τῆς δημοκρατίας στήν ἀρχαία Ἀθήνα, μετάφραση Μπάμπη Ἀθανασίου καί Κατερίνας Μηλιαρέση, ἔκδ. Τό Ἄστυ, Ἀθήνα 2006, σελ. 37
25 Ἀριστοτέλους, Πολιτικά 1275 a 22-23
26 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), Ὁδηγός γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία ἀπό τό Πανεπιστήμιο τοῦ Καῖμπριτζ, μετάφραση Λίνας Ρόζη καί Κώστα Βουλάκου, Πανεπιστημιακές ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2007, σελ. 192 κ. ἑξ.
27 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), ἔνθ. ἀν., σελ. 196
28 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), ἔνθ. ἀν., σελ. 191
29 Ἰωάννου Σ. Τουλουμάκου, Ἡ θεωρητική θεμελίωση τῆς δημοκρατίας στήν κλασσική Ἑλλάδα, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1979, σελ. 27
30 Αἰσχύλου, Ἱκέτιδες, μετάφραση Κ. .Χ. Μύρη, εἰσαγωγή-σχόλια Ἀθ. Φραγκούλη, ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα 1997, σελ. 79
Ὁ Γρηγόριος Βερναρδάκης στό Λεξικόν Ἑρμηνευτικόν τῶν ἐνδοξοτάτων Ἑλλήνων ποιητῶν καί συγγραφέων στό λῆμμα πληθύνω δίδει τήν ἑξῆς ἑρμηνεία τοῦ στίχου: «πόσον (πολλαί) εἶνε αἱ ὑπερισχύουσαι χεῖρες τοῦ δήμου (διότι διά χειροτονίας ἐγίνετο ἡ ἀπόφασις)».
31 Ἰωάννου Σ. Τουλουμάκου, ἔνθ. ἀν., σελ. 27
32 Αἰσχύλου, Ἱκέτιδες, μετάφραση Κ. .Χ. Μύρη, εἰσαγωγή-σχόλια Ἀθ. Φραγκούλη, ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα 1997, σελ. 89
33 Στό Λεξικό Liddel-Scott στό λῆμμα πληθύνω δίδεται ἡ ἑξῆς ἑρμηνεία: «φέρω εἰς πέρας διά πλειονοψηφίας, ἀποφασίζω».
34 Christian Meier, Ἡ πολιτική τέχνη τῆς Ἀρχαίας Τραγωδίας, μετάφραση Φλώρας Μανακίδου, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1997, σελ. 187
35 Δανιήλ Ἰ. Ἰακώβ, Ἡ ποιητική τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας, ἐκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 2001, σελ. 55-56
36 Ἀριστοτέλους, Περί ποιητικῆς 1450 b 17
37 Άριστοτέλους, Περί ποιητικῆς, μετάφρασις ὑπό Σίμου Μενάρδου, εἰσαγωγή, κείμενον καί ἑρμηνεία ὑπό Ἰωάννου Συκουτρῆ, Ἐστία, Ἀθῆναι χ.χ., σελ. 64 (τοῦ κειμένου)
38 Jean-Pierre Vernant, Μῦθος καί κοινωνία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, μετάφραση Στέλλας Γεωργούδη, ἐκδ. Ἰ. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 27
39 Jean Charles Morreti, Θέατρο καί κοινωνία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, μετάφραση Ἑλένης Δημητρακοπούλου, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2002, σελ. 240
40 Ξενοφῶντος, Ἀθηναίων πολιτεία ΙΙΙ, 2: “Πῶς γάρ ἄν οῐοί τε εἶεν, οὕστινας πρῶτον μέν δεῖ ἑορτάσαι ἑορτάς ὅσας οὐδεμία τῶν ἑλληνίδων πόλεων”
41 Πλάτωνος, Νόμοι 710 a
42 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), ἔνθ. ἀν., σελ. 11
43 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), ἔνθ. ἀν., σελ. 7
44 Jaqueline de Romilly, ἔνθ. ἀν., σελ. 29
45 Jaqueline de Romilly, ἔνθ. ἀν., σελ. 29
46 Ulrich von Wilamovitz-Moellendorff, Ἡ Ἀττική τραγωδία. Γένεση καί διαμόρφωση ἑνός εἴδους, μετάφραση Ἠλία Τσιριγκάκη, ἐπιμέλεια Δανιήλ Ἰ. Ἰακώβ, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003, σελ 65
47 Παναγιώτη Δρακόπουλου, Μεσαίωνας ἑλληνικός καί δυτικός, ἐκδ. Παρουσία, Ἀθήνα 2002, σελ. 37
48 Σάϊμον Γκόλντχιλ, Ἔρωτας καί τραγωδία, μετάφραση Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2004, σελ. 311-312
49 Σάϊμον Γκόλντχιλ, ἔνθ. ἀν., σελ. 312-313
50 Ἀριστοτέλους, Ποιητική 1453 b 12
51 Δανιήλ Ἰ. Ἰακώβ, ἔνθ. ἀν., σελ. 69
52 Παναγιώτη Ν. Πανταζάκου, “Τό τραγικό στόν Ἕγελο καί στόν Σοφοκλῆ” στήν Ἑλληνική Φιλοσοφική Ἐπιθεώρηση, τεῦχος 45, Ἀθήνα Σεπτέμβριος 1998, σς 280-285.
53 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα, μετάφραση Ξενοφῶντα Γιαταγάνα, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2007, σσ. 63-64
54 Κορνηλίου Καστοριάδη, Χῶροι τοῦ ἀνθρώπου, μετάφραση Ζήση Σαρίκα, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1995, σελ. 198-199
55 Θουκυδίδου, Ἱστορίαι ΙΙ, 65
56 Θουκυδίδου, Ἱστορίαι, μετάφρασις Ἐ. Κ. Βενιζέλου, Ἐστία, Ἀθήνα χ.χ., σελ 111

Η ανάρτηση πλαισιώνεται από σχεδίασμα θεατρικών κοστουμιών, φιλοτεχνημένο από τον Σπύρο Βασιλείου.

ΠΗΓΗ: 15 Μαρτίου 2018, Aντίφωνο.

Ο Φώτης Σχοινάς είναι συνταξιούχος φιλόλογος εκπαιδευτικός και πρώην σχολικός σύμβουλος.

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τΜτΒ.