Αρχείο ετικέτας Σέβη Κωνσταντινίδου

Το έβγαλες;

Το έβγαλες;

Της Σέβης Κωνσταντινίδου

–  Το έβγαλες;

–  Ποιο;

–  Για να ρωτάς, δεν το έβγαλες, μου είπε στο τηλέφωνο. Η γιαγιά, μια Μεγάλη Πέμπτη πριν χρόνια πολλά.

–  Θα το βγάλω, τώρα.

–  Τώρα  είναι αργά. Σιγά μην σε περιμένουν μέχρι τις 12.

–  Με περιμένουν, σιγά μην φύγουν. Κλείσε.

Και το έβγαλα. Και το βγάζω κάθε Μεγάλη Πέμπτη. Το κόκκινο πανί. Και το αφήνω όλη την ημέρα. Μέχρι τις δώδεκα το βράδυ. Και μπορεί και να είμαι η μόνη, μα καθόλου δεν με πειράζει. Όπως δεν με πειράζει που θυμιάζω κάθε παραμονή Χριστουγέννων και παραμονή Πρωτοχρονιάς. Δηλαδή όχι εγώ, βάζω τον άντρα μου να θυμιάσει γιατί έτσι θέλει το έθιμο, το αντέτι. Α, όλα κι όλα εμείς σεβόμαστε τους άντρες μας και δεν τους παραγκωνίζουμε. Εμείς εκεί στα ορεινά.

Συνέχεια

Αναχωρήσεις, της Σέβης Κωνστ.

Αναχωρήσεις

Της Σέβης Κωνσταντινίδου*

Βγήκε ο κήρυκας στην αγορά

Έσυρε τα σανδάλια του στον κεντρικό πεζόδρομο.

Συνέχεια

Αποφάσεις, της Σέβης Κωνστ.

Αποφάσεις

Της Σέβης Κωνσταντινίδου*

Ξυπόλητος και με κοντό το παντελόνι  τρέχει στην τελευταία την στροφή,
εκεί,  ανάσες παίρνει  καθώς το στήθος το μικρό φουσκώνει  ξεφουσκώνει …
αυτή την πεταλούδα ποτέ δεν θα την φτάσει,
ατέλειωτο κυνηγητό και πάντα τον νικάει
στο ίδιο το σημείο, εδώ, σαν φτάσει πάντα χάνει.

Συνέχεια

Πρωί Πρωί, της Σέβης Κωνστ.

Πρωί Πρωί

Της Σέβης Κωνσταντινίδου*

f-b.jpg

Μες το μακρύ το νυχτικό και τη λευκή δαντέλα
πρωί πρωί κατέβαινες τις σκάλες όλο χάρη∙
τα δυο φλιτζάνια του καφέ το χέρι σου θα πάρει
και θα τ΄αφήσει δίπλα μου∙ θα με φωνάξεις, «έλα».

Συνέχεια

Αποδράσεις, της Σέβης Κωνστ.

Αποδράσεις

Της Σέβης Κωνσταντινίδου*

Μ΄ ένα κλωνί βασιλικό στα χέρια να μυρίζω
και μ΄ ένα άσπρο φόρεμα μια μέρα
θα το σκάσω
Θ΄ανέβω πόθους και χαρές
χαλίκια θα πατήσω
και τα γυμνά τα πόδια μου θα τρέχουν στα λαγκάδια.

Συνέχεια

Δυο τσιγάρα δρόμος

Δυο τσιγάρα δρόμος

Της Σέβης Κωνσταντινίδου

«Δάσκαλος, λοιπόν, ε; μάλιστα», είπε και τον κοίταξε άλλη μια φορά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Πρώτη φορά φέτος εδώ;» ρώτησε. Ξανακούνησε ο άλλος το κεφάλι. «Κορφοβούνι», συνέχισε. Τον χειμώνα λίγο δύσκολο. Μετά την άνοιξη χαρά Θεού, θα δει. Αυτός; Ε, να εδώ, με τα ζωντανά. Κατσίκια και πρόβατα. Πάνω κάτω, κάτω πάνω στις πλαγιές ολημερίς. Τώρα στις στάνες, ναι, εκεί πάει.

Συνέχεια