«Πρόληψη»: προλήψεις και προκαταλήψεις

«Πρόληψη»: προλήψεις και προκαταλήψεις

Του Δημήτρη Υφαντή*

Η «Πρόληψη», για την αντιμετώπιση των «ναρκωτικών» στη σύγχρονη εποχή, συναντάται στο λεξιλόγιό μας με μεγάλη συχνότητα περί τα μέσα της δεκαετίας του 80. Ήταν τότε που τέθηκε έντονα στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα των εξαρτήσεων από ουσίες. Βεβαίως, η εξάρτηση, για να αποκτήσει διαστάσεις κοινωνικού φαινόμενου απαιτεί «χώρο» και περιεχόμενο μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτισμικό, οικογενειακό, ψυχοσυναισθηματικό πλαίσιο. Αυτός είναι και ο λόγος που η εξάρτηση θεωρείται ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο με βαθύ κοινωνικό χαρακτήρα. Συνεπώς, και η «Πρόληψη» δεν μπορεί παρά να είναι πολυπαραγοντική και να αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα στοχεύοντας τους παράγοντες που συμβάλλουν στη γέννηση κι εξέλιξη του φαινόμενου της εξάρτησης.

Όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη της «Πρόληψης». Όμως συχνά ελλείψει επιστημονικής – θεωρητικής συνέπειας, κατάρτισης, εμπειρίας, συνέχειας ενεργειών, αλλά και πολιτικών επιλογών διατυπώνονται οι πλέον αντιφατικές προτάσεις για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων. Στον όρο «Πρόληψη» πολλές φορές συμβαίνει να προσδίδεται διαφορετικό περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση, αβεβαιότητα ή και πανικός στους αποδέκτες των προληπτικών δραστηριοτήτων.

Λίγα λόγια για τον ορισμό

Κατ’ αρχάς είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί, ότι ο όρος «Πρόληψη» χρησιμοποιείται συμβατικά και αυτό επειδή:

α) Ο συνολικός χρόνος μιας προληπτικής παρέμβασης εξ αντικειμένου είναι μικρής έκτασης και οι πιθανότητες άμεσης επιρροής των συμμετεχόντων σ’ αυτή είναι περιορισμένες. Τα ερεθίσματα, τα μηνύματα και οι επιρροές, που δέχεται ένας ενήλικας ή ένας νέος άνθρωπος, καθημερινά κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου, από τις συναναστροφές, τις δραστηριότητές του, τα μέσα επικοινωνίας κλπ. ποσοτικά καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού του χρόνου. Οπότε, η ολιγόωρη συμμετοχή του σε μια προληπτική δραστηριότητα, για ορισμένο χρονικό διάστημα, δεν είναι δυνατό να διαμορφώσει την προσωπικότητα, τις αντιλήψεις, τις στάσεις και συμπεριφορές του.

β) Οι μεταβολές στις στάσεις των ανθρώπων απαιτούν χρόνο και η κάθε προσωπικότητα έχει διαφορετικούς ρυθμούς και «χρόνους». Οι αλλαγές, επίσης, επέρχονται μέσα από αλληλεπιδράσεις, που εγγράφονται διαφορετικά από πρόσωπο σε πρόσωπο. Να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενες μεταβολές, στο πλαίσιο της «Πρόληψης», αφορούν καταστάσεις και σχέσεις, οι οποίες δυσκολεύουν γενικότερα τη ζωή ενός ανθρώπου.

γ) Η προληπτική παρέμβαση (πρωτοβάθμια πρόληψη) δεν είναι εξατομικευμένη, όπως η θεραπεία (δευτεροβάθμια πρόληψη) ή η κοινωνική επανένταξη (τριτοβάθμια πρόληψη). Δεν είναι οριοθετημένη χρονικά και δεν είναι αυστηρά δομημένη (αρχή, μέση, ολοκλήρωση-αποτέλεσμα), όπως συμβαίνει στις δύο άλλες βαθμίδες «Πρόληψης». Στις δυο τελευταίες δεν γίνεται λόγος για παρέμβαση, αλλά για συστηματική συμμετοχή, συχνά σε 24ωρη βάση, του αποδέκτη των φροντίδων θεραπείας ή επανένταξης.

δ) Δεν υπάρχει δυνατότητα ποιοτικής μέτρησης, αξιολόγησης και βαθύτερης αποτίμησης των επιρροών που δέχτηκε ένας ενήλικας ή ένας νέος από μια προληπτική παρέμβαση σε βάθος χρόνου.

Για τους λόγους αυτούς ίσως πιο δόκιμοι είναι οι όροι όπως: προληπτικές δραστηριότητες, προληπτικές παρεμβάσεις, ενέργειες προληπτικού χαρακτήρα, προληπτικές κινήσεις κλπ.

Ενέργειες και παρενέργειες

Οι προληπτικές δραστηριότητες απευθύνονται, κατά κύριο λόγο, σε ομάδες του πληθυσμού που δεν έχουν άμεση σχέση με τη χρήση ουσιών. Είναι προφανές, από την έως τώρα εμπειρία, ότι τα μοντέλα περιορισμού, χειραγώγησης και νουθεσίας, καθώς και οι τακτικές εκφοβισμού είναι αναποτελεσματικά. Επίσης, η απλή ενημέρωση – πληροφόρηση του κοινού, σχετικά με τις ανεπιθύμητες συνέπειες της χρήσης ουσιών δεν είναι δυνατό να επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση με τις κατά καιρούς μεμονωμένες προληπτικές κινήσεις, η σύγχρονη προσέγγιση στο θέμα της «Πρόληψης» χρήσης ουσιών επικεντρώνεται στην ευαισθητοποίηση και συνεχή «εκπαίδευση» των ατόμων και όχι στην τυπική συμμετοχή ή μεταφορά πληροφοριών.

Ο καταναλωτισμός ως αντίληψη και τρόπος ζωής έχει καταλάβει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα του ανθρώπου. Οι ρυθμοί της ζωής έχουν γίνει ανάλογοι του «πολύτιμου τηλεοπτικού χρόνου» εκτοπίζοντας όλους τους άλλους, πρώτα και κύρια τον ιστορικό χρόνο. Είναι ενδιαφέρον ότι και η «Πρόληψη» πολλές φορές χρησιμοποιείται και αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό προϊόν. Έτσι που να παρακάμπτεται η ουσία της. Οι απλοϊκές ντετερμινιστικές απαντήσεις στα ερωτήματα για τους αιτιολογικούς παράγοντες της εξάρτησης, όπως ότι υπαίτιοι είναι «οι έμποροι ναρκωτικών», «οι κακές παρέες», «η διαλυμένη οικογένεια» κλπ. συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Ως επακόλουθο ή συμπλήρωμα αυτών έρχονται οι τεχνικές, οι οποίες τα τελευταία χρόνια, κυριαρχούν και υποκαθιστούν την επιστήμη σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και όχι μόνο ζωής. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την «Πρόληψη», η οποία πολλές φορές λόγω της επικέντρωσής της στις τεχνικές, αποκτά τυπικό-μηχανιστικό χαρακτήρα, μακριά από τις πραγματικές ψυχικές, πνευματικές, πολιτισμικές, ηθικές και λοιπές ανάγκες, ιδίως των νέων ανθρώπων.

Με το βλέμμα στραμμένο στον έφηβο

Σύμφωνα με την εμπειρία, όπως και από τη βιβλιογραφία, η γνωριμία με τις ουσίες συμπίπτει με την εμφάνιση των δυσκολιών της εφηβείας, καθώς η ψυχική οργάνωση που χαρακτηρίζει αυτές τις ηλικίες υποθάλπεται από βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις. Γίνεται κατανοητό έτσι, ότι η υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς κινδύνου, όπως η χρήση τοξικών ουσιών, καθώς και η επιλεγόμενη ουσία, έρχονται, για να καλύψουν πολύ συγκεκριμένες ανάγκες. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα στην ζωή των εφήβων.

Η εφηβεία δεν είναι μόνο βιολογικό φαινόμενο. Έχει βαθύ ψυχοκοινωνικό χαρακτήρα και αφορά ιδιαίτερα τους ενήλικες (γονείς, εκπαιδευτικούς κλπ.), οι οποίοι έχουν καθημερινή επαφή και σχέση με τους εφήβους. Εξάλλου, οι έφηβοι αναπτύσσονται «καθ’ εικόνα και ομοίωση» του περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Βάσει αυτών ένα σημαντικό μέρος των προληπτικών δραστηριοτήτων είναι προσανατολισμένο στην εφηβεία.

Οι στόχοι

Η «Πρόληψη» αποσκοπεί στην ανάπτυξη μηχανισμών του ατόμου, μέσα από τη γνώση και το βίωμα, που θα του επιτρέψουν να αντισταθεί στη χρήση ουσιών. Θα το ενισχύσουν στην κατανόηση των δυσκολιών του και στην υιοθέτηση μιας άλλης προσέγγισης των ζητημάτων που το απασχολούν. Έτσι που να αντιμετωπίζει τους παράγοντες κινδύνου αλλά και γενικότερα ζητήματα ψυχοκοινωνικής υγείας.

Σχετικά με τους εφήβους, στρατηγικός στόχος της «Πρόληψης» είναι: Η «κατάληψη» από τον νέο άνθρωπο της θέσης που του ανήκει στην κοινωνία, με την εμπλοκή του σε διαδικασίες κοινωνικοποίησης. Στόχος, επίσης, είναι, να του δοθεί η δυνατότητα να βρει αυτή τη θέση ή εν πάση περιπτώσει να διεκδικήσει αυτή τη δυνατότητα, με αρωγούς τους ενήλικες που τον περιβάλλουν.

Οι μέθοδοι και το περιεχόμενο

Οι τρόποι υλοποίησης των στόχων της «Πρόληψης» ποικίλουν και εξαρτώνται από τις υπάρχουσες συνθήκες και ανάγκες του κάθε χώρου. Οι προληπτικές δραστηριότητες απευθύνονται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες.

Η προσέγγιση απαιτείται να είναι διεπιστημονική και οι προληπτικές δραστηριότητες να μην παραπέμπουν σε μάθημα, σεμινάριο ή διάλεξη. Επιδίωξη είναι να έχουν βιωματικό χαρακτήρα, χωρίς να υποδεικνύουν ή να υπαγορεύουν τις λύσεις. Είναι σημαντικό να δίνουν γνώσεις και την πραγματική εικόνα της υπάρχουσας κατάστασης σχετικά με τη χρήση ουσιών. Έτσι που να καταλαγιάζουν την υπέρμετρη ανησυχία, την αβεβαιότητα, το άγχος ή τον πανικό, προκειμένου να υπάρχει ψύχραιμη αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος. Όπως επίσης, να κινητοποιούν και να αλλάζουν το κλίμα σχέσεων μέσα στην ομάδα στόχο. Με άλλα λόγια να διακινούν τα δυναμικά της ομάδας.

Ενδεικτικά οι θεματικές ενότητες ή τα ερωτήματα που μπορούν να τίθενται για συζήτηση, επεξεργασία ή δράση, αναλόγως της σύνθεσης της ομάδας, μπορούν να είναι ορισμένα από τα ακόλουθα:

Τι είναι αυτό που επιδιώκουμε να προλάβουμε;

Τι είναι η εξάρτηση; Πώς εγκαθίσταται η εξάρτηση; Ποιος είναι ο εξαρτημένος;

Ποια είναι η οικογένειά του; Ποιοι είναι οι αιτιολογικοί παράγοντες της εξάρτησης;

Η πολυσημία της ζωής και οι εναλλακτικές λύσεις προβλημάτων.

Η εφηβεία και τα χαρακτηριστικά της.

Ταυτότητα και ετερότητα. Ατομικισμός, ατομικότητα και συλλογικότητα (Λήψη αποφάσεων για τον εαυτό μου. Λήψη συλλογικών αποφάσεων). Η ενίσχυση της διαφορετικότητας.

Οι σχέσεις με τους άλλους (ενήλικες, ομηλίκους, το άλλο φύλλο κλπ.).

Ο ρόλος της οικογένειας.

Το σχολείο και η σχολική κοινότητα.

Η «ομάδα μας».

Η τέχνη και οι προληπτικές ιδιότητές της.

Η παρέμβαση της «ομάδας μας» στην κοινότητα.

Για την πρωτοβάθμια πρόληψη δεν υφίσταται ένα κοινώς αποδεκτό μοντέλο, δεν θα ήταν δυνατό, άλλωστε, κάτι τέτοιο. Από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει το εμβόλιο της «Πρόληψης», συνεπώς μαγικές λύσεις. Η απάντηση μπορεί να δοθεί από το κοινωνικό σώμα με την εκφορά ενός διαφορετικού λόγου, με τη διαμόρφωση διαφορετικών σχέσεων και την ανάπτυξη διαφορετικών πρακτικών.

Ολοκληρώνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι προληπτικές κινήσεις αφορούν όλους και όχι μόνο τους ειδικούς. Είναι διαδικασίες που δεν αναπαράγουν στερεότυπα, αλλά αντιθέτως προάγουν τον ισότιμο διάλογο, την αναζήτηση, την ανταλλαγή, την ανατροφοδότηση και τις αμφίδρομες διεργασίες του προσώπου με το περιβάλλον του

Βιβλιογραφία

Γιαννούσης Γιώργος, «Η πρόληψη της τοξικομανίας ως διακύβευμα της νεωτερικότητας», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 101, 2008, σσ.149-153.

Ζλατάνος Δ., Δάλλα Ι., Σπυροπούλου Ε., Αλεκτορίδης Π., «Η συμβολή της στρατιωτικής θητείας στην πρόληψη της χρήσης παράνομων εξαρτησιογόνων ουσιών», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 72, 2000, σσ.128-138.

Κυρίτση Ιωάννα, Τσιώτρα Σωτηρία, «Παρέμβαση πρωτογενούς πρόληψης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 72, 2000, σσ.119-127.

Λάιος Νίκος, «“Κράτος Πρόνοιας” και πρόληψη των εξαρτήσεων στη σκιά της εξατομικευμένης ευθύνης», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 114, 2011, σσ.20-34.

Μάτσα Κατερίνα, «Τρόποι να ονειρευτείς έναν άλλο τρόπο ζωής. Καινοτόμες προσεγγίσεις στη πρόληψη της τοξικομανίας», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 71, 2000, σσ.107-110.

Μάτσα Κατερίνα, «Η ανάγκη για μια πολιτική πρόληψης από το αλκοόλ και τις άλλες ουσίες», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 93, 2006, σσ.61-66.

Μάτσα Κ., Κρασανάκης Σ., Παπαδή Μ., Σφηκάκη Μ., «Πρόληψη της τοξικομανίας. Η απομυθοποίηση ενός φαινόμενου», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 41, 1993, σσ.73-41.

Μπαρδάνης Γιώργος, «Πρόληψη της χρήσης ναρκωτικών. Παρουσίαση περιστατικών», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 73, 2001, σσ.35-42.

Παπαλάμπρου Βασιλική, «Ισοτιμία θεσμών. Θεμέλιο συνεργασιών για σύγχρονα εγχειρήματα κοινωνικής παρέμβασης», περ. Τα Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 4, 2016, σσ.135-140.

Παπατριανταφύλλου Σπύρος, Μουλά Καλλιόπη, «Παρουσίαση σεμιναρίου για Εκπαιδευτικούς που εφαρμόσθηκε σε γυμνάσια του Δήμου Καλλιθέας από το Πρόγραμμα “ΘΗΣΕΑΣ” στο πλαίσιο της πρόληψης», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 70, 2000, σσ.137-143.

Συλλογή άρθρων, Ανάμεσα σε κρότους και σιωπές, Ιστότοπος Σωματείου των εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας.

Συλλογικό έργο, Κοινότητα, πρόληψη, των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης. Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις (ηλεκτρονικό βιβλίο), Αθήνα, 2016, Ιστότοπος Σωματείου των εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας.

Σφηκάκη Μαρία, «Η πρόληψη της τοξικομανίας και ο ρόλος των γονέων. Ομάδες γονέων», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 88, 2004, σσ.84-89.

Τριανταφύλλου Παναγιώτης, «Η πρόληψη των εξαρτήσεων, ως ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υγείας, άμυνα σε μια εποχή διευρυμένης επίθεσης στο κοινωνικά ευάλωτο και διαφορετικό», περ. Τετράδια Ψυχιατρικής, τευχ. 118, 2012, σσ.64-66.

* Ο Δημήτρης Υφαντής είναι διδάκτορας Κοινωνιολογίας / υπεύθ. Τμήματος Έρευνας και Εκπ/σης της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω.

ΠΗΓΗ: Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο 5ο τεύχος του Σελιδοδείκτη, Φθινόπωρο 2018. Το είδα: 27 Ιουνίου 2019, https://selidodeiktis.edu.gr/2019/06/27/

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.