Ο ΟΡΦΑΝΟΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Ο ΟΡΦΑΝΟΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Του Κώστα Υψηλάντη

Σαν σήμερα, ήταν, που ο μοναχογιός της οδού Κρίνων 16, ο Γιάννης,  έχασε την πατρική και μητρική φροντίδα. Από τότε, έχουν περάσει πέντε χρόνια και ο Γιάννης περνά την εφηβική του ζωή, μαζί με την γιαγιά του, το μόνο πρόσωπο της οικογένειας που έχει απομείνει κοντά του. Ο παππούς του, ο συνονόματος Γιάννης, τον άφησε για πάντα, μετά από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, δυό χρόνια πριν τον θάνατο των γονιών του.

Ο Γιάννης, που είναι τώρα 15 χρονών, πηγαίνει στην πρώτη τάξη του Λυκείου, και μέσα από την εργασία του μαθητή και του μαθητευόμενου εργάτη, προσπαθεί να διώξει τον ανθρώπινο πόνο έχοντας σύντροφο το τίμιο φιλότιμο. Το πρωί εργάζεται, πηγαίνει σαν μαθητευόμενος σε ξυλουργείο, και μετά τέσσερεις ώρες δουλειά, αρχίζει το διάβασμα του σχολείου. Το Νυκτερινό Σχολείο αρχίζει νωρίς το απόγευμα, και ο Γιάννης σκέπτεται το μελλοντικό του επάγγελμα πολύ σοβαρά.

Η γιαγιά Ευαγγελία αγαπάει τον Γιάννη, πιο πολύ από την συγχωρεμένη κόρη της και τον γαμπρό της. Γι αυτήν, ο Γιάννης είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει για συντροφιά και για κουβέντα. Μετά τον θάνατο του άνδρα της, αλλά περισσότερο, μετά τον θάνατο της κόρης της και του γαμβρού της, δεν βρίσκει καμιά παρηγοριά στην συντροφιά με τις φίλες της. Αλλά και για τον Γιάννη, η γιαγιά Ευαγγελία  είναι η δεύτερη μητέρα. Όταν ήταν, πρώτη χρονιά ορφανός στην Πέμπτη δημοτικού, η γιαγιά τον πήγαινε καθημερινά στο Σχολείο, με τα δάκρυα να πλένουν καθημερινά το γερασμένο της πρόσωπο. Την άλλη χρονιά, ο Γιάννης  πήγαινε μόνος του Σχολείο και άρχισε από νωρίς τα σχέδια του για το καινούργιο του μέλλον. Ο δάσκαλος του, που έμαθε τον θάνατο των γονιών του, τον βοήθησε πολύ ψυχικά να ξεπεράσει την απελπισία και την παιδική κατάθλιψη. Στο Γυμνάσιο, ο Γιάννης γνώρισε  καινούργιους συμμαθητές αλλά άργησε να πιάσει φιλίες. Ο απότομος θάνατος των γονιών του, που επήλθε μετά από ένα τροχαίο συμβάν που είχαν μαζί μ΄ένα φιλικό τους ζευγάρι, του είχε αφήσει ακόμη, αναπλήρωτο  κενό.

Η γιαγιά Ευαγγελία, κάθε βράδυ, σκέπτεται πολύ, ατέλειωτες ώρες, πρίν κοιμηθεί.  Ακούει ραδιόφωνο και αποκοιμιέται με ανοικτή την κλασσική μουσική του αγαπημένου της σταθμού. Ο Γιάννης, κάθε βράδυ, της φέρνει τα βραδινά της χάπια, πριν πάει για ύπνο. Κάθε μέρα, όμως, είναι πολύ κουρασμένος από τον φόρτο του καθημερινού διαβάσματος και της δουλειάς, και  ο ύπνος δεν αργεί να τον τυλίξει με τα απαλά του χέρια.

Ο Γιάννης έχει δύο, πολύ καλούς φίλους. Ο ένας είναι ο συμμαθητής του, Στέφανος, κι ο άλλος, το τετράποδο κανελί σκυλάκι, ράτσας Λαμπραντόρ, ο Φλίπ. Το όνομα του σκύλου το έδωσε ο Γιάννης στις 14 Νοεμβρίου, την ημέρα της εορτής του αγίου Φιλίππου, την ημέρα που το βρήκε στο πάρκο. Φίλιππος ή Φλίπ το αγγλικό συντετμημένο… Με τον Φλίπ, η ζωή που τους ένωσε είχε το ίδιο, κοινό  παρελθόν, την ορφάνια.

Ο Γιάννης, συνήθιζε να ταΐζει περιστέρια  στο γειτονικό πάρκο. Στην βρύση του πάρκου που έσταζε, είχε φτιαχθεί μια λιμνούλα και ένας μικρός αδέσποτος τετράποδος σταμάτησε λίγο για να ξεδιψάσει. Ο Γιάννης τον είδε που έσκυβε και έπινε, αχόρταγα και λαίμαργα, και αισθάνθηκε να τον δένει μαζί του ένα κοινό παρελθόν. Μικρός, αδέσποτος και ορφανός.

Ο Γιάννης δεν είχε τίποτε άλλο μαζί του εκτός από ψωμί για τα περιστέρια. Ο πεινασμένος  σκύλος, όμως, δεν του αρνήθηκε την πρόταση. Μετά το μικρό γεύμα, ήρθε και στάθηκε κοντά στα πόδια του Γιάννη, περιμένοντας το επόμενο κομμάτι. Τα λαμπερά του μάτια ανακάλυψαν τα μάτια του Γιάννη και κοιταχθήκαν για λίγο κατάματα. Ζητούσαν κι οι δυό το ίδιο πράγμα. Όχι φαΐ, αλλά αγάπη. Όχι στοργή, αλλά φιλία.

Ο Γιάννης πήρε στα χέρια τον Φλίπ και τον ζέστανε στην αγκαλιά του. Δεν ήθελε να τον αποχωριστεί και ευχόταν, η γιαγιά να μην έχει αντίρρηση. Η γιαγιά, δεν μπορούσε, να ήταν αντίθετη, καθώς έβλεπε, την χαρά του εγγονού της, όμως του έδωσε οδηγίες για την καθαριότητα και την υγιεινή που αρμόζει στην συμβίωση με τα σκυλιά.

Ο Γιάννης που είναι μαθητευόμενος ξυλουργός, δεν άργησε να κατασκευάσει το πρώτο σπίτι του Φλίπ. Χάρις στις πεταμένες ξύλινες παλέτες έφτιαξε ένα ξύλινο σπίτι που εκείνη την πρώτη ημέρα, ο Φλίπ το εγκαινίασε με μεγάλη χαρά. Του έφτιαξε ακόμα και ένα περιλαίμιο, μια κρεμασμένη σ΄αυτό μεταλλική ταυτότητα και ο Φλίπ έπαψε πλέον να είναι αδέσποτος. Τώρα έχει διεύθυνση οικίας και τηλέφωνο. Είναι ορφανός αλλά δεν είναι πλέον αδέσποτος.

Με τον συμμαθητή Στέφανο, υπήρχε μια παράλληλη κοινή, πονεμένη  ιστορία ζωής. Χθές, ήρθε στο σπίτι του, ο συμμαθητής του και φίλος του, ο Στέφανος, με πρόσχημα το κοινό διάβασμα, που δεν έγινε γιατί όλη την ώρα συζήταγαν, αρκετά σιγά και σοβαρά. Ο Στέφανος ζούσε την δική του δραματική οικογενειακή ιστορία… Ο πατέρας του, κος Αλέκος, υποαπασχολείτο με άσχημες εργατικές συνθήκες που τον είχαν επηρεάσει αρνητικά. Για την διέξοδο από το άσχημο παρόν,  έδωσε την λύση του αλκοολισμού και οι συνέπειες για όλη την οικογένεια ήταν καθημερινές και δραματικές. Προχθές, γυρνώντας μεθυσμένος στο σπίτι του, η γυναίκα του μόλις και μετά βίας και μετα από πολλή σκέψη, του άνοιξε την πόρτα, φοβούμενη το γειτονικό ρεζίλι και το αυριανό μεροκάματο. Στο σχολείο, τα δυό παιδιά, μιλούσαν λίγο με τους συμμαθητές τους γιατί αυτοί δεν είχαν τα δικά τους προβλήματα. Ο Στέφανος  ήταν  μαθητευόμενος υδραυλικός, και πολλές φορές αργούσε στο μάθημα. Κανένας καθηγητής, όμως, δεν του έκανε παρατήρηση, γιατί, ήξεραν όλοι τους, τι σημαίνει για τους περισσότερους, το Νυκτερινό Σχολείο.

Οι συζητήσεις των περισσότερων αγοριών μίλαγαν για ψεύτικες περιπέτειες, για ποδόσφαιρο, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες και  κομπιούτερ. Μόνο ο Στέφανος και ο Γιάννης μίλαγαν για τα λογοτεχνικά βιβλία, τους ήρωες της ελληνικής ιστορίας, τα βασανιστήρια που έπαθαν αυτοί και οι άγιοι, την δουλειά που θα έκαναν σαν θα έπιαναν κανονικό μεροκάματο και άλλα πολλά… Σε λίγο, ερχόντουσαν τα Χριστούγεννα, και ήθελαν να πούν μαζί τα Κάλαντα, όχι μόνο για τα λεφτά που είχαν πολλή ανάγκη αλλά και γιατί πίστευαν πολύ στο νόημα των χριστουγεννιάτικων λόγων.

Ο κόσμος δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος, όταν ζεί στην μοναξιά του εαυτού του. Τα αδιέξοδα που ορθώνει σαν τείχος γύρω του, δεν τον βοηθούν να βγεί έξω αλλά ούτε αφήνουν και κάποιο σοφό και καλό να μπεί μέσα. Ο Γιάννης δεν έχει γονείς και ο Στέφανος έχει πατέρα που ντρέπεται να έχει. Όταν τα οικογενειακά προβλήματα ζούν στην απομόνωση χάριν της αποσιώπησης εξ αιτίας του κοινωνικού αποκλεισμού, τότε γίνονται παγίδα, τόσο γι αυτούς που ζουν μέσα στο δράμα, όσο και γι αυτούς που παριστάνουν τους «καλούς» θεατές. Η παγίδα για τους δεύτερους, δεν ελευθερώνει ποτέ, γιατί το θήραμα αισθάνεται ότι είναι ελεύθερο.

Ο Γιάννης, κάνει πολλές τέτοιες σκέψεις, καθώς διαβάζει τους χαρακτήρες  απο τις ιστορίες των Κλασσικών αριστουργημάτων… «Άθλιοι» του Βίκτωρα Ουγκώ, «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, «ο εχθρός του λαού» του Ερρίκου Ίψεν, «Δαυΐδ Κόπερφηλντ», «’Ολιβερ Τουΐστ» και άλλα πολλά. Βιβλία, όλα δανεισμένα από την Δημοτική Βιβλιοθήκη, που ο Γιάννης επισκέπτεται πολύ συχνά. Τώρα τελευταία διαβάζει και ιστορίες των ηρώων του 1821, τα «Άπαντα Μακρυγιάννη», τα «Άπαντα Κολοκοτρώνη», «βίους Αγίων και Νεομαρτύρων», συγγράμματα του Φώτη Κόντογλου και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Φιόντορ Ντοστογιέφσκυ, του  Αντώνη Σαμαράκη και άλλων πολλών.

Χθές το βράδυ, άργησε πολύ, να κοιμηθεί. Την προηγούμενη ημέρα, είδε ένα αμάξι, ολόιδιο με αυτό που επέβαιναν οι γονείς του, την ώρα του δυστυχήματος. ΄Ηταν σπάνιο μοντέλο και χρώμα, και παρ΄ότι, ήταν μόλις δέκα χρονών, και είχαν περάσει πέντε χρόνια, θυμάται και τις παραμικρές λεπτομέρειες. Μια υποτιθέμενη ξένοιαστη εκδρομή των δύο γονιών του με ένα φιλικό τους ζευγάρι στο εξοχικό τους στην επαρχία. Μια στροφή με ανάποδη κλίση, λίγη ταχύτητα παραπάνω, μια απροδεξία του οδηγού  και ο γκρεμός των πενήντα μέτρων στοίχισε την ζωή και στους τέσσερεις επιβάτες. Όταν ο θάνατος σε συναντά, μικρό και απροετοίμαστο, είναι δύσκολο να αντιδράσεις με την ψυχή της ανάστασης και αντιδράς σαν να είναι φθαρτή η συνείδηση. Η μαύρη ενδυμασία κρύβει άγνοια ή υποκρισία προς τους τεθλιμμένους συγγενείς που υφίστανται το ψυχικό βάρος μιας αισθητής απώλειας. Η γιαγιά Ευαγγελία, έζησε την απώλεια του συζύγου της, πριν γνωρίσει την μεγαλύτερη ψυχική απώλεια της κόρης της και του γαμπρού της. Ο Γιάννης ζεί εδώ και καιρό, την απώλεια αυτή, όχι σαν καταστροφική αλλά σαν διδακτική ιστορία στην ζωή του.

Ο κάθε θάνατος είναι μοιραίος, όταν είναι καταστροφικός για την ύπαρξη, και η κάθε ύπαρξη  αυτοκαταστρέφεται όταν δημιουργεί τον ψυχικό της θάνατο.

«Διότι τι μπορεί να ωφεληθεί κάποιος, εάν τον κόσμο όλο κερδίσει, και την ψυχή αυτού ζημιωθεί;» Λόγια του Θεανθρώπου, για την χαρά της διαιώνισης της ανθρώπινης Ύπαρξης, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Η γιαγιά, φρόντισε τον Γιάννη, καλύτερα κι από το δικό της μοναχοπαίδι, την μητέρα του Γιάννη. Πήγαινε μαζί του, συχνά, βόλτες στο δάσος και την παραλία, του αγόρασε μια φλογέρα για να μάθει μουσική με πνευστό όργανο που του άρεσε, γέμισε το σπίτι με γλάστρες με λουλούδια και τον έμαθε να φυτεύει.

Κάθε δεύτερο Σάββατο πηγαίνουν στο οικογενειακό τάφο, όχι για να κλάψουν, αλλά για να προσευχηθούν. Ξέρουν την σημασία που κρύβουν τα τυπικά και δεν αισθάνονται το φώς του κεριού να συμβολίζει την ανθρώπινη παρηγοριά. Είναι ζωντανό για το μέλλον κι όχι  για το παρελθόν. Ο Γιάννης ζεί την αλλαγή της πορείας που τώρα είναι με επίγνωση.

Οι καθηγητές του Γιάννη γνωρίζουν ότι ο Γιάννης είναι ορφανός και από τους δύο γονείς. Γνωρίζουν ότι είναι μαθητευόμενος ξυλουργός και είναι ανεκτικοί, όπως και σε όλους τους εργαζόμενους μαθητές, για τις ελλείψεις τους στην ανταπόκριση των μαθημάτων. Η καθηγήτρια της Έκθεσης τους έβαλε κάποιο θέμα με βάθος. «Ο ρόλος της Παιδείας  στην αντιμετώπιση της εκλογής του νοήματος της εργασίας».

Το νόημα της εργασίας υπερέχει της ίδιας της  εργασίας; Οι περισσότεροι μαθητές αναφέρθηκαν στα καινούργια σχολεία που πρέπει να εφοδιαστούν με σύγχρονους υπολογιστές για να μπορούν οι μαθητές να γίνουν περισσότερο ενημερωμένοι στις νέες τεχνολογίες. Άρα, για τους περισσότερους, Παιδεία σημαίνει Τεχνολογία. Τεχνολογία σημαίνει παραγωγή προΐόντων που αναζητούν αγοραστές, περισσότερους και απαιτητικότερους. Η σύγχρονη Παιδεία σε μορφή σύγχρονης κονσέρβας. Το ανοιχτήρι της, θα είναι ηλεκτρονικό με κωδικό και αποδικοποιητή, αν χρειαστεί. Κι αν όλοι μας, γίνουμε κι εμείς κονσέρβες, σίγουρα, κάποιος μας ελέγχει για να κάνει την δική του παρέλαση, όταν θα το ζητήσει. Τότε, θα μας ανοίξει με το κωδικό που έχει και θα μας βάλει στην σειρά για να φτιάξει  το δικό του στρατό. Πρώτα παρέλαση και μετά ο δικός του πόλεμος, για τα δικά του συμφέροντα, χωρίς συνείδηση, πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια… Όλα αυτά δεν χωρούν στην κονσέρβα, είναι γι αυτόν αέρας χωρίς ύλη. Κι αυτός ζεί με την ύλη και για την ύλη. Εκεί βρίσκει την αξία της κονσέρβας του, γι αυτήν την αξία και χρειάζεται πολλές υλικές κονσέρβες. Που βρίσκονται τότε τα ιδανικά και το όραμα της κοινωνίας αλληλεγγύης;

Ο Γιάννης, έχει σταματήσει, από καιρό, να αισθάνεται, σαν μά κονσέρβα, δεν παίζει πολεμικά videogame, τώρα αισθάνεται ότι η Παιδεία απαιτεί μια πορεία με επίγνωση. Η Γνώση μόνον δεν αρκεί. Διαφορετικά, η Παιδεία θα φτιάξει κι άλλη μια κονσέρβα, μπορεί λίγο πιο καλή από τις άλλες, αλλά χωρίς την αξία αυτήν που καταξιώνει την έννοια της Αξίας.

Την έκθεση του Γιάννη, η καθηγήτρια την έβγαλε φωτοτυπίες, και με κρυμμένο το όνομα, την έδωσε και στους άλλους καθηγητές για να την διαβάσουν. Όλοι, κατάλαβαν, αμέσως, ποιανού ήταν η έκθεση αυτή και σκέφτηκαν, μια ημέρα να του κάνουν μια επίσκεψη στο σπίτι ή να του δώσουν για δώρο κάποιο βιβλίο που μπορούσε να αλλάξει, αν ήθελε. Συμφώνησαν δύο καθηγήτριες και δύο καθηγητές να πάνε το άλλο Σάββατο, χωρίς να γνωρίζουν όμως, ότι αυτός πήγαινε στο οικογενειακό τάφο, κοντά στους γονείς του.

Ήρθαν με ένα αυτοκίνητο και αφού πάρκαραν δίπλα στο σπίτι, χτύπησαν το κουδούνι. Η γιαγιά, που δεν είχε πάει αυτή την φορά μαζί με τον Γιάννη, γιατί ετοίμαζε το μεσημεριανό φαγητό, αφού δέχτηκε την πρωτόγνωρη αυτή επίσκεψη σαν ευχάριστη έκπληξη, τους ενημέρωσε  για τον τόπο που ευρίσκετο ο Γιάννης.  Τους πρότεινε να τον επισκεφτούν εκεί ή να τον περιμένουν να γυρίσει.

Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη, οι καθηγητές είχαν αυτοκίνητο, ευχαρίστησαν την γιαγιά και έφυγαν. Δεν ξέρουμε, αν πήγαν να βρούν τον Γιάννη ή όχι, εκείνη την ημέρα. Όμως την άλλη εβδομάδα, ο Γιάννης, διάβαζε το βιβλίο που του είχαν χαρίσει οι καθηγητές του… Δεν το άλλαξε, γιατί οι καθηγητές του, πράγματι, είχαν βρεί κάποιο βιβλίο που του άρεσε πολύ.

΄Ηξεραν κι αυτοί ότι κι ο Γιάννης. Πως η ορφάνια  δεν είναι μόνο η έλλειψη των γονιών, αλλά είναι περισσότερο η εγκατάλειψη του αέρα αυτού που γεμίζει τις καρδιές μας, αυτού του αέρα που δεν βρίσκεται ποτέ σε κάποια κονσέρβα, αλλά είναι η ψυχή του ίδιου του ανθρώπου.

Ο Γιάννης τέλειωσε το Σχολείο και την Σχολή Κοινωνικών Επιστημών. Νοιώθει την Κοινωνία να μιλά σαν Επικοινωνία. Για αυτό, ποτέ δεν σκέπτεται να μιλήσει για την όμορφη ζωή στην κονσέρβα.

Είναι καθηγητής τώρα σε Γυμνάσιο, μα νοιώθει μαθητής κοντά στην γιαγιά Ευαγγελία, που τον καμαρώνει τόσα χρόνια τώρα, και τον φίλο του Στέφανο, που είδε τον πατέρα του να ξεφεύγει από το αλκοόλ και τον ίδιο να έχει μεγάλο μαγαζί με υδραυλικά.

Ο Γιάννης δεν έχει παντρευτεί ακόμα, αλλά ο μικρός του Φλίπ, το παλιό μικρό αδέσποτο σκυλάκι  έχει πιά γεράσει, αλλά έχει την δική του οικογένεια, που παίζει τώρα ξένοιαστα, στην αυλή του σπιτιού της οδού Κρίνων 16, κάπου σε μια φτωχική συνοικία της Αθήνας…