ΟΟΣΑ και PISA: Εκδοχές μονοπωλιακού υπερεθνικού «επιθεωρητισμού» στην εκπαίδευση

ΟΟΣΑ και PISA: Εκδοχές μονοπωλιακού υπερεθνικού «επιθεωρητισμού» στην εκπαίδευση

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*

Εισαγωγικό Σημείωμα:

(O OOSA και το PISA εισβάλλουν συχνά και συστηματικά με δημόσια  δαπάνη των χωρών-μελών στα κοινωνικά, οικονομικά και εκπαιδευτικά τους πράγματα. Πουλούν συμβουλευτικές υπηρεσίες σε μια κερδοφόρα για αυτούς αγορά σε πελάτες-κράτη που με τη συμμετοχή τους αναγνωρίζουν την ανύπαρκτη εγκυρότητα και αξιοπιστία των «εργαλειοθηκών» που παράγουν. Πώς είναι δυνατόν, άραγε, να συγκρίνονται οι επιδόσεις 15χρονων μαθητών «δείγματος» από 72 χώρες  και να κατατάσσονται σε σειρά  επιτυχίας, με  εργαλείο ένα «εξεταστικό παράδειγμα» παγκόσμιας εμβέλειας, που παρακάμπτει τα σχολικά τους προγράμματα και αγνοεί τις συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες των επιμέρους χωρών-μελών;

Η υπόθεση που κάνουμε είναι ότι η επινόηση PISA συνιστά  μονοπωλιακή οργανωμένη και εφαρμοσμένη πολιτική παρέμβαση που με εργαλείο  μια σύγκριση ανυπόστατης εγκυρότητας και αξιοπιστίας εντάσσει τα εκπαιδευτικά συστήματα που συμμετέχουν σε μια διεργασία ελέγχου της παγκοσμιοποίησης και ομοιογενοποίησης ακόμη και των καθημερινών σχολικών πρακτικών (σχολικά προγράμματα, βιβλία, διδασκαλία, εξετάσεις, κ.α.) με σκοπό την άνευ όρων υπαγωγή της εκπαίδευσης (εκπαιδευτικών, μαθητών, διδακτικού υλικού, περιεχομένου, κ.α.) στις ανάγκες και τις δυνάμεις  μιας παγκοσμιούμενης καπιταλιστικής αγοράς. Δεν έχουν σημασία τόσο οι επιδόσεις και οι κατατάξεις των χωρών όσο η συμμετοχή τους σε ένα project παγκόσμιας εμβέλειας, που με τις τακτές και οργανωμένες διεργασίες του εντάσσει τα σχολεία των χωρών-μελών σε μια προσαρμοστική-συμμορφωτική διεργασία αθέατης ακραιφνούς νεοφιλελεύθερης επιτήρησης. Οι θιασώτες της αξιολόγησης, του ανταγωνισμού, της σύγκρισης και της λογοδοσίας πολύ εύκολα παρακάμπτουν τους προβληματισμούς που θέτει η συγκεκριμένη υπόθεση που κάνουμε, διότι, απλούστατα, υποβιβάζουν την υπόθεση της αξιολόγησης σε απλό τεχνικό, μεθοδολογικό και εκπαιδευτικό θέμα, χωρίς τις υπαρκτές κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές.

Αυτές τις μέρες, από τα σχετικά ρεπορτάζ, πληροφορούμαστε πως το αχτύπητο δίδυμο ΟΟΣΑ/ PISA ξαναχτύπησε. Ένα χρόνο πριν είχε δημοσιευθεί ένα σχετικό βιβλίο μου με τον τίτλο «Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το «Αόρατο Χέρι» της Αγοράς» (Εκδόσεις Οσελότος, www.ocelotos.gr). Με την ευκαιρία της ανακίνησης του θέματος δημοσιεύουμε ένα μικρό κεφάλαιο. Στο τέλος του κειμένου παραθέτουμε τα περιεχόμενα του βιβλίου. Τέλος του σημειώματος).

Μέσα στη δίνη της κρίσης που αντιμετωπίζει ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, η εκπαίδευση δε μένει ανεπηρέαστη. Πολλές χώρες-μέλη της Ε.Ε. εφαρμόζουν πολιτικές εναρμόνισης και συνδυάζουν εθνικές προτεραιότητες με επιλογές που δρομολογούνται στο πλαίσιο άσκησης ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, νεοφιλελεύθερης κοπής, σε καθεστώς γενικευμένης κρίσης. Στην προηγούμενη ενότητα υποστηρίξαμε ότι έχουν καταγραφεί τάσεις μετατροπής της εκπαίδευσης σε εμπόρευμα και υπηρεσία και ότι έχει δρομολογηθεί ένα διεθνές δίκτυο σχέσεων εξουσίας, επιτήρησης, συμμόρφωσης, συστηματικής αξιολόγησης, πιστοποίησης «εκπαιδευτικών προϊόντων» και «εκπαιδευτικών υπηρεσιών» και ανταγωνισμού. Σε αυτό πρωτοστατούν σημαντικοί υπερεθνικοί καπιταλιστικοί οργανισμοί, με σημαντικότερο τον Οργανισμό Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ).

Ο ΟΟΣΑ: ο ασυναγώνιστος σύμβουλος

Ο ΟΟΣΑ, με «συμβουλευτικές εκθέσεις», πουλάει εμπειρογνωμοσύνη για την άσκηση πολιτικής και στην εκπαίδευση. Οι βασικοί του νεοφιλελεύθεροι πολιτικοϊδεολογικοί άξονες κινούνται γύρω από την ενθάρρυνση ενός ακραίου διεθνούς ανταγωνισμού, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, την περιστολή των δαπανών και την υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, την αύξηση των ελέγχων, την ένταση των εξεταστικών διαδικασιών, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, την αποκέντρωση της χρηματοδότησης, την ελεύθερη επιλογή σχολείου, το «μπόλιασμα καλών διεθνών πρακτικών» και, γενικώς, την προώθηση τεχνοκρατικών και διαχειριστικών προσεγγίσεων στο σχεδιασμό των εκπαιδευτικών αλλαγών.
Στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που αναπτύσσει, διεθνώς, ο ΟΟΣΑ προωθεί ένα οικουμενικό αξιολογικό «παράδειγμα», με εξωτερικούς «αντικειμενικούς» εμπειρογνώμονες και ομάδες ειδικών που διεκδικούν να διαμορφώνουν το κυρίαρχο «ερευνητικό-αξιολογικό παράδειγμα». Με αίτηση των χωρών-μελών, ο ΟΟΣΑ διενεργεί, με αμοιβή, διάφορες αξιολογήσεις. Είναι τόσο ισχυρή η διείσδυσή του σε διεθνές επίπεδο που η νεοεκλεγμένη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έ-βαλε σε προτεραιότητα τη συνάντησή της με το Γενικό Γραμματέα του ΟΟΣΑ, δυο μόλις εβδομάδες μετά τις εκλογές! Όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός  Αλέξης Τσίπρας, θα υπάρξει στενή συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με τον ΟΟΣΑ αλλά σημείωσε ότι «γυρίσαμε σελίδα στο κεφάλαιο της σχέσης μας». Μίλησε δε για μόνιμη κοινή επιτροπή συνεργασίας που θα δουλεύει πάνω σε ένα σύμφωνο για ανάπτυξη για την Ελλάδα. «Θέλουμε ένα ξεκάθαρο κοινωνικό πρόσημο στις μεταρρυθμίσεις μας. Όχι με βάση την εργαλειοθήκη αλλά με βάση την εντολή που πήραμε από τον ελληνικό λαό» ξεκαθάρισε. Κάποιος διευκρίνισε, ανεπισήμως, ότι ο ΟΟΣΑ διαθέτει πολλές εναλλακτικές «εργαλειοθήκες» (σοσιαλιστικές,  σοσιαλδημοκρατικές, νεοφιλελεύθερες, κ. α.). Προσφέρει αυτό που ζητάει η κάθε κυβέρνηση!
Κυρίαρχη θέση κατέχει η αξιολόγηση δομών και διάρθρωσης των εκπαιδευτικών συστημάτων που συνήθως συνοδεύεται από συνταγολόγιο για αναγκαίες εκπαιδευτικές αλλαγές. Είναι, πλέον, υπόθεση ρουτίνας: Κυβερνήσεις χωρών κάθε φορά που σχεδιάζουν εκτεταμένες εκπαιδευτικές αλλαγές, συνήθως, νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού, καταφεύγουν στον ΟΟΣΑ και αναθέτουν την «εργολαβία» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Πληρώνουν, δηλαδή, τον ΟΟΣΑ, κυρίως, για να «αγοράζουν» πιο εύκολα την αποδοχή και νομιμοποίηση ειλημμένων, πολλές φορές, αποφάσεων. Συμπληρωματική προς αυτή τη δραστηριότητα είναι το PISA, οι τακτές (κάθε τρία χρόνια), δηλαδή, διεθνείς συγκριτικές «έρευνες αξιολόγησης» της επίδοσης σχολείων και μα-θητών σε προεπιλεγμένους τομείς.

PISA: προαιρετική συμμετοχή και υποχρεωτικός ανταγωνισμός

Ο ΟΟΣΑ, από το 2000, εφαρμόζει, με την οικονομική συνδρομή των συμμετεχόντων κρατών, ένα μεθοδολογικά περίτεχνο Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης των Μαθητών, το γνωστό ως PISA (Program for International Student Assessment). Συνήθως, αναφέρεται ως η έρευνα PISΑ (που παραπέμπει και στο συμβολισμό του Πύργου της Πίζας). Επιλέγουμε να το αποδίδουμε ως το (πρόγραμμα) PISA και όχι η (έρευνα) PISA. Αυτό δεν είναι μια ασήμαντη πτυχή. Η έρευνα, όταν είναι μάλιστα διεθνής, διεκδικεί υψηλούς βαθμούς υ-πόληψης και αποδοχής. Στην περίπτωση του PISA, όμως, δεν έχουμε να κάνουμε, απλώς, με «έρευνα». Πρόκειται, κυρίως, για «πρόγραμμα» που έχει σημαντικές προεκτάσεις στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία των εκπαιδευτικών συστημάτων.

Η συμμετοχή των χωρών λέγεται ότι είναι προαιρετική, στη βάση «συμφωνημένου» πλαισίου. Όσο, όμως, οι αποφάσεις συμμετοχής λαμβάνονται σε υψηλό κυβερνητικό επίπεδο, χωρίς να ερωτώνται αυτοί που θα συμμετάσχουν ως «δείγμα» (:σχολεία, διευθυντές, εκπαιδευτικοί και μαθητές), το PISA γίνεται υποχρεωτικό. Άπαξ και αποφασίζεται η συμμετοχή, ουσιαστικά συνυπογράφεται η αποδοχή των θεωρητικών και πολιτικοϊδεολογικών αρχών και της πρακτικής, παιδαγωγικής και διδακτικής ιδεολογίας που το υποβαστάζει. Η συμμετοχή σ αυτό, άλλωστε, εκφράζει το «δεδηλωμένο» ενδιαφέρον των κυβερνήσεων ώστε, με βάση τα αποτελέσματα, να ασκούν ρυθμιστικές παρεμβάσεις για υψηλότερες επιδόσεις, στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού. Ακόμα και στην περίπτωση που οι κυβερνήσεις δεν αξιοποιούν τα συμπεράσματα, η πιλοτική και κύρια εφαρμογή του PISA, με την πάροδο του χρόνου, αθόρυβα και σιωπηρά, προωθούν συγκεκριμένες παιδαγωγικές και διδακτικές απόψεις και πρακτικές.

Όπως διαβάζουμε σε πρόσφατη δημοσίευση του PISΑ, ένας από τους βασικούς στόχους των πολιτικών που ασκούνται στην εκπαίδευση είναι να καταστήσουν τους πολίτες ικανούς ώστε να αξιοποιούν τις ευκαιρίες που τους δίνει η παγκοσμιοποιημένη αγορά της οικονομίας (:Τόσο καθαρά). Σύμφωνα με το σχετικό σκεπτικό, οι επιδόσεις των μαθητών και των σχολείων, σε εθνικό επίπεδο, δεν προσφέρονται για αξιολογήσεις και συγκρίσεις διεθνούς επιπέδου. Έτσι, ουσιαστικά προτείνεται η συγκρότηση ενός «ολοκληρωτικού» υπερεθνικού συστήματος εξατομικευμένης αξιολόγησης για το μαθητή ως μονάδα, το σχολείο ως μονάδα και το εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας ως μονάδα. Η παγκόσμια αγορά χρειάζεται διεθνείς ενιαίους συγκριτικούς δείκτες πιστοποίησης των επιδόσεων των νέων. Το PISA αναλαμβάνει να δώσει τους ορισμούς των επιδόσεων, τη μεθοδολογία και την ανάλυση των αποτελεσμάτων. Έχει αναπτύξει μια σειρά επιτροπών και οργάνων για τη θεωρητική θεμελίωση του όλου εγχειρήματος, το σχεδιασμό, την υλοποίηση, την ανάλυση και τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων.

PISA: το μονοπωλιακό παγκόσμιο «εξεταστικό παράδειγμα»

Κάπως έτσι, το PISA, ως ένας διεθνής, πλέον, «οίκος» αξιολόγησης, με την ισχυρή συνδρομή του ΟΟΣΑ, έχει διεισδύσει στην «αγορά των αξιολογικών εκθέσεων», σε παγκόσμιο επίπεδο και έχει αποκτήσει τα προσδιοριστικά στοιχεία μονοπωλιακού καθεστώτος. Όταν το 2000, είχαμε την παρθενική του εφαρμογή, πήραν μέρος μόλις 32 χώρες. Σήμερα, ο αριθμός των χωρών που συμμετέχουν έχει διπλασιαστεί! Για πρώτη φορά, το 2012, έγινε η αξιολόγηση των μαθητών στην πλοήγηση, ανάγνωση και κατανόηση ψηφιακών κειμένων. Για το 2015 η αξιολόγηση εστιάζεται στα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες, την Κατανόηση Κειμένου και στη λεγόμενη «Συνεργατική Επίλυση Προβλήματος». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η συγκατοίκηση του «συνεργατικού» πνεύματος με τον άκρατο ανταγωνισμό!
Από το σχετικό ενημερωτικό υλικό προκύπτει ότι το πρόγραμμα αξιολογεί τις επιδόσεις των μαθητών, μετά το τέλος του εννιάχρονου υποχρεωτικού σχολείου. Αυτό σημαίνει ότι το PISA ασκεί τις όποιες επιδράσεις στο περιεχόμενο του «λαϊκού» σχολείου. Το Πρόγραμμα δεν ενδιαφέρεται για τις επιδόσεις με όρους του «ισχύοντος σχολικού προγράμματος». Το γεγονός αυτό από μόνο του υποδηλώνει ότι προωθείται ένα άλλο «παράλληλο» άτυπο πρόγραμμα που, ενδεχομένως, αντιστρατεύεται το «ισχύον». Αν, βέβαια, συμπίπτουν οι προσανατολισμοί του «ισχύοντος» με τις απαιτήσεις του PISA, τότε υπάρχουν προϋ-ποθέσεις για υψηλές επιδόσεις.

Δηλώνεται ότι αξιολογείται ο βαθμός στον οποίο τα εκπαιδευτικά συστήματα έχουν ετοιμάσει τους 15χρονους μαθητές, με την αποφοίτηση από το υ-ποχρεωτικό σχολείο, «να χρησιμοποιούν γνώσεις και δεξιότητες για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής». Είναι εμφανές ότι αυτές οι διατυπώσεις, ως ένα βαθμό, αντανακλώνται στο Πλαίσιο Αρχών των νέων αναλυτικών προγραμμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Διαπιστώνουμε, δη-λαδή, μια τάση εναρμόνισης και προσήλωσης προς το PISA. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του «Νέου Σχολείου» της Ελλάδας. Αυτό είναι μια ένδειξη των επιδράσεων που ασκούνται με την «αποθεωτική» διείσδυση του PISA. Άραγε, σιγά-σιγά δημιουργείται πλαίσιο αρχών για αναλυτικά προγράμματα προσηλωμένα στο «παιδαγωγικό παράδειγμα» PISA;

Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το εννιάχρονο υπο-χρεωτικό σχολείο αξιολογείται με ενιαία κριτήρια παγκόσμιας εμβέλειας. Τα αποτελέσματα αναπόφευκτα ανοίγουν το χορό των πολλαπλών συγκρίσεων, ιεραρχικών κατατάξεων και συσχετίσεων. Η ανακοίνωσή τους πυροδοτεί κύκλο έντονων αντιπαραθέσεων εφ’ όλης της ύλης. Έτσι κι αλλιώς, τίθενται ση-μαντικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εγκυρότητα, την αξιοπιστία, την κοινωνική/πολιτισμική μυωπία, κ. α. Άραγε, πώς είναι δυνατόν να αξιολο-γούνται με τα ίδια δοκίμια επιδόσεις που οφείλονται σε διαφορετικούς παράγοντες; Έχουμε συμφωνήσει ότι καλή σχολική επίδοση είναι αυτό που μετράν τα δοκίμια του PISA; Ποιες νέες μορφές κοινωνικής διάκρισης δημιουργεί η καθιέρωση της παιδαγωγικής PISA; Όταν ένα σύστημα αξιολόγησης ενσωματώνει την κοινωνική διάκριση, πώς είναι δυνατόν να μας δώσει προτάσεις για την άμβλυνσή της; Θεωρούμε εξαιρετικά ατεκμηρίωτο τον επίσημο ισχυρισμό ότι το PISA «εξετάζει (sic) εάν οι μαθητές είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι για την ενήλικη ζωή». Πολύ φιλόδοξη δεν είναι μια παγκόσμια αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών που να είναι σε θέση να μας δώσει απαντήσεις αναφο-ρικά με την μελλοντική ενήλικη ζωή των σημερινών μαθητών; Το PISA παίζει με τις υποσχέσεις!
Αυτή η αμφισβήτηση έρχεται να συγκρουστεί με τη θρηνωδία, που αναπτύσσεται από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, για την τελευταία θέση, την αναποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, τη σχολική αποτυχία, την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων εντατικοποίησης των συνθηκών εκπαίδευσης, κ. α. Πολύ συχνά γίνονται προτάσεις για άμεση υιοθέτηση «δάνειων», «δοκιμασμένων» και «καλών πρακτικών» από τους άριστους! Η όλη διαδικασία έχει τα βασικά χαρακτηριστικά της έντονης συζήτησης που γίνεται κάθε φορά που ανακοινώνονται, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τα αποτελέσματα των «εθνικών» εισαγωγικών εξετάσεων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (πτώση των βάσεων, λεξιπενία, κρίση, κ. α.). Οι κυβερνητικοί παράγοντες, πάντως, «αγοράζουν» και κρατούν στα χέρια τους μια έκθεση «ανεξάρτητων» διεθνών εμπειρογνωμόνων και μπορούν να την επικαλούνται και να την αξιοποιούν, με δυνατότητες πολλαπλών χρήσεων, για μια τριετία, μέχρι να έρθει η επόμενη φορά, για να αρχίσει ο χορός απ την αρχή. Έτσι, ο ανταγωνισμός εγκαθιδρύεται, εντείνεται και πυροδοτεί την προετοιμασία για την επόμενη τριετία. Ο Sahlberg, P (2013:128), που μας «δίνει» τα δικά του «φινλανδικά μαθήματα» είναι κατηγορηματικός: «Από τη στιγμή που ξεκίνησε το 2000, το PISA έχει τεράστιο αντίκτυπο στις παγκόσμιες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις καθώς και στις εθνικές εκπαιδευτικές πολιτικές στις χώρες που συμμετέχουν σε αυτό»!

Το PISA, με κεκτημένη γοητεία, επιδεικνύει μια ιδιότυπη ιμπεριαλιστική διείσδυση στα εκπαιδευτικά πράγματα πολλών χωρών. Αν και δε χρειάζεται εγχώριους θιασώτες για τη διαφήμισή του, τους χρησιμοποιεί. Ποντάρει στην αποπλανητική ιδεολογία της έντασης της αξιολόγησης, της διεθνούς σύγκρισης, του διεθνούς ανταγωνισμού και της κατάταξης, της «αριστείας», των «έξυπνων» θεμάτων, των ειδικών, της κοινωνικής ουδετερότητας, της μεθοδολογικής μανίας, της στατιστικής, κ. α.

Η διείσδυσή του έχει ένθερμους υποστηρικτές τους εξουσιαστικούς προπαγανδιστές της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Δεν ενοχλεί το γεγονός ότι το PISA υποβαθμίζει και εκθρονίζει ακόμα και τις θεμελιώδεις γνώσεις από το εννιάχρονο υποχρεωτικό σχολείο υπέρ δεξιοτήτων για ευέλικτη σχέση εργασίας. Στη σχετική ιστοσελίδα του PISA βρίσκουμε εκτενές αρχείο εκθέσεων προηγούμενων ετών ή θεωρητικών και μεθοδολογικών διευκρινίσεων, αναλύσεων και συμβουλευτικών προτάσεων, όπως βρίσκουμε και δοκίμια που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν. Γνωρίζουμε ότι η διδασκαλία και η μάθηση στο σχολείο επηρεάζονται ασφυκτικά από τη μορφή και το περιεχόμενο της αξιολόγησης που κυριαρχεί. Κάνουμε την υπόθεση ότι το PISA προωθεί ένα «παγκόσμιο εξεταστικό παράδειγμα» που ασκεί πολλαπλές επιδράσεις στη μορφή και στο περιεχόμενο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στις χώρες μέλη που συμμετέχουν. Σε αυτές τις επιδράσεις συμπεριλαμβάνουμε και την αντανάκλαση των κυρίαρχων παραδοχών του ιδεολογικού άρματος PISA: υποθάλπεται και ενισχύεται η ιδεολογία, του ατομικισμού και του ανταγωνισμού, με όρους αδιάλειπτης σύγκρισης, που ευνοεί μια παγκόσμια ομοιομορφία με τεχνοκρατικά κριτήρια και δείκτες που απορρέουν από το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα.

Το εννιάχρονο υποχρεωτικό σχολείο ως φροντιστήριο για το PISA!

Το PISA εισβάλλει, ως άλλος επιθεωρητής, στα σχολεία δυο φορές (πιλοτική-βασική) στα τρία χρόνια. Με τα δοκίμια αξιολόγησης προωθεί συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχολική γνώση, τη διδασκαλία, τη μάθηση, τη σχολική επιτυχία, το μαθητή, κ.ά., και υποδηλώνει ένα σύστημα αρχών, αντιλήψεων και επιλογών που προβάλλουν (και ως ένα βαθμό επιβάλλουν) αντίστοιχες αρχές στην οργάνωση της ίδιας της εκπαιδευτικής δια­δικασίας.
Αυτό συνιστά μια συγκεκριμένη μορφή άσκησης κοινωνικού ελέγχου στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτή η εξέλιξη, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει ότι η συμμετοχή στις διαδικασίες του PISA ανοίγει τις προϋποθέσεις για εκχώρηση του ελέγχου της ίδιας της παιδαγωγικής και διδακτικής πράξης στους ορισμούς της ενιαίας υπερεθνικής και αυστηρά συγκεντρωτικής «επιθεωρητικής» του εξουσίας. Τόσο οι χώρες που κατακτούν τα πρωτεία όσο κι αυτές που προσδιορίζονται από το σύνδρομο της τελευταίας θέσης, ανταγωνίζονται με κοινό σημείο αναφοράς το «εξεταστικό παράδειγμα» PISA. Αυτό σημαίνει ότι η όλη υπόθεση έχει εξελιχθεί ήδη σε ένα μηχανισμό «παρακυβέρνησης» των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών που συμμετέχουν, με επιλογή των ίδιων των κυβερνήσεων. Φανταστείτε, κυνηγώντας την πρωτιά, η «προαιρετική» συμμετοχή να έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών συστημάτων σε φροντιστήρια διεθνούς πατέντας για τη συμμετοχή στο PISA! Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί (Ρίζος, Γ. 2009: 34), «Τα θέματα του PISA προέρχονται από μία τράπεζα θεμάτων και επανα-λαμβά­νονται από χρονιά σε χρονιά. Δίνεται έτσι, η δυνατότητα σε κάποια κράτη να «προ­ετοιμαστούν» οι μαθητές για το διαγωνισμό. Αν σε κάποιες χώρες γίνεται προετοιμασία των μαθητών μέσω των Προγραμ­μάτων Σπουδών τους, η απόδοσή τους επηρεάζεται σημαντικά. Για παράδειγμα σε κείμενο για τους λόγους που δικαιολογούν την επιτυχία της Φινλανδίας στον PISA, η Marjatta Naatanen, μεταξύ άλλων, αναφέρει: Τα φινλανδικά σχολικά εγχειρίδια περιέχουν πολλά προβλήματα της μορφής των θεμάτων του PISA».

Βέβαια, η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων έχει επεκταθεί δραματικά σε όλα τα πεδία της υποτιθέμενης εθνικής κυριαρχίας. Η εκπαίδευση δε θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση. Η εκπαίδευση σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες αποτελούσε, πάντα, το διακύβευμα έντονων ιδεολογικών και πολιτικοϊ-δεολογικών συγκρούσεων. Στην παρούσα συγκυρία, η εκπαίδευση προωθείται ώστε να γίνει πεδίο- «φιλέτο υπηρεσιών» για επενδύσεις με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Το PISA, ως ο νεοφιλελεύθερος «επιθεωρητής», έχει αναλάβει, την υπόθεση της παιδαγωγικής και της διδασκαλίας. Επειδή, μάλιστα, είναι υπερεθνικός, συγκεντρωτικός, αποκλειστικός και μονοπωλιακός, ο επιθεωρητής PISA δε «μασάει». Μέσα στη δίνη της ανθρωπιστικής κρίσης των μνημονίων, τη θύελλα και τον ανεμοστρόβιλο της κοινωνικής κατακραυγής και των πολύ δυσμενών, και για την εκπαίδευση, συνθηκών που δημιουργούνται στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες χώρες, ετοιμάζει τη νέα  εισβολή του.

* Με τη συνεργασία των μεταπτυχιακών φοιτητριών: Γιάγκου Αλεξία, Σιάηλου Θεοδώρα, Χριστοφίδου Έλενα. Δημοσιεύτηκε σε πρώτη μορφή στον «Πολίτη της Κυριακής», 20.11.2011.

Ρίζος, Γ.(2009), Στον Δρόμο για το PISA: Τα Μαθηματικά στο Διεθνή Διαγωνισμό PISA, Εκδόσεις Μαυρίδη, Θεσσαλονίκη.
Sahlberg, P. (2013),  Φινλανδικά Μαθήματα, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη.

ΠΗΓΗ: 8-12-2016, https://www.alfavita.gr/apopsin/oosa-kai-pisa-ekdohes-monopoliakoy-yperethnikoy-epitheoritismoy-stin-ekpaideysi