Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Του Χρήστου Τσουκαλά

Δεν ήταν σχέδιο ούτε του Πάπα ούτε κάποιου αυτοκράτορα ούτε άλλης αρχής ή  εξουσίας η ίδρυση των πανεπιστημίων στη Δυτική Ευρώπη τον ύστερο Μεσαίωνα (12ος–13ος αιώνας). Αντίθετα τα πρώτα πανεπιστήμια προέκυψαν αυθόρμητα, ως πρωτοβουλία των «μελετητών» από τα societates, δηλ. τα ελευθέρια συμβόλαια μεταξύ διδασκάλων και σπουδαστών, που μετατράπηκαν σε universitates, δηλαδή σε συντεχνιακές ενώσεις σπουδαστών κατά ενότητες σπουδών. Ιδρύθηκαν, επίσης, ως Studium general1* κοσμοπολίτικα και πολυ-τεχνικά.  Τέτοιο ήταν το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια στην Ιταλία, το παλαιότερο του σύγχρονου κόσμου, που ιδρύθηκε το 1088 ως «scholarium  Bolognese Universitas», ενώ το πανεπιστήμιο του Παρισιού ήταν γνωστό ως «universitas magistrorum et scholarium», «συντεχνία ή κοινότητα των  δασκάλων  και των λογίων».

Έτσι το πανεπιστήμιο, ως προϊόν της διαλεκτικής ιστορικής εξέλιξης ήταν και το ίδιο όχι κάτι στατικό και παγιωμένο αλλά μια εξελικτική διαλεκτική διαδικασία, γέννημα των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στις πόλεις της Δύσης. Μάλιστα ο Ζακ Λε Γκοφ, στο  βιβλίο του «Οι διανοούμενοι στο Μεσαίωνα», υποστηρίζει: «Στην αρχή ήταν οι πόλεις. Στη Δύση, ο διανοούμενος του Μεσαίωνα γεννιέται μαζί με αυτές. Μαζί με την άνθηση των πόλεων και την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα – ας πούμε, καλύτερα, βιοτεχνική – εμφανίζεται ο διανοούμενος, ως ένας από τους πολλούς επαγγελματίες που εγκαθίστανται στις πόλεις, όπου αρχίζει να επιβάλλεται η εξειδικευμένη εργασία». 2*

 Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, ήταν ‘‘τέκνο της ανάγκης’’, καθώς υπήρξε αυξημένη πίεση, ζήτηση και αγορά για γνώση και από την άλλη πρόσφορες οικονομικές, τεχνικές και γνωστικές δυνατότητες. Έτσι, προσθετικά και ενισχυτικά σε αυτό που διαπίστωνε αιώνες πριν ο Αριστοτέλης: «πάντες άνθρωποι φύσει ορέγονται του ειδέναι», η ανάπτυξη, η μεγέθυνση, ο πολλαπλασιασμός των πόλεων συνοδεύτηκε από αύξηση των επαγγελμάτων και της εξειδίκευσης της εργασίας, κάτι που απαιτούσε αυξημένες εξειδικευμένες  γνώσεις.

Τέτοια ήταν πολλά αστικά επαγγέλματα όπως οι έμποροι, οι τραπεζίτες κλπ και άλλα που απαιτούσαν μακροχρόνιες ίσως σπουδές όπως  αρχιτέκτονες, ναυπηγοί, χαρτογράφοι, δικηγόροι, δικαστές, συμβολαιογράφοι, καλλιτέχνες, καθηγητές, ιατροί… Τα επαγγέλματα αυτά εξασφάλιζαν και αυξημένα εισοδήματα, οπότε μπορούσαν οι οικογένειες αυτές, σε κάποιο βαθμό, να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος σπουδών των παιδιών τους, προσδίδοντας και κληρονομικότητα στα επαγγέλματα αυτά.

Από την άλλη πλευρά, οι ανώτερες σπουδές θεωρήθηκαν μέσο ή μηχανισμός κοινωνικής ανόδου αποτελώντας ισχυρό κίνητρο για τους φιλόδοξους νέους.

Επίσης το αναδυόμενο απολυταρχικό κράτος, το πλήρες κράτος, με τη διεύρυνση των ρόλων και των μηχανισμών του, συνοδευόταν επίσης από εξειδίκευση των μηχανισμών του και είχε ανάγκη από ειδικούς.

Ακόμα και η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία ένιωθε αυξημένη πίεση να ισχυροποιήσει το γνωστικό οπλοστάσιό  της είτε για να αντιμετωπίσει τα διάφορα σχίσματά της, τις διάφορες αιρέσεις όπως και ιδιαίτερα την πίεση των μουσουλμάνων που είχαν εξαπλωθεί στο μισό σχεδόν τότε γνωστό κόσμο και συνέχιζαν να επεκτείνονται σε βάρος και της χριστιανοσύνης. Όμως η αντιμετώπιση ενός τόσο ισχυρού αντιπάλου προϋπέθετε τη συστηματική, τη σε βάθος, την ειδικευμένη, τη μεθοδική, τη χρονοβόρα και δαπανηρή μελέτη του. Ιδιαίτερα, όταν αυτός υπερέχει στην άλγεβρα, στη μελέτη της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, στη μελέτη του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού γενικότερα, στις βιβλιοθήκες… Προφανώς οι υπάρχουσες μοναστηριακές σχολές αδυνατούσαν να καλύψουν αυτή την ανάγκη, αδυνατούσαν  να παράγουν γνώσεις και θεωρίες τόσο υψηλού επιπέδου.

Γιατί δεν επαρκούσε η μελέτη των θρησκευτικών κειμένων, η καλλιέργεια της πίστης, απαιτούνταν και η μελέτη των ‘‘εθνικών’’ κειμένων, η καλλιέργεια της επιστήμης  και της λογικής. Απαιτείτο  η προσαρμογή και η ‘‘εναρμόνιση’’ των παρωχημένων απόψεων με τις νέες κάτι που μπορούσαν να πετύχουν μόνο κάτοχοι και των ιερών γραφών και της σύγχρονής τους επιστήμης. Και αυτοί ακριβώς αναδείχτηκαν οι πιο δημιουργικοί ερμηνευτές των γραφών.

Από την άλλη πλευρά είχε αυξηθεί η συσσωρευμένη και προσφερόμενη γνώση. Έτσι βλέπουμε τη θεαματική αύξηση του αριθμού και του πλούτου των Βιβλιοθηκών. Με πιο ονομαστές, κατά τον 15οαιώνα, αυτές του Βατικανού και τη Λαυρεντιανή της Φλωρεντίας.

Η μικρογράμματη γραφή κατά το 13ο αιώνα απλοποιείται και γράφεται πιο γρήγορα. Επίσης παρατηρείται εγκατάλειψη της καλλιγραφίας χάριν της πρακτικότητας και της ευκολίας. Το γραπτό κείμενο δεν έχει πια  διακοσμητικό αλλά χρηστικό χαρακτήρα.

Παρατηρούνται επίσης ποικίλες τεχνικές βελτιώσεις στην επεξεργασίας της περγαμηνής (δερμάτων), την οποία χρησιμοποιούσαν ως γραφική ύλη. Από το 12ο αιώνα και πιο πολύ από τον 13ο χρησιμοποιείται το χαρτί, του οποίου οι τεχνικές παραγωγής βελτιώνονται σε βάθος αιώνων. Επίσης βελτιώνονται οι γραφίδες.

Ως αποτέλεσμα, συγκρίνοντας  το 12ο αιώνα με τον προηγούμενό  του βλέπουμε πως ο αριθμός των χειρογράφων στη Δυτική Ευρώπη διπλασιάζεται σχεδόν. Η ίδια αυξητική τάση συνεχίζεται και τους επόμενους αιώνες. Κάθε αιώνας και διπλασιασμός. Η τυπογραφία, τον 15ο  αιώνα, βέβαια θα ενισχύσει περαιτέρω αυτήν την τάση. Αντίστροφη τάση, πτωτική, παρατηρείται στις τιμές των χειρογράφων, κάτι που επιτρέπει την απόκτησή τους  από ευρύτερα στρώματα (αριστοκρατών και πλουσίων αστών βεβαίως).

Ακόμα  οι δυτικοευρωπαίοι έρχονται σε επαφή με τα έργα των αράβων, ιδίως μέσω Ισπανίας και Σικελίας. Επιπλέον οι άραβες φέρνουν στη Δύση τα έργα  των αρχαίων  ελλήνων. Μάλιστα μετά την πτώση της Κων/πολης ενισχύεται αυτή η τάση, γιατί θα καταφύγουν στη Δύση πολλοί λόγιοι ελληνομαθείς οι οποίοι μεταφέρουν εκεί και την αρχαιογνωσία τους και άγνωστα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Έτσι η επανανακάλυψη των αρχαίων κειμένων  επέτρεψε την ταχύτερη διάδοση των ιδεών.

Μα και η χρήση των  καθομιλούμενων γλωσσών στο γραπτό λόγο διευκολύνει, επίσης, τη διάδοση των ιδεών. Διάσημοι πρωτοπόροι λογοτέχνες, που κάνουν αυτή την επιλογή, ο Δάντης, ο Πετράρχης και τόσοι άλλοι.

Ενισχύεται επίσης ο ρόλος του γραπτού λόγου στη διαδικασία της μάθησης. Μάλιστα, «το καταστατικό του Πανεπιστημίου της Πάντοβας διακηρύσσει το 1264 ‘‘Αν δεν υπήρχαν τα αντίτυπα δεν θα υπήρχε πανεπιστήμιο’’». 3*  Και περισσότερο ακόμα, καθώς  τα αντίτυπα δεν περιορίζονται στο χώρο μόνο του πανεπιστημίου, η γνώση ‘‘ξεχειλίζει’’ πέρα από τα πανεπιστήμια, όπως προηγούμενα ‘‘ξεχείλισε’’ πέρα από τις μοναστηριακές σχολές.

Τα πανεπιστήμια, που πολλαπλασιάζονται το  13ο  αιώνα καθώς ιδρύονται σε μια ολόκληρη σειρά πόλεων και χωρών με πιο γνωστά από αυτά: του Cambridge στην  Αγγλία, (είχε προηγηθεί η Οξφόρδη), της  Σαλαμάνκα και  του Βαγιαδολίδ  στην Ισπανία,   της Πάντοβα , της Νάπολης και της Σιένα στην Ιταλία, της Τουλούζης στη Γαλλία, είναι αδιάψευστος μάρτυρας της συνεχιζόμενης και επιταχυνόμενης συσσώρευσης γνώσεων.

Από τη μακρινή Ασία, την Ινδία, την Κίνα φθάνουν στην Ευρώπη τόσα προϊόντα,  μέθοδοι, τεχνικές, γνώσεις.  Φθάνουν η πυρίτιδα, η πυξίδα, το χαρτί, τα κινητά τυπογραφικά στοιχεία, τα μπαχαρικά, τα σύμβολα και το σύστημα που επινόησαν οι ινδοί  για τους αριθμούς, τα γνωστά και ως «αραβικά ψηφία», τα οποία  είναι μάλλον «ινδο-αραβικά». Φθάνει το ‘‘μηδέν’’ ως σύμβολο αριθμού, κάτι που έλειπε από τα ευρωπαϊκά συστήματα γραφής (εκτός των…. ) των αριθμητικών συμβόλων, αυτό το τόσο δύσκολο και τόσο πολύτιμο ‘‘τίποτα’’.

Τέλος οι ίδιοι οι ευρωπαίοι δοκιμάζουν ταξίδια μακρινά αναζητώντας θησαυρούς.. γνώσεων, όταν δεν εμπορεύονταν  οτιδήποτε  άφηνε αρκετό κέρδος… ή στα ενδιάμεσα των ληστειών ή και παράλληλα με αυτές. Έτσι τα ταξίδια, το  εμπόριο, οι αφηγήσεις, οι περιγραφές εξερευνητών, όπως ο Μάρκο Πόλο, εξήψαν τη φαντασία των δυτικοευρωπαίων και παρακινούσαν σε ακόμα πιο παράτολμες εξερευνήσεις.

Ένας αιώνας περίπου χρειάστηκε για να μετατραπεί η πρωτοβουλία των «μελετητών» στο δοκιμασμένο και πετυχημένο θεσμό των πανεπιστημίων. Έκτοτε ο Πάπας, οι μονάρχες, οι πλούσιοι μαικήνες έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση πανεπιστημίων, στη σύνταξη των κανονισμών λειτουργίας τους , στην οικονομική τους υποστήριξη, στην παραχώρηση προνομίων,  στην αναγνώριση των τίτλων σπουδών τους όπως και του δικαιώματος χορήγησής των. Η υποστήριξη του πανεπιστημίου από αυτούς τους φορείς σήμαινε και την εξάρτησή του από αυτούς και δινόταν η εντύπωση ότι είναι δικό τους δημιούργημα ενώ, αντίθετα, ο θεσμός ήταν αναγκαστική επιλογή για όποιον ήθελε να επωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα κύρους και ισχύος που προσέφερε η λειτουργία του. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι το Κράτος, η Εκκλησία, οι πλούσιοι αστοί διαμόρφωναν το Πανεπιστήμιο, διαμορφώνονταν και αυτοί με τη σειρά τους από αυτό, έστω και σε μικρότερο βαθμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1* Δεν υπάρχει σαφής επίσημος ορισμός του τι σήμαινε το Studium  generale. Αυτός ο όρος πρωτοεμφανίστηκε και καθιερώθηκε από την καθημερινή του χρήση  στις αρχές του 13ου  αιώνα και αρχικά σήμαινε ένα μέρος όπου οι φοιτητές γίνονταν δεκτοί από οποιοδήποτε μέρος, περιοχή, χώρα κι αν προέρχονταν.  Στη συνέχεια ο όρος απέκτησε ένα πιο ακριβές, αν και ανεπίσημο, νόημα. Στον ‘‘κοσμοπολίτικο’’ χαρακτήρα του προστέθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση και  η διδασκαλία εκτός των τεχνών (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία, μουσική) και μιας τουλάχιστον επιστήμης (θεολογία, νομική, ιατρική), όπως επίσης ένα σημαντικό μέρος των μαθημάτων να το διδάσκουν  κάτοχοι…

2* ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ,  ΖΑΚ ΛΕ ΓΚΟΦ, ΚΕΔΡΟΣ, 2002, ΑΘΗΝΑ, σελ. 33

3*  ΖΑΚ ΛΕ ΓΚΟΦ, ο. π.   σελ.136

Σημείωση από τΜτΒ: Η εικόνα είναι από το … Le triomphe de saint Thomas d’AquinFrancisco de Zurbarán1631, 475 x 375 cm, Séville, Musée provincial des beaux-arts

*****

Η  ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ

Ο θεσμός του Πανεπιστημίου γεννήθηκε από την αστική συντεχνιακή μεσαιωνική φεουδαρχική κοινωνία, καθοριζόταν από αυτήν και έφερε τα χαρακτηριστικά των γεννητόρων του. Η μεγάλη πλειοψηφία των καθηγητών ήταν κληρικοί. Ταυτόχρονα και αντιφατικά ήταν αστοί, επαγγελματίες, ‘‘πωλητές λέξεων’’ ειδικοί της επιστήμης, πνευματικά εργαζόμενοι, και ως τέτοιοι συγκρότησαν την πανεπιστημιακή συντεχνία. 1*

Είχε όμως  και τα δικά του ιδιαίτερα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά  το πανεπιστήμιο, με κυριότερο ίσως, δείγμα της ιδιόμορφης  φύσης του, την πάλη της εκπαιδευτικής κοινότητας-συντεχνίας για αυτονομία, αυτοδιοίκηση, αυτοπροσδιορισμό, ακαδημαϊκή ελευθερία, πανεπιστημιακό άσυλο. Πρόκειται για αγώνες που εκτυλίσσονται σε όλο το διάβα των αιώνων και σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη της ύπαρξής του. Μια πάλη που το σημάδεψε από την εμφάνισή του, το έφερε σε σύγκρουση με την εκκλησία, με το κράτος, με την κοινότητα της πόλης που έδρευε, μια πάλη που το συντροφεύει αιώνες τώρα και θα το συνοδεύει μέχρι ίσως τη δύση του. Γιατί το πανεπιστήμιο γεννήθηκε ως επιβεβαίωση, ως επιβράβευση της φεουδαρχικής κοινωνία μα και ταυτόχρονα ως άρνησή της, διαμορφούμενο σε ποικιλία μορφών και φέρνοντας εντός του σειρά αντιφάσεων.

Έτσι ήταν ο ίδιος ο Πάπας Γρηγόριος ΙΧ που το 1231 με παπική βούλα αναγνώριζε την ανεξαρτησία και την αυτο-διακυβέρνηση του πανεπιστημίου του Παρισιού χαρακτηρίζοντάς το «Parens Scientiarum» μητέρα των επιστημών. (Το πανεπιστήμιο λοιπόν θεωρείται θεματοφύλακας της ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, η οποία έρχεται να πάρει τη θέση της δίπλα στην θρησκευτική πίστη, στα όπλα, στην αριστοκρατία της καταγωγής, στον οικονομικό πλούτο ως παράγων και κριτήριο ανάδειξης στο κλειστό σύστημα των θεσπισμένων, των νομο-κατεστημένων κοινωνικών τάξεων.)

Το τίμημα της ανεξαρτησίας είχε πληρωθεί και πολύ ακριβά μάλιστα. Είχε προηγηθεί  η σύγκρουση των φοιτητών με τη βασιλική αστυνομία της Γαλλίας το 1229 με πολλούς νεκρούς φοιτητές, η διετούς διάρκειας απεργία των καθηγητών και η φυγή πολλών μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας για άλλες πόλεις και χώρες. Στην Οξφόρδη το πανεπιστήμιο κέρδισε τις πρώτες του ελευθερίες στα 1214, όταν διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των βαρόνων και του Ιωάννη του Ακτήμονα, ο οποίος τελικά, τον επόμενο χρόνο, θα υποχρεωθεί να παραχωρήσει τη  Magna Carta 2*. Τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν μια σειρά συγκρούσεων των πανεπιστημιακών και των βαρόνων εναντίον του βασιλιά Ερρίκου ΙΙΙ, ο οποίος θα δώσει τον «όρκο της Οξφόρδης» για συμφιλίωση. Το πανεπιστήμιο πάλι του Κέιμπριτζ ιδρύθηκε στα 1209, όταν κατέφυγαν εκεί πολλά μέλη της πανεπιστημιακής συντεχνίας της Οξφόρδης μετά από άγριες συγκρούσεις της κοινότητας αυτής  με τους αστούς  κατοίκους της πόλης.  Μα και το πανεπιστήμιο της Πάδοβας οφείλει την ύπαρξή του σε καθηγητές και φοιτητές που εγκαταλείψαν τη Μπολόνια το 1222.

Πολύ συχνά  επίσης το πανεπιστήμιο κλήθηκε να παίξει το ρόλο του διαιτητή στις μεγάλες συγκρούσεις όπως στη Σύνοδο της Ρονκάλια στα 1158 όπου η πλειοψηφία των διδακτόρων  του πανεπιστημίου της Μπολόνιας  δικαίωσε τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Μπαρμπαρόσα στη διαμάχη του με τον Πάπα, δεχόμενη  ότι ο αυτοκράτορας  είναι προικισμένος από το Θεό με το δικαίωμα να θεσπίζει νόμους και πως το Ρωμαϊκό Δίκαιο υπερτερεί του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας  στις κοσμικές, κρατικές υποθέσεις. Με τη σειρά του ο Αυτοκράτορας αντάμειψε το πανεπιστήμιο της Μπολόνιας παρέχοντάς του την  προστασία του και δικαστικά προνόμια με την «Auttentica Habita» την οποία στα 1303 αναγνώρισε  και ο πάπας Βονιφάτιος ο Η’.

Τα πανεπιστήμια έπαιξαν το ρόλο του διαιτητή  και στις  θεολογικές διαμάχες της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, στα σχίσματά της, στην καταπολέμηση των αιρέσεων (μα και στην παραγωγή τους)  που προέκυπταν στους κόλπους της. Στη σύνοδο της Κωνσταντίας (1414-18) το πανεπιστήμιο του Παρισιού με τον καγκελάριο (πρύτανή)του Jean de Charlier Gerson έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στον τερματισμό του «Δυτικού Σχίσματος», στην επανένωση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και στην καταδίκη των  απόψεων του Τζον Ουίκλιφ και του Γιαν Χους, ο οποίος κάηκε στην πυρά και οι στάχτες του ρίχτηκαν στον ποταμό Ρήνο ενώ  η ιδιότητα και ο τίτλος του διδάκτορα του πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας δεν φαίνεται να τον βοήθησαν. Τον Ουίκλιφ πάλι, φιλόσοφο, θεολόγο, καθηγητή του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, μεταφραστή της Αγίας Γραφής στην καθομιλούμενη  γλώσσα δεν μπορούσαν να τον κάψουν ολόκληρο, ξέθαψαν λοιπόν και έκαψαν τα οστά του. (Έτσι που να μην ξεχνάει κανείς πως η εξουσία της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στον κόσμο ετούτο ούτε στον τρέχοντα χρόνο αλλά εκτείνεται επί  «ζώντων τε και τεθνεώτων», «ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων» και  επί «του άπαντος αιώνος».)

Τότε (1409) ιδρύεται και το πανεπιστήμιο της Λειψίας από τα γερμανόφωνα μέλη της πανεπιστημιακής συντεχνίας που αναγκάστηκαν να φύγουν από το πανεπιστήμιο της Πράγας, εξ αιτίας αγεφύρωτων διαφωνιών με τη διδασκαλία του Γιαν Χους και του διατάγματος «Kutná Hora»  το οποίο ευνοούσε σκανδαλωδώς τους Τσέχους σε βάρος τους. Έτσι το πανεπιστήμιο της Πράγας κλονιζόταν από μείγμα διενέξεων θρησκευτικού, εθνικού και πολιτικού χαρακτήρα, έχανε τον πολυεθνικό χαρακτήρα και έπαιρνε εθνικά χαρακτηριστικά.

Το  πανεπιστήμιο λοιπόν από την ίδια τη φυσιογνωμία του, από τους πολλαπλούς ρόλους που καλείται  να παίξει ήταν αναγκασμένο να επιδιώκει την ανεξαρτησία και την αυτοδιοίκηση του, να μην ταυτίζεται ούτε με την πόλη ούτε με το κράτος ούτε με την εκκλησία αλλά να κυμαίνεται μεταξύ τους σαν άπιστη ερωμένη χωρίς να παραχωρεί σε κανέναν αποκλειστικότητα. Προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες και στην εκκλησία και στο κράτος και στην πόλη καθιστάμενο χρήσιμος και αναγκαίος θεσμός και επιζητούσε ως αντάλλαγμα προνόμια, επαγγελματικό μονοπώλιο, ευνοϊκή μεταχείριση, τίτλους, αναγνώριση. Από τους κόλπους του βγήκαν πάπες, αυτοκράτορες, άγιοι, στελέχη διοίκησης των κοσμικών και των θρησκευτικών εξουσιών. Βγήκαν βέβαια και αιρετικοί, ανατροπείς, αμφισβητίες, θεωρητικοί θεμελιωτές νέων θρησκευτικών δογμάτων, όπως ο Λούθηρος. Ήταν λοιπόν και ο κόσμος του πανεπιστημίου ένας απατηλός κόσμος σαν τη γυναίκα της Κασσιανής και του Θεόφιλου,  πηγή των καλύτερων μα και των χειρότερων για τον κόσμο, πόρνη και αγία, οίκος θεού μα και Σόδομα και Γόμορρα.

Μπορούσε λοιπόν το πανεπιστήμιο να μεσολαβεί στις διενέξεις μεταξύ των εξουσιών, γιατί δούλευε για αυτές, γιατί τις υπηρετούσε, τις υποστήριζε, γιατί ήταν κομμάτι τους, θεσμός της αστικής φεουδαρχικής κοινωνίας, γιατί βρισκόταν στη μέση τους, γιατί ήταν εξαρτημένο από το σύνολο των εξουσιών και ανεξάρτητο από κάθε μία ξεχωριστά και όπως ο Σόλωνας, ο αθηναίος νομοθέτης  ‘‘άμυνα κρατούσε από όλες τις μεριές λύκος ζωσμένος από σκυλολόι πυκνό’’. ( Ή και αντίστροφα: όφειλε τη σχετική του αυτονομία  στις αντιθέσεις των δυνάμεων που επιδίωκαν την υποταγή και τον έλεγχό του.) Χωρίς τον ατίθασο και απείθαρχο χαρακτήρα του δεν θα μπορούσε να επιτελέσει αυτό το ρόλο, να προστατεύει τις εξουσίες από τον ίδιο τον εαυτό τους, από την αλαζονεία της ισχύος τους, που οδηγούσε σε καταστροφικές μεταξύ τους, συγκρούσεις και με αυτήν ακριβώς την έννοια ήταν ανεξάρτητο και αυτοδιοίκητο.

Δεν ήταν τυχαίο που μόνο τρείς ήταν οι ανώτερες πανεπιστημιακές σχολές και μια σχολή θεωρούνταν πανεπιστήμιο μόνο αν σε αυτήν διδάσκονταν μία από τις αντίστοιχες επιστήμες: της θεολογίας, της νομικής και της ιατρικής. Από τις τρεις η νομική έχει την πιο στενή και άμεση σχέση με την πολιτική, με τη νομοθετική και την κρατική εξουσία. Όπως δείχνει πολύ χαρακτηριστικά ο Πρωταγόρας στον πλατωνικό διάλογο, όπου αφηγείται το μύθο που ο Ζευς έστειλε τον Ερμή να μοιράσει ίσια σε όλους τους ανθρώπους τη «Δίκη και την Αιδώ» για να μην αφανισθεί το γένος των ανθρώπων, που είχαν μαζευτεί στις πόλεις, από τις μεταξύ τους συγκρούσεις και για να μπορεί ο καθένας να συμμετέχει στα κοινά και να συνειδητοποιεί την ανάγκη θέσπισης δίκαιων, λειτουργικών και εφαρμόσιμων νόμων. Άλλωστε στην Αθηναική Δημοκρατία η ιδιότητα του πολίτη ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του δικαστή.

Μετά την κατάλυση της αρχαίας δημοκρατίας ο δήμος έχασε την εξουσία και  ο ελεύθερος κάτοικος της πόλης την ιδιότητα του πολίτη, επομένως και την ιδιότητα του δικαστή. Τους νόμους πλέον τους έβαζε η εκάστοτε κρατική εξουσία, υπηρετώντας το εκάστοτε ταξικό σύστημα, και ονόμασε «Δίκαιο» τη δικιά της νομοθεσία.  Μα η παραγωγή του «Δικαίου»  είναι ιδιαίτερα απαιτητική υπόθεση, πολύ πιο δύσκολη ή εξίσου με τη στρατιωτική κατάκτηση τεράστιων περιοχών και πληθυσμών και σπουδαιότερη από το σχηματισμό εφήμερων αυτοκρατοριών. Υπήρξαν πάμπολλα κράτη, κρατίδια και αυτοκρατορίες στην ιστορία με το δικό του «Δίκαιο» το καθένα μα ανάμεσα τους ένα ξεχώρισε: το  «Ρωμαϊκό Δίκαιο».

Αυτό χτίστηκε με την εμπειρία και τη θεωρητική επεξεργασία αιώνων, είχε δεχτεί την ισχυρότατη επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, της φιλοσοφίας, των συστημάτων δικαίου, όπως επίσης την παράδοση της ρωμαϊκής «res publica» και  ήταν αυτό που μαζί με τις ρωμαικές λεγεώνες προσέδιδε ισχύ και μακροημέρευση στην αυτοκρατορία και εξασφάλιζε  την PAX  ROMANA. Η δοκιμασμένη επιτυχής λειτουργία του, η εσωτερική λογική συνοχή του, η στέρεα δόμησή του  επέτρεψαν τη μελέτη και τη διδασκαλία του ακόμη και μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας που το δημιούργησε.

Η  επεξεργασία  και η κωδικοποίησή  του »Δικαίου» (της νομοθεσίας) δεν ήταν πλέον υπόθεση του «Δήμου» αλλά έργο των ειδικών, των νομομαθών οι οποίοι αντιλαμβάνονταν πως: νόμος είναι η έκφραση της βούλησης και των συμφερόντων των κατόχων της εξουσίας, ενώ  ταυτόχρονα είναι περιορισμός και οριοθέτησή της. Αν η κατοχή της εξουσίας επιτρέπει και επιβάλλει τη θέσπιση νόμων, η »νομιμότητα» της εξουσίας καθορίζεται από προϋπάρχοντες νόμους αλλά και από την ποιότητα και τη λειτουργικότητα των νόμων που αυτή παράγει. Μπορεί ο νόμος να είναι μέσο ή τεχνική άσκησης εξουσίας αλλά είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική τεχνολογία που μόνο ειδικοί μπορούν να την παράγουν. άλλωστε στις ταξικές κοινωνίες (εξ ορισμού άδικες) η μεταμφίεση των νόμων σε «Δίκαιο» απαιτεί σειρά μεθόδων, τεχνικών και διαδικασιών όπως και τη συνδρομή και άλλων μηχανισμών.  Έτσι οι νομομαθείς υπηρετούσαν την εκάστοτε εξουσία αλλά ήταν πολύτιμοι και απαραίτητοι υπηρέτες της και  από το δικό τους έργο κρινόταν τελικά η ίδια η υπόσταση και η ύπαρξη της εξουσίας.

Σημειώσεις

1* Συντεχνία (επαγγελματική ένωση): πρόκειται για στάδιο θεσμικής ανάπτυξης της πόλης. «Σε κάθε πόλη που ένα επάγγελμα συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό μελών, οι επαγγελματίες αυτοί οργανώνονται για να υπερασπιστούν  τα συμφέροντά τους και να εξασφαλίσουν το μονοπώλιο.» ΖΑΚ ΛΕ ΓΚΟΦ, «οι διανοούμενοι στο μεσαίωνα», ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 109

2* Η Μάγκνα Κάρτα (λατινικά Magna Carta, «Μεγάλη Χάρτα»), που αποκαλείται και Magna Carta Libertatum («Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών»), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας. Η Μάγκνα Κάρτα ζητούσε από τον Βασιλιά να αποκηρύξει κάποια δικαιώματά του, να σεβαστεί τις νομικές διαδικασίες και να αποδεχτεί ότι θα δεσμεύεται από τους νόμους και προστάτευε δικαιώματα των υπηκόων του Βασιλιά, ιδιαίτερα από την παράνομη φυλάκιση.

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στα »Αντιτετράδια της εκπαίδευσης», τευχος 108, Χειμώνας 2014-2015.