Έχει παρέλθει πλέον η εποχή των επαναστάσεων;

Έχει παρέλθει πλέον η εποχή των επαναστάσεων;

Του Γιώργου Λιερού*

 Τμήμα της εισήγησης κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξανδρου Κιουπκιολή «Για τα κοινά της ελευθερίας», εκδόσεις Εξάρχεια, η οποία έγινε στο Nosotros, στις 2/3/2015

Έχει πια περάσει η εποχή των επαναστάσεων; Ή έχει περάσει, τουλάχιστον όσον αφορά τη δική μας γενιά και τις αμέσως επόμενες; Με την εδραίωση της σύγχρονης απολυταρχίας μπαίνουμε σε μια μακριά περίοδο κοινωνικής ειρήνης ανάλογη με εκείνη στην οποία μπήκε η Ευρώπη με την εδραίωση του απολυταρχικού κράτους και αφού καταλάγιασαν οι επαναστατικές θύελλες που μετά την κατάρρευση της φεουδαρχίας σάρωναν για δύο αιώνες την ήπειρο (μετά το 1350 και τον Μαύρο Θάνατο);

Το 1989 είναι σημαδιακό γιατί αποτελεί ορόσημο για δύο χρεοκοπίες που είχαν ήδη συντελεστεί. Από τη μια της σοσιαλδημοκρατίας η οποία στηριζόταν στην οργανωμένη σε συνδικάτα εργατική τάξη και υπεράσπιζε το κράτος πρόνοιας, και από την άλλη της ιδέας της  κομμουνιστικής επανάστασης (τόσο στη μαρξιστική λενινιστική της όσο και στην αναρχική της εκδοχή).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κεϋνσιανισμός είναι ουσιαστικά νεκρός και μαζί του η παλιά σοσιαλδημοκρατία. Ωστόσο στις μέρες μας είναι ολοζώντανα πολιτικά σχέδια τα οποία αντιπροσωπεύουν τα λαϊκά συμφέροντα αξιοποιώντας τα περιθώρια που αφήνει το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, το οποίο όμως δεν αμφισβητούν στο σύνολό του (τέτοια σχέδια αποτελούν πολλές αριστερές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική, ο Ομπάμα, ένα μέρος τουλάχιστον του ΣΥΡΙΖΑ κ.ά.). Όχι μόνο δεν έχουν καμία πρόθεση ρήξης με τον καπιταλισμό αλλά ούτε καν επιδιώκουν να εφαρμόσουν μια εντός του καπιταλισμού εναλλακτική (κεϋνσιανή ή άλλου τύπου)  στον κυρίαρχο φιλελευθερισμό. Επίσης έχουν λίγο πολύ εγκαταλείψει τα σοσιαλιστικά στρατηγικά οράματα και σε αρκετές περιπτώσεις την μαρξιστική ορολογία. Αυτά τα πολιτικά σχέδια αντιπροσώπευσης των λαϊκών συμφερόντων έχουν προετοιμαστεί καλά τις προηγούμενες δεκαετίες τουλάχιστον σε δύο επίπεδα.

• Με την αξιοποίηση των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων, του κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης αλλά και των πρόσφατων κινημάτων των πλατειών. Τα κινήματα αυτά είχαν ένα εγγενές επαναστατικό δυναμικό το οποίο όμως δεν μπόρεσε να μετατραπεί σε αντικαπιταλιστικό πολιτικό σχέδιο. Μια χαρακτηριστική στιγμή αυτής της αποτυχίας ήταν η εκτόπιση του PGA από το κοινωνικό φόρουμ.

• Με την επεξεργασία μιας νέας πολιτικής γλώσσας (εκείνης των μεταμοντέρνων ιδεολογιών) πολύ πρόσφορης για επιμέρους διεκδικήσεις ή αιτήματα, η οποία όμως δεν επιτρέπει καν τη διατύπωση ενός αιτήματος συνολικής αλλαγής. Αυτή η νέα γλώσσα αναπτύχθηκε σε στενή σχέση με τις επικοινωνιακές τεχνολογίες και σε πολεμική με την διαλεκτική, δηλαδή με την θεωρία της επανάστασης, των διχαστικών συγκρούσεων και των ολικών ανατροπών. Στα πλαίσιά της η Πράξη (σχέση υποκειμένου/αντικειμένου) εξαερώνεται σε κείμενα και αφηγήσεις. Το βιβλίο του Κιουπκιολή είναι ένα μοναδικό εγχειρίδιο γιατί προσπαθεί να μας μάθει αυτή τη γλώσσα καλώντας μας να την χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε το κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, τα κινήματα των πλατειών κ.ά. Αποτελεί λοιπόν ένα πολύ σημαντικό εισαγωγικό πολιτικό κείμενο που έρχεται να μας βοηθήσει να πάρουμε θέση απέναντι στα εν λόγω πολιτικά σχέδια λαϊκής αντιπροσώπευσης. Είτε για να προσχωρήσουμε σε αυτά τα σχέδια είτε, αντίθετα, για να επιβεβαιώσουμε τη στράτευσή μας στην ιδέα της κομμουνιστικής (ελευθεριακής) επανάστασης. Ο ριζοσπαστισμός του βιβλίου βρίσκεται στο ότι, ενώ μας καλεί να αναμετρηθούμε με τις απορίες της κάθε λύσης, δεν επιτρέπει ενδιάμεσες απαντήσεις π.χ. του είδους του Χολογουέι.

*

Μπορούμε λοιπόν να συνοψίσουμε δύο λόγους για τους οποίους πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο του Κιουπκιολή.

α. Το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό εγχειριδιακό βοήθημα. Ο Κιουπκιολής παρεμβαίνει στον διάλογο ανάμεσα στους Λακλάου, Χαρντ και Νέγκρι, Ζίζεκ κ.ά. σε ένα διάλογο ο οποίος αποτυπώνει ευρείες συμφωνίες, στην οντολογία, την μέθοδο, την πολιτική, κ.τ.λ. Για παράδειγμα η άποψη για τη διαζευκτική σύζευξη κινημάτων/αριστερών κυβερνήσεων, με τις μεγαλύτερες ή μικρότερες παραλλαγές της, αποτελεί κοινό τόπο ανάμεσα στον Ζίζεκ,  τους Χαρντ και Νέγκρι κ.ά. Όλοι αυτοί οι στοχαστές έχουν ένα μεγάλο βάρος στα πανεπιστήμια και στα ΜΜΕ. Πρόκειται όχι οπωσδήποτε για σπουδαίους φιλοσόφους αλλά για μερικούς από τους σημαντικότερους ιδεολόγους της εποχής μας. Αποτελούν την αναγνωρισμένη, την επίσημη αντιπολίτευση, μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Είμαστε υποχρεωμένοι να γνωρίζουμε τις απόψεις τους (για να πάρουμε θέση απέναντί τους) και το βιβλίο είναι ένα πολύτιμο βοήθημα γι’ αυτό.

β.  Ο Κιουπκιολής δεν μένει στη μέση του δρόμου όπως ο Χόλογουέι και διάφοροι μετα-αναρχικοί ή αυτόνομοι μαρξιστές που τους έχουν περί πολλού στους κύκλους μας. Υποστηρίζει σωστά την ανάπτυξη εναλλακτικών υποδομών για να αντικαταστήσουν τις κρατικές και τονίζει ταυτόχρονα τα αδιέξοδα του μικρο-εναλλακτισμού στις ρωγμές του συστήματος. Έχει δίκιο στο ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το κράτος και την πολιτική. Όμως η  διαζευκτική σύζευξη κινημάτων/κυβερνώσας αριστεράς που προτείνει είναι αυτό που έτσι ή αλλιώς θα συμβεί αν τα κινήματα «στρέψουν τα νώτα τους» στην πολιτική. Εκ των πραγμάτων προκύπτει «αυθόρμητα» μια συμπληρωματική σχέση κινημάτων και αριστερών κυβερνήσεων, εάν τα κινήματα δεν μπορέσουν να αναδείξουν και να προετοιμάσουν πολιτικοκοινωνικά ένα σχέδιο συνολικής αλλαγής, που θα απευθύνεται σε μια πλειοψηφική λαϊκή συμμαχία. Όποιος αρνείται την αναγκαιότητα ενός τέτοιου σχεδίου στην πράξη, έχει προσχωρήσει στην άποψη της διαζευκτικής σύζευξης κινημάτων/αριστερών κυβερνήσεων.

*

Τα κινήματα οπωσδήποτε χρειάζονται πολιτικές συμμαχίες και πολύ συχνά είναι αναγκασμένα να κάνουν μεγαλύτερους ή μικρότερους συμβιβασμούς. Το ζήτημα όμως είναι να μην εκχωρήσουν την πολιτική τους αυτονομία. Εάν στα πλαίσια της διαζευκτικής σύζευξης η αριστερά έχει αναλάβει την πολιτική αντιπροσώπευση των κινημάτων, τότε απλώς πρόκειται για την ηγεμονία της αριστεράς πάνω στα κινήματα.

Μπορούμε να επεξεργαστούμε σήμερα αντί της διαζευκτικής σύζευξης μια στρατηγική ρήξης των κινημάτων με τον πολιτικό ορίζοντα της κυβερνώσας αριστεράς; Μπορούμε δηλαδή να αναλάβουμε ένα σχέδιο πολιτικής και κοινωνικής προετοιμασίας για την ανατροπή του καπιταλισμού; Να στοιχηματίσουμε εν μέσω της «απολυταρχικής ειρήνης» ότι θα ξαναγεννηθεί στο μέλλον μια καινούρια εποχή επαναστάσεων;

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε Δρόμο της Αριστεράς το Σάββατο 14 Μαρτίου 2015.

Ο Γιώργος Λιερός είναι κτηνίατρος, συγγραφέας.