Ἡ ἐνοχή τοῦ Ἰούδα

  νοχή το ούδα

Του Φώτη Σχοινά*

Ἔχει λεχθεῖ ὅτι « ούδας εναι τό μυστηριωδέστερον πρόσωπον ες τήν στορίαν το κόσμου» [1]. Ὄντως ὁ Ἰούδας Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης εἶναι μία τόσο αἰνιγματική καί μυστηριώδης μορφή, ὥστε κάθε προσπάθεια ἀναλύσεως τῆς ἐνοχῆς καί τῆς ἀχαριστίας πού ἐπέδειξε στόν Διδάσκαλό του εἶναι σχεδόν ματαία. Ἐν τούτοις στό μικρό αὐτό ἀρθρίδιο θά προσπαθήσουμε, ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν, νά ἀναλύσουμε τήν ἐνοχή του βάσει τῶν ἱερῶν Πατέρων καί δή βάσει τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Τό πρῶτο ἐρώτημα πού ἀναφύεται εἶναι γιατί ὁ Χριστός τόν ἐξέλεξε ὡς Ἀπόστολο, ἀφοῦ προεγνώριζε τήν κακία του; Κατά τήν ρητήν μαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐξέλεξε τούς Ἀποστόλους καί ὄχι οἱ Ἀπόστολοι Αὐτόν: «Οχ μες με ξελέξασθαι, λλ ̓ γώ ξελεξάμην μς» (Ἰω. 6, 70). Κατά τόν Ὡριγένη «…ούδαν σωτήρ ξελέξατο, οκ γνον μέν τό στερον παντησόμενον, συγχρώμενος δέ ατο τ πρό τς παραβάσεως χρόν καί τ τότε δευούσ π ̓ ρετήν προαιρέσει ες τό τς ποστολικς διακονίας ργον» (ΒΕΠΕΣ, τόμος 15, σελ. 88). Ἀρχικῶς κατά τήν ἀποστολική διακονία του, ἡ προαίρεση τοῦ Ἰούδα «δευομένη π’ρετήν» μετεστράφη ἀργότερα πρός τήν κακία καί ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ σέ ὡρισμένη χρονική στιγμή. [2]  Ὅλοι οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς οἱ ἀσχοληθέντες μέ τόν Ἰούδα συμφωνοῦν ὅτι κατά τήν χρονική στιγμή τῆς ἐκλογῆς του ὡς Ἀποστόλου, ὁ Ἰούδας ἦταν ἄξιος τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. [3] Μάλιστα ὡς καί οἱ λοιποί Ἀπόστολοι ὁ Ἰούδας ἔλαβε παρά τοῦ Κυρίου τήν ἐξουσία τοῦ ἐκβάλλειν πνεύματα ἀκάθαρτα καί θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καί μαλακίαν (Ματθ. 10, 1-4). Εἶναι χαρακτηριστικό ἐπίσης ὅτι κατά τόν Δίδυμο τόν Ἀλεξανδρέα ὁ Ἰούδας δέν ἦταν φύσει κακός καί ὅτι ἀρχικῶς κατά τούς λόγους τοῦ Χριστοῦ ἦταν καί αὐτός, ὅπως καί οἱ λοιποί Ἀπόστολοι, ὡς πρόβατον ἐν μέσῳ λύκων: «Καί τι ο κατά φύσιν ν κακός ούδας, μα πσι τος μαθητας ν κουσεν· δού ποστέλλω μς ς πρόβατα ν μέσ λύκων» (ΒΕΠΕΣ, τόμος 44, σελ. 213).

Γιατί ὅμως ἀργότερα μετεστράφη ἡ προαίρεσή του καί ἐκινήθη κατά τοῦ Χριστοῦ; Τοῦτο ἀποτελεῖ ὄντως μυστήριον. Μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν Ζηλωτής Ἰουδαῖος, ἔτρεφε ἰσχυρές μεσσιανικές προσδοκίες καί ἐξελάμβανε τόν Χριστό ὡς πολιτικό ἡγέτη καί ἐγκόσμιο λυτρωτή τῶν Ἑβραίων. Ὅταν ὅμως ἀντελήφθη ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ἄλλου εἴδους Μεσσίας, ἀπογοητεύθηκε, Τόν ἐμίσησε καί τελικῶς Τόν παρέδωσε στούς ἐχθρούς Του. Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καραβιδόπουλο «δέν εὑρισκόμεθα ἱστορικῶς μακράν τῆς ἀληθείας, ἐάν τά βαθύτερα αἴτια τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα ἀναζητήσωμεν εἰς τήν διάψευσιν τῶν μεσσιανικῶν του ἐλπίδων». [4] Ὅμως καί οἱ ἄλλοι Μαθηταί ἀρχικά εἶχαν τίς ἴδιες μεσσιανικές ἀντιλήψεις, [5] δέν ἔγιναν ὅμως προδότες. Ἐξάλλου οὐδεμία βιβλική μαρτυρία ἔχουμε ἐπ’αὐτοῦ.

Οἱ Εὐαγγελιστές συμφωνοῦν ὅτι ὁ Ἰούδας κατείχετο ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ὁμοίως καί ἡ ὑμνολογία τῶν παθῶν τονίζει ἐμφαντικῶς τό πάθος τῆς φιλαργυρίας τοῦ Ἰούδα. Ὅμως καί τοῦτο τό πάθος, μεμονωμένως λαμβανόμενο, ὑποστηρίζουν οἱ μελετητές ὅτι δέν ἀποτελεῖ ἰσχυρό κίνητρο γιά τή στυγερή προδοσία. [6] Ἐπίσης ερός Χρυσόστομος λέγει σχετικά μέ τήν ἀνάθεση τοῦ ταμείου τῆς ἀποστολικῆς ἀδελφότητος ἀπό τόν Χριστό στόν Ἰούδα: «Τόν δέ πόρρητον λόγον Θεός εδεν· ε δέ χρή μς στοχαζομένους επεν, να πσαν κκόψ πρόφασιν. Ο γάρ εχε επεν τι διά χρημάτων ρωτα ποίησε τήν προδοσίαν. Εχε κ το γλωσσοκόμου τήν παρηγορίαν τς πιθυμίας λλά διά πονηρίαν ψυχς πολλήν ν βούλετο κατέχειν (=νά ξαλείψει) Χριστός πολλ συγκαταβάσει πρός ατόν κεχρημένος (=χρησιμοποιώντας πολλή συγκατάβαση πρός ατόν). Διό οδέ νεκάλει(=δέν πετιμοσε) τ κλέπτοντι» (ΕΠΕ, τόμος 14ος, σελ. 258-260). Ἄρα κατά τόν Χρυσόστομο κίνητρο τῆς προδοσίας δέν ἦταν ἡ ἀγάπη τῶν χρημάτων, ἀλλά ἡ πολλή πονηρία τῆς ψυχῆς του. Τό βέβαιο κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο εἶναι ὅτι ἡ μεταβολή τοῦ Ἰούδα ὀφείλετο στήν προαίρεσή του, στή διεστραμμένη χρήση τῆς ἐλευθερίας του: «Εδες μαθητήν; Εδες μαθητάς; κενος προδίδωσι τόν Δεσπότην, οτοι περί τό Πάσχα μεριμνσιν· κενος σύμφωνα ποιε (=κάνει συμφωνίες), οτοι πρός πηρεσίαν παρεσκεύαζον. Πόθεν ον μεταβολή; πό τς προαιρέσεως· ατη πάντων ατία πανταχο καί τν γαθν καί τν κακν» (ΕΠΕ, τόμος 35, σελ. 572). Ἀκόμη δέ κατά τόν Χρυσορρήμονα ὁ σατανᾶς δέν εἰσῆλθε στήν καρδία τοῦ Ἰούδα μονομιᾶς, ἀλλά προοδευτικά, ἀφοῦ ἔκανε ἀπόπειρες πρῶτα καί τόν βρῆκε δεκτικό τῆς ἐνεργείας του. Ὁλοκληρωτικά τόν ἐκυρίευσε κατά τήν ὥρα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου: «Πς ον φησί, “Μετά τό ψωμίον εσλθε ες ατόν Σατανς”; τι οκ ν θρόον εσέρχεται, οδέ φ’ν, λλά πολλήν ποιεται τήν πόπειραν πρτον (=διότι δέν εσέρχεται μονομις, οτε μέ τήν πρώτη, λλά φο προηγουμένες πεχείρησε πολλές πόπειρες)· δή καί νταθα γέγονεν. Διακωδωνίσας γάρ ατόν ν ρχ (=διότι φο τόν δοκίμασε ρχικς μέ τό κωδούνισμα), καί προσβαλών ρέμα (=καί φο τόν προσέβαλε μέ ρεμία), πειδή εδεν πιτήδειο (=τοιμο, κατάλληλο) πρός ποδοχήν, λος νταθα πνευσε, καί λοσχερς ατο περιγέγονε» (ΕΠΕ, τόμος 12ος, σελ. 170-172).

Ὁ Ἰούδας μόνος του, ἀφ’ἑαυτοῦ καί μέ τήν θέλησή του συνέλαβε καί ἐξετέλεσε τήν προδοσία χωρίς νά ἐξαναγκασθεῖ ἀπό κανένα, οὔτε καί ἀπό τούς Φαρισαίους κατά τόν γιο ωάννη τόν Χρυσόστομο: «Ο γάρ μετακληθείς πό τν ρχιερέων, οκ ναγκασθείς, οδέ βιασθείς, λλ’ατός φ’αυτο καί οκοθεν τεκε τόν δόλον, καί τήν γνώμην ξήγαγε ταύτην, οδένα χων σύμβουλον τς πονηρίας ταύτης» (ΕΠΕ, τόμος 35, σελ. 560)

Ὡσαύτως ερός Χρυσόστομος τονίζει τήν ἀσύλληπτη ἀχαριστία τοῦ Ἰούδα πρός τόν Διδάσκαλό του: «ντί τίνος, επέ μοι; Τί μικρόν μέγα γκαλεν χων (=ποιά μικρή μεγάλη κατηγορία χεις), παραδίδεις τόν διδάσκαλον; τι σοί παρέδωκε τν δαιμόνων τήν ξουσίαν (=πειδή σο παρέδωσε τήν ξουσία κατά τν δαιμόνων); τι νοσημάτων λύειν ποίησε (=πειδή σο δωσε τήν δύναμη νά θεραπεύεις ρρώστιες); τι λεπρούς καθαίρειν; τι νεκρούς νιστν; τι τ τυρρανίδι ποίησε το θανάτου (=πειδή σέ πάλλαξε πό τήν τυραννική ξουσία το θανάτου); ντί τούτων τν εεργεσιν ταύτας δίδως τάς μοιβάς;» (ΕΠΕ, τόμος 35, σελ. 566). Μάλιστα Χρυσόστομος λέγει, θέλοντας νά τονίσει τήν μεγάλη ἀχαριστία τοῦ Ἰούδα, ὅτι ὁ Χριστός δέν παρέλειψε νά τόν κάνει μέτοχο τῆς ἱερᾶς τραπέζης καί νά τοῦ νίψει τά πόδια: «Καί παρν (=παρευρίσκετο) ούδας, καί μετεχε τς ερς τραπέζης. σπερ γάρ τούς πόδας ατο μετά τν λλων νιψε μαθητν, οτω καί τς ερς μετέσχε τραπέζης, να μηδεμίαν πολογίας χ πρόφασιν, άν πιμείν τ πονηρί. Πάντα γάρ τά παρ’αυτο πεδείξατο ( Χριστός), καί εσήνεγκεν (=προσέφερε), δέ (ούδας) μεινε τήν πονηράν διατηρν γνώμην» (ΕΠΕ, τόμος 35, σελ. 580). Ὁ Χριστός τά πάντα ἔκαμε προκειμένου νά τόν συνεφέρει, ὁ Ἰούδας ὅμως ἐπέμενε μέχρι τέλους στή σκλήρυνση καί πόρωσή του. Συνεχῶς μέ λεπτότητα, διάκριση καί ἀσύλληπτη εὐγένεια τοῦ ἔδιδε εὐκαιρίες μετανοίας καί ἐπιγνώσεως τοῦ ἐγκλήματός του, ὁ Ἰούδας ὅμως παρέμεινε ἀδιόρθωτος καί ἀσυγκίνητος. Μάλιστα ὁ Χριστός «ἐδάκρυσεν» καί «ἐταράχθη τῷ πνεύματι» (Ἰω. 13, 21) γιά τήν πώρωση τοῦ Ἰούδα. Εἶναι χαρακτηριστική σύν τοῖς ἄλλοις καί ἡ ὑποκρισία τοῦ Ἰούδα, ἀφοῦ ἀναιδῶς εἶπε «μήτι ἐγώ εἰμί Ραββί;» (Ματθ. 26, 25), ὅταν ἀγωνιωδῶς ἐρωτοῦσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Κύριο, ποιός εἶναι ὁ προδότης. Ἐπίσης ἡ ὑποκρισία του φαίνεται καί στό προδοτικό φίλημα τοῦ Ἰούδα στόν Χριστό στόν κῆπο τῆς Γεθσημανή στήν ὥρα τῆς συλλήψεως. Μάλιστα ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι ἐτόλμησε ὁ Ἰούδας νά καταφιλήσει τόν Κύριο ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἐπιεικείας καί μακροθυμίας Του, πρᾶγμα πού κανονικά ἔπρεπε νά τόν κάνει νά ντραπεῖ καί νά τόν ἀποτρέψει ἀπό τήν στυγερή προδοσία του: « τς μιαρς γνώμης·τί βουλεύσατο; Τί τόλμησε; Ποον σύμβολον δωκε τς προδοσίας; “ν ν φιλήσω”, φησίν. θάρρει τ πιεικεί το διδασκάλου· μάλιστα πάντων κανόν ν ατόν ντρέψαι (=ατή κριβς πιείκεια περισσότερο πό κάθε λλο ταν κανή νά τόν κάνει νά ντραπε), καί πάσης ατόν ποστερσαι συγγνώμης, τι τόν οτως μερον παρεδίδου» (ΕΠΕ, τόμος 12, σελ. 230). Δεῖγμα τῆς διαβολικῆς ὑποκριτικῆς ἱκανότητος καί δεξιοτεχνίας τοῦ Ἰούδα εἶναι ὅτι οἱ λοιποί Ἀπόστολοι, καίτοι «λυπούμενοι σφόδρα» (Ματθ. 26, 22) γιά τήν προδοσία καί τόν προδότη, δέν κατάλαβαν μέχρι τέλους ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ὁ προδότης: «Καί μετά τό ψωμίον τότε εσλθε ες κενον σατανς. Λέγει ον ατ ησος· ποιες, ποίησον τάχιον. Τοτο δέ οδείς γνω τν ντικειμένων πρός τί επεν ατ· τινές γάρ δόκουν, πεί τό γλωσσόκομον εχεν ούδας, τι λέγει ατ ησος, γόρασον ν χρείαν χομεν ες τήν ορτήν, τος πτωχος να τι δ. Λαβών ον τό ψωμίον κενος εθέως ξλθεν· ν δέ νύξ» (Ἰω. 13, 27-28-29-30).

Ὁ Ἰούδας ἀπό ἕνα σημεῖο καί πέρα μισοῦσε τόν Χριστό. Κατά τόν ἱερόν Χρυσόστομο αὐτό ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός ὅταν εἶπε «ἐμέ οὐ πάντοτε ἔχετε» (Ἰω. 12, 8). Εἶναι σά νά ἔλεγε στόν Ἰούδα «παχθής εμί καί φορτικός, λλά νάμεινον μικρόν καί πελεύσομαι» (ΕΠΕ, τόμος 14ος, σελ. 260). Ὁ Ἰούδας ἦταν ἀντιφατική καί ἐσωτερικά διχασμένη προσωπικότητα. Αὐτό δηλοῖ ἡ ὑμνογραφία ὅταν λέγει: «μισν φίλει, φιλν πώλει».

Ὁ Χριστός προκειμένου νά συνεφέρει τόν Ἰούδα καί νά τόν κάνει νά ἔλθει σέ συναίσθηση εἶπε τούς φοβερούς ἐκείνους λόγους: « μέν Υός το νθρώπου πάγει καθώς γέγραπται περί ατο· οαί δέ τ νθρώπ κείν δι’ο Υός το νθρώπου παραδίδοται. Καλόν ν ε οκ γεννήθη νθρωπος κενος» (Ματθ. 26, 24). Ὁ Ἰούδας καί ἀπό τούς φοβερούς αὐτούς λόγους ἔμεινε ἀσυγκίνητος, ὁρισμένοι ὅμως λέγουν ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν προωρισμένος («να γραφή πληρωθ» Ἰω. 17, 12) νά πράξει τήν προδοσία, βάσει τοῦ σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας τοῦ σωτηριώδους Πάθους, ἑπομένως δέν φταίει σέ τίποτα καί δέν πρέπει νά τοῦ καταλογίζεται εὐθύνη. Ἀπαντώντας ἐπ ̓ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: « Θεός δι ̓ἀγαθότητα κ το μή ντος ες τό εναι παράγει τά γιγνόμενα καί τν σομένων προγνώστης στίν. Ε μέν ον μελλον σεσθαι, οδ ̓ἄν κακοί μελλον σεσθαι οδ ̓ἄν προεγιγνώσκοντο. Τν γάρ ντων α γνώσεις, καί τν πάντως σομένων α προγνώσεις· πρτον γάρ τό εναι, καί τότε καλόν κακόν εναι. Ε δέ μέλλοντας σεσθαι διά τήν το Θεο γαθότητα τό κακούς ξ οκείας προαιρέσεως μέλλειν σεσθαι κώλυσεν ατούς γενέσθαι, τό κακόν νίκα ν τήν το Θεο γαθότητα. Ποιε τοιγαρον Θεός γαθά παντα, ποιε· καστος δέ ξ οκείας προαιρέσεως καλός τε καί κακός γίνεται. Ε καί τοίνυν φη Κύριος· “Συνέφερε τ νθρώπ κείν, ε οκ γεννήθη”, ο τήν οκείαν κτίσιν κακίζων λεγε, λλά τήν ξ οκείας προαιρέσεως καί αθυμίας πιγενομένην τ κτίσματι ατο κακίαν». (Ἔκδοσις ἀκριβής, ἔκδ. B. Kotter, τόμος II, σελ. 221-222). Ἀκόμη π. ωήλ Γιαννακόπουλος γράφει: «πεύθυνος εναι διαπράττων τό κακόν καί οχί προλέγων ατό. Τό ατό γίνεται καί μέ τόν Θεόν, ποος προεδεν καί προεπεν τήν προδοσίαν το ούδα. Εθύνεται Θεός προλέγων τό κακόν; χι. πρόγνωσις το Θεο δέν δεσμεύει τήν λευθερίαν το νθρώπου, πομένως καί το ούδα. ούδας δέν προέδωκε τόν Χριστόν πειδή προεφητεύθη, λλά πειδή πρόκειτο νά γίν προδοσία προελέχθη. κενο δηλαδή τό ποον σκανδαλίζει μς νά λέγωμεν τι ούδας δέν πταίει, διότι το προωρισμένον, εναι τι χρονικς προηγεται προφητεία καί κολουθε προδοσία. Καί μως! δεατς ες τόν νον το προφητεύσαντος Θεο προηγεται προδοσία το ούδα καί κολουθε θεία προφητεία. πομένως προφητεία ξαρτται κ τς προδοσίας καί χι προδοσία κ τς προφητείας». [7]

Γιά τήν μεταμέλεια τοῦ Ἰούδα γράφει Χρυσορρήμων γιος: «Σκόπει δέ πότε μεταμελεται. τε πηρτίσθη (=λοκληρώθηκε) καί τέλος λαβεν μαρτία…Τοσατα γον λέγοντος το ησο, οκ πεκάμφθη· πειδή δέ πηρτίσθη τό πλημμέλημα, τότε πεισλθε ατ μετάνοια· καί οδέ τότε χρησίμως. Τό μέν γάρ καταγνναι (=τό νά κατηγορήσει τόν αυτό του), καί τό ρψαι τά ργύρια, καί τό μή αδεσθναι (=τό νά μή ντραπε) τόν ουδαϊκόν δμον, πάντα ποδεκτά· τό δέ πάγξασθαι (=τό νά κρεμαστε, τό νά παγχονισθε), τοτο πάλιν σύγγνωστον (=συγχώρητο), καί πονηρο δαίμονος ργον» (ΕΠΕ,τόμος 12ος, σελ. 278). Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἱερός Χρυσόστομος κακίζει πρό πάντων τήν ἀπελπισία, τήν ὑπερβολική λύπη τοῦ Ἰούδα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπογνώσεως καί τήν αὐτοκτονία του πού τοῦ ἀπεστέρησαν τήν σωτηρία του. Κατά τόν ἱερό Πατέρα ἐάν ὁ Ἰούδας δέν αὐτοκτονοῦσε, ἀλλά ἔζη καί ζητοῦσε ταπεινά συγγνώμη ἀπό τόν Ἐσταυρωμένο θά ἐσώζετο καί αὐτός ἐξ αἰτίας τῆς ἀπύθμενης, κυριολεκτικῶς εἰπεῖν τῆς ἀνεξάντλητης καί ἄφατης φιλανθρωπίας Αὐτοῦ: «Μετενόησεν ούδας·“μαρτον”, γάρ, φησί “παραδούς αμα θον”· κουσε τν ρημάτων τούτων διάβολος· γνω τς πί τό βέλτιον ρχόμενον δο (=ντιλήφθηκε τι ρχισε νά προχωρε πρός τό καλύτερο) καί πρός σωτηρίαν βαδίζοντα, καί φοβήθη τήν μεταβολήν. Φιλάνθρωπον, φησίν, χει δεσπότην· τε μελλεν (=πρόκειτο) ατόν προδιδόναι, δάκρυσεν ατόν καί μυρία παρεκάλεσεν· ο πολλ μλλον μετανοοντα δέξεται· διόρθωτον ντα φειλκύσατο (=τόν προσήλκυε) καί κάλεσεν· ο πολλ μλλον διορθωθέντα καί τήν μαρτίαν πιγνόντα πισπάσεται; (=δέν θά τόν δεχθε πολύ περισσότερο τώρα πού διορθώθηκε καί συναισθάνθηκε τήν μαρτία του;). Διά γάρ τοτο καί σταυρωθναι λθε. Τί ον ποίησε; θορύβησεν ατόν (=τόν βαλε σέ ταραχή)·σκότωσε τ τς θυμίας περβολ (=το σκοτείνιασε τόν νο μέ τήν περβολική λύπη) δίωξεν, λασε (=τόν πομάκρυνε), ως πό τόν βρόχον γαγε (=τόν δήγησε μέχρι τήν γχόνη) καί τς παρούσης πεξήγαγε ζως (=το φαίρεσε τήν παροσα ζωή) καί τς προθυμίας τς κατά τήν μετάνοιαν πεστέρησεν. τι γάρ, ε ζη, καί ατός σώθη ν (=τό τι ν ζοσε καί ατός θά σώζετο), δλον (=φανερό) κ τν σταυρωσάντων· ε γάρ τούς πί τόν σταυρόν ατόν ναβιβάσαντας σωσε καί ν ατ τ σταυρ ν παρεκάλει τόν Πατέρα, καί συγγνώμην ατος τει (=ζητοσε) το τολμήματος, εδηλον τι καί τόν προδόντα, ε νόμ προσήκοντι (=ν μέ κατάλληλο τρόπο) τήν μετάνοιαν πεδείξατο, μετά πάσης ν εμενείας δέξατο· λλ’κενος οκ νέσχετο μμεναι τ φαρμάκ, τ περισσοτέρ λύπ καταποθείς (=κενος δέν νέχθηκε νά μείνει στό φάρμακο, πειδή τόν κατάπιε περβολική λύπη)». (ΕΠΕ, τόμος 30ος, σελ. 102-104).

γιος ουστνος Πόποβιτς ἔγραψε ὅτι «ες τήν στορίαν το νθρωπίνου γένους πάρχουν τρες κυρίως πτώσεις: το δάμ, το ούδα, το πάπα». [8] Γιατί ὅμως εἶναι τόσο μεγάλη ἡ πτώση τοῦ Ἰούδα; Διότι καίτοι ἀξιώθηκε νά εἶναι μέλος τοῦ στενοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, «ες τν Δώδεκα» (Ματθ. 26, 14), μολονότι ἔλαβε καί ἀπήλαυσε τόσης τιμῆς, τόσης ὑπερφυοῦς ἐξουσίας, τόσων εὐεργεσιῶν καί χαρίτων, ἀπεδείχθη ἀνάξιος αὐτῶν, ἀφοῦ τίς κατεφρόνησε καί ἔγινε προδότης τοῦ Εὐεργέτου. Κατά τόν καθηγητή ωάννη Κορναράκη « ούδας δέν εναι προδότης πλς νός οουδήποτε νθρώπου. Εναι προδότης το Υο το Θεο. πομένως καί πό τήν ποψιν ατήν νοχή το ούδα εναι προσδιόριστος, τ. . περιόριστος». [9] Ὅμως τό σκοτεινό πρόσωπο τοῦ Ἰούδα εἶναι τό σύμβολο, τό ἀρχέτυπο κάθε προσώπου καί κάθε ἐνεργείας καί πράξεως πού ἀντιστρατεύονται καί ἀντιτάσσονται στό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὡς προδοσία κατά τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἡ ἑκούσια ἁμαρτία, ἡ ροπή πρός τήν ἁμαρτία καί ἡ κυριαρχία ἀπό τά πάθη: «Ε το Θεο νομάζεσθαί τε καί εναι φιέμεθα, γωνισώμεθα μή προδοναι τος πάθεσι τόν Λόγον, κατά τόν ούδαν… προδοσία δέ στί κατ ̓ νέργειαν μπρόθετος μαρτία, καί πρός μαρτίαν ρμή» (PG 90, 1193).

Σημειώσεις

[1] Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, Τό πρόβλημα τοῦ Ἰούδα, ἔκδοσις τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Προφήτου Ἰωήλ, Καλαμάτα 1994, σελ. 3

[2] Ἰωάν. Κ. Κορναράκη, Ὁ Ἰούδας ὡς ὁμαδικός ἐνοχικός ἀρχέτυπος, Ἐκδοτικός Οἶκος ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 45

[3] Βλ. Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 29. Ἰωάν. Κ. Κορναράκη, ἔνθ. ἀν. σελ. 39-44. Π. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἐκδ. Σωτήρ, σελ. 194.

[4] Ἰ. Καραβιδοπούλου, “Ἡ σύλληψις τοῦ Ἰησοῦ ἐν Γεθσημανῇ κατά τήν διήγησιν τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ”, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμος 15ος, 1970, σελ. 216

[5] Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 25

[6] Βλ. Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 24. Ἰωάν. Κ. Κορναράκη, ἔνθ. ἀν. σελ. 46

[7] Ἀρχιμ. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 31-32 5

[8] Ἀρχιμ Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 212

[9] Ἰωάννου Κ. Κορναράκη, ἔν. ἄν. σελ. 78

ΠΗΓΗ: 05 April 2018,  http://antifono.gr/portal/…B1.html

Ο Φώτης Σχοινάς είναι συνταξιούχος φιλόλογος εκπαιδευτικός και πρώην σχολικός σύμβουλος.

Σημείωση: Η ελαφρά διαμόρφωση έγινε από τΜτΒ.