Η Εικόνα της «Εις Άδου Καθόδου». Από την Αρπαγή της Περσεφόνης, στην απόκρυφη γραμματεία και την λειτουργική

Η Εικόνα της «Εις Άδου Καθόδου». Από την Αρπαγή της Περσεφόνης, στην απόκρυφη γραμματεία και την λειτουργική

Kurbinovo_eis-adou-kauodos1192mx

Εικόνα 1 Εις Άδου Κάθοδος, τοιχογραφία Αγ. Γεωργίου Kurbinovo F.y.r.o.m., 1192 μ.Χ.

Του Κωνσταντίνου Κόττη*

  1. Εισαγωγή

Αφορμή για να επιχειρήσω να προσεγγίσω την εικόνα της «Εις Άδου καθόδου», απετέλεσε ένα αρνητικό γεγονός: πολλές μελέτες επί του θέματος και η πλειοψηφία των σχετικών αρθογραφιών, έχουν σημαντικές βασικές ελλείψεις. Φαινόμενο το οποίο οφείλεται ενίοτε σε κενά επιστητών, είτε σε προβληματικές εξ αρχής μεθόδους και αντιμετωπίσεις των πηγών. Έτσι το αποτέλεσμα είναι, συχνά,  προδιαγεγραμμένο.

Στο πρώτο μέρος θα παραθέσουμε σχετικά ελληνικά νεκρικά έθιμα, τα οποία αφορούν το θέμα μας. Παράλληλα, θα αναφερθούμε συνοπτικά στον εικονογραφικό τύπο της αρπαγής της Περσεφόνης. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε σε αντίστοιχα παλαιοχριστιανικά ταφικά έθιμα, καθώς και την απόκρυφη διήγηση της «Εις Άδου Καθόδου». Στο δεύτερο μέρος, θα ασχοληθούμε με τον ίδιο τον εικονογραφικό τύπο της «Εις Άδου Καθόδου», τονίζοντας καίρια σημεία, πηγές και επιρροές

2. Ερμηνευτικό υπόβαθρο του εικονογραφικού τύπου.

2.1 Νεκρικά ελληνικά έθιμα και η περίπτωση του εικονογραφικού τύπου της «Αρπαγής της Περσεφόνης».

Μια βασική διαλεκτική της αρχαίας ελληνικής ταφικής και θεολογικής παράδοσης, αποτελούσε το τριήμερο σχήμα. Το σκήνωμα εκτίθονταν για 3 ημέρες στην οικία του νεκρού. Από την μια βεβαίωνε – απέτρεπε την νεκροφάνεια και από την άλλη, προφανώς, συνδέονταν με επέκεινα αντιλήψεις, ιδίως δε του Διονύσου Ζαγρέως. Έτσι τελούνταν, με προεξάρχουσες, αυστηρά, τις γυναίκες, η λεγόμενη «πρόθεση» [1]. Οι μεν συμμέτοχοι στο πένθος μιαίνονταν[2], ενώ, αντίστοιχα, απείχαν πλήρως του φαγητού[3]. Η ίδια η εικόνα, του χριστιανικού Ιερού, πέρα από εσχατολογική είναι και εν μέρει νεκρική: περιλαμβάνει «πρόθεση», στην οποία κατατίθενται τα τίμια δώρα του λαού και εξ αυτής αναφέρονται επί του θυσιαστηρίου και υπό εσχατολογικό πρίσμα. Αυτή η πορεία – αναφορά, παραπέμπει στην αρχαιοελληνική κηδεία, την γνωστή ως «εκφορά», η οποία λάμβανε χώρα μετά την εν οίκω πρόθεση προς τον χώρο ταφής κατά την τρίτη ημέρα. Μετά την λήξη της περιόδου αποχής από την τροφή, ακολουθούσε τελετουργικός καθαρισμός προς συμμετοχή στο νεκρόδειπνο μετά την εκφορά, όπου ο νεκρός θεωρούνταν παρών και προσφέρων το δείπνο (πρβλ. και Μυστικός Δείπνος) [4]. Ως φαίνεται, υπήρξε ένας τύπος της Ευχαριστίας, ο οποίος είχε δοθεί στους αρχαίους.

Διάσημη εικαστική υπήρξε, η συνδεδεμένη με την μύηση, τον θάνατο και την αναγέννηση – αποθέωση, «Αρπαγή της Περσεφόνης»[5]. Το θέμα μέσω της αλεξανδρινής παράδοσης, διαδόθηκε στον ελληνιστικό κόσμο. Περιλάμβανε τον Ερμή ως ψυχοπομπό με το κηρύκειο[6]. Ακολουθούσε ο Πλούτων ο οποίος οδηγούσε, κατά κανόνα, τέθριππο άρμα (σπανίως συνωρίδα 2 ίππων), υφαρπάζοντας την Περσεφόνη.

Εικόνα 2 Αρπαγή της Περσεφόνης, τοιχογραφία Τάφου της «Περσεφόνης», Αιγές., ~μέσα 4ου αιώνα μ.Χ.

Όμως η εν λόγω τετράς (από την οποία λείπει η Δήμητρα), στην περίπτωση των καβειρίων μυστηρίων (με επίκεντρο την Σαμοθράκη, την Λήμνο, την Ίμβρο, αλλά δευτερευόντως και την συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη), παραλληλίστηκε, δεδομένα, προς την λατρεία των αντίστοιχων μεγάλων θεών: ο Αξιόκερσος ως Άδης / Πλούτωνας (ο οποίος ερμηνεύεται και ως Διόνυσος Ζαγρεύς), η Αξιοκέρσα ως Περσεφόνη και ο Κάσμηλος ή Κάδμηλος ως Ερμής[7]. Η λατρεία, ήταν, ούτως ή άλλως της Δήμητρος[8].

2.2 Παλαιοχριστιανικά νεκρικά έθιμα και η απόκρυφη διήγηση της «Εις Άδου Καθόδου».

Ήδη ο Όμηρος διασώζει την επέκεινα αντίληψη των εν Άδη ψυχών, αλλά ως μια διαδικασία στα πλαίσια του μη χείρονος βελτίστου, παρά λυτρωτική[9]. Αντίθετα στον Πλάτωνα, ο φυσικός κόσμος είναι έκτυπος και περιοριστικός[10]. Η παλαιοδιαθηκική παράδοση από την άλλη, αναγνώριζε τον εγκλωβισμό των ψυχών και την προσδοκία για την λυτρωτική έλευση του Μεσσία[11]. Με την ομολογία του Χριστού ως Μεσσία, ήδη η αρχέγονη χριστιανική πίστη, αναγνώρισε το επέκεινα ως την μητρόπολη των ανθρώπων και την εδώ ζωή ως παροικία ή αποικία[12]. Έτσι αντιμετωπίστηκε ο θάνατος των νεκρών, ως κοίμηση και έφερε αναστάσιμο χαρακτήρα. Ωστόσο σε αρκετές περιοχές δεν καταργήθηκε ο θρήνος.  Αρχαιότατη, χριστιανική ειδοποιός διαφορά, την οποία εντοπίζουν οι αρχαιολόγοι[13], είναι η ανατολική κατεύθυνση της κεφαλής του ταφέντος και του ιερού της Εκκλησίας[14].

Τόσο οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως και η παλαιοδιαθηκική παράδοση με αφετηρία τον θάνατο του Μωυσέως, είχαν κύριο μνημόσυνο στις 30 ημέρες[15]. Η μνημόσυνη τρίτη ημέρα στους Χριστιανούς, άντλησε, ασφαλώς, από την αρχαία εκφορά. Εντούτοις συμβόλισε, πρώτιστα, την τριήμερο Κάθοδο του Ιησού, από την Παρασκευή της Πάθους, έως και την Κυριακή της Ανάστασης του Πάσχα του 33 μ.Χ.

2.3 Η απόκρυφη διήγηση της «Εις Άδου Καθόδου».

Το δεύτερο πιο διαδεδομένο κείμενο από τα ψευδεπίγραφα ευαγγελικά, είναι το λεγόμενο (το αργότερο από το 13ο αιώνα), «Ευαγγέλιο του Νικοδήμου». Διακρίνεται σε 2 κύριες παραλλαγές, αυτές των ελληνικών κωδίκων  Pars I & II. Στον πρώτο κώδικα φέρει τίτλο πομνήματα το Κυρίου μν ησο Χριστο πραχθέντα π Ποντίου Πιλάτου. Στον δεύτερο κώδικα, επιγράφεται ως «Διήγησις περ το πάθους το Κυρίου μν ησο Χριστο κα τς γίας αυτο ναστάσεως». Το Ευαγγέλιο του ψευδο-Νικοδήμου, έχει 16 κεφάλαια, αλλά σε κάποιους χειρόγραφους μάρτυρες, όπως στον Pars II, περιλαμβάνει επιπλέον 11, τα οποία συνιστούν το απόκρυφο έργο ες δου Κάθοδος το ησο. Η χρονολόγηση είναι προβληματική, αλλά τουλάχιστον ένας πυρήνας του πρέπει να υπήρχε το αργότερο στον 4ο αιώνα. Το ίδιο το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Νικοδήμου, μαρτυρεί ως πρωτότυπη γλώσσα την εβραϊκή και μετάφραση ελληνική κατά το έτος 441/2, επί Θεοδοσίου του Β΄[16].

3. Ερμηνευτική προσέγγιση του εικονογραφικού τύπου της «Εις Άδου Καθόδου»

3.1 Γενικά για τις επιρροές της «Εις Άδου Καθόδου».

Εικόνα 3 Εις Άδου Κάθοδος, τοιχογραφία Ι. Μ. Χώρας Αχωρήτου Κωνσταντινούπολη, νεκρικό παρεκκλήσιο, 1315-1321

Η παράσταση της «Εις Άδου Καθόδου», πιστεύουμε πως εκκινεί από λειτουργικά εφαλτήρια. Ανήκει σε μια σειρά θεμάτων, τα οποία επί της ουσίας συμβολίζουν το άγιο και φρικτό θυσιαστήριο, όπου συντελείται η σάρκωση και η σταύρωση του Χριστού, η συνταφή των μυημένων και η κοινή ανάσταση, η ανάληψη και η δευτέρα εσχατολογική έλευση. Το γεγονός αυτό καθ΄εαυτό, ασφαλώς, δεν ακολουθεί τον Ψευδο-Νικόδημο. Όμως ο βυζαντινός χρωστήρας, προς δημιουργία του θέματος, άντλησε ως εικονογραφικό τύπο το κείμενο αυτό, εμπνεύστηκε δε και από την αρχαία της «Αρπαγής της Περσεφόνης».

3.2 Η εικονογραφική επιρροή των αποκρύφων κειμένων σε θέματα Πάθους και Ανάστασης.

Η απόκρυφη διήγηση του Ευαγγελίου του ψευδο-Νικοδήμου, συνίσταται από 16 κεφάλαια. Άσκησε, πάντως ελάχιστη επίδραση στην εικονογραφία, σε αντίθεση με την υμνολογία. Υπάρχει, βέβαια, μια πρωιμότατη Σταύρωση της Ι. Μ. Σινά, η οποία χρησιμοποίησε αυτό ως πηγή (εικόνα 3).

Εικόνα 4 Σταύρωση, εγκαυστική εικόνα, Ι. Μ. Σινά, 8ος αιώνας. Εμφανείς είναι οι επιρροές από το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Νικοδήμου

Σε αυτήν, ως στοιχεία της απόκρυφης διήγησης, διακρίνονται τα ονόματα των ανόμων ληστών, οι οποίοι συν-ιστορήθηκαν έτσι, αναγκαστικά, με τον Χριστό, σε διαφορετικό, πάντως, επίπεδο[17]. Προφανώς απετέλεσαν το αρχέτυπο ενός ανθιβόλου, το οποίο περιέλαβε και τους ληστές. Κάποια στιγμή εισήχθη από τη Δύση στην Ελλάδα, σε έργα όπως η τοιχογραφία του θεοφάνειου εργαστηρίου της Σταύρωσης του Καθολικού της Ι. Μ. Μ. Λαύρας του Αγίου Όρους. Υπάρχουν, επίσης, η Θεοτόκος και ο Ιωάννης Ευαγγελιστής σε μια προδρομική μορφή των λυπηρών, αλλά και ο διαμοιρασμός του άρραφου χιτώνα[18]. Παρόμοια κινείται και η τοιχογραφία της Σταύρωση του παρεκκλησίου Κηρύκου και Ιουλίττης της Santa Maria Antiqua της Ρώμης, φιλοτεχνημένη στα 741 (εικόνα 5).

Εικόνα 5 Σταύρωση, τοιχογραφία, Santa Maria Antiqua Ρώμης, παρεκκλήσιο Κηρύκου και Ιουλίττης, 741 μ.Χ.

Αντίθετα η εικόνα της «Εις Άδου Καθόδου», έχει ως βασική, αν και όχι αποκλειστική, εικονογραφική πηγή, την ομώνυμη απόκρυφη διήγηση. Δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να γίνει και διαφορετικά. Η κανονική πηγή, απλά μαρτυρεί το γεγονός, χωρίς να δίνει περαιτέρω πληροφορίες[19]. Έτσι δεν μπορεί να παρέχει ανάπτυξη στην αφήγηση του καλλιτέχνη, ο οποίος, αλλιώς, μόνο αυθαίρετα θα μπορούσε να εκτελέσει ένα σχετικό εικονογραφικό τύπο.

Η παράσταση αυτή, το αργότερο από τη μέση βυζαντινή περίοδο, προκρίθηκε σε σχέση με τον «Επί τον λίθο καθήμενο Άγγελο». Υπήρξαν, όμως και περιπτώσεις, όπου φιλοτεχνήθηκαν αμφότερες στα διάφορα τοιχογραφικά σύνολα. Αντίθετα ο «Λίθος» αποτελεί βιβλικό ευαγγελισμό της Αναστάσεως στις Μυροφόρες[20]. Ένα θέμα, το οποίο εμπλουτισμένο με τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού, διαμορφώθηκε, βαθμιαία, στον Κύκλο της Αναστάσεως.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, τις παρατηρήσεις, αρχής γενομένης από τον προβληματικό τίτλο. Ήδη σε παραδείγματα αυτοκρατορικής τέχνης, το έργο τιτλοφορήθηκε όχι ως «ΕΙC ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟC» αλλά ως «Η ΑΝΑCΤΑCΙC»[21]. Αυτό ισχυροποιεί την άποψη για απόκρυφη επιρροή, αφού η σχετική διήγηση δεν περιγράφει μόνο γεγονότα του Μεγάλου Σαββάτου, αλλά και αναστάσιμα σημεία.

Η παράσταση έχει, ως φαίνεται, ενσωματώσει, στοιχεία της αρχαιοελληνικής «Αρπαγής της Περσεφόνης», όπως και ψαλμικούς στίχους. Αρχικά τα δραματικά γεγονότα εκκινούν, ουσιαστικά, με μια βροντερή φωνή προπομπού, ως άλλου Ερμού, η οποία ψαλμωδεί την απασφάλιση των εν Άδη χαλκών και σιδηρών πυλών[22]. Οι παρόντες εντέλλονται να είναι όρθιοι κατ΄ εντολή του Άδου[23].

 Ο Χριστός εισέρχεται ως κύριος της ζωής και του θανάτου. Κατά μία έννοια θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός των ψυχών, αφού αποτελεί την μοναδική άμεση οδό προς τον πατέρα[24]. Ωστόσο ως βασιλεύς της δόξης, οι άγγελοι αυτού λογίζονται ως ενδιάμεσοι προπομποί[25]. Νοητά στο πλαίσιο καταλαμβάνει την θέση του αρματηλάτη Πλούτωνος / Άδου, ο οποίος παραλληλίζεται και με τον Διόνυσο Ζαγρέα και τον καβείριο Αξιοκέρσο. Μην αναμένουνε να δούμε, τέθριππο ή ξυνωρίδα. Άρμα του Χριστού, είναι η εσχατολογική νεφέλη και δόξα.

Όμως ο Χριστός, ενώ έχει στοιχεία προπομπού και ας μην είναι, δεδομένα καταλαμβάνει την θέση του Άδη, ως ο νικητής αυτού. Θυμίζει περισσότερο έναν Θεό και άνθρωπο νικητή. Αντί σκήπτρου, θέτει ως τρόπαιο νίκης τον σταυρό[26]. Όπως ο στεφηφόρος αρματηλάτης, ο οποίος χειραγωγεί την ξυνωρίδα, στο μοναδικό εικονικό ψηφιδωτό του Καστά Αμφιπόλεως. Το εν λόγω ψηφιδωτό, ως το μοναδικό έως σήμερα εικονικό ψηφιδωτό σε ιερό μνημείο με ταφές και με δεδομένο πως ήταν επισκέψιμο, φαίνεται πως απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους μετέπειτα. Με κάποιον τρόπο, τέτοια σχέδια, έγιναν γνωστά και στους βυζαντινούς.

Εικόνα 6 Ερμής ψυχοπομπός, Φίλιππός ο Β΄ ή Πλούτων / Άδης ή Διόνυσος Ζαγρεύς και Περσεφόνη ή Ολυμπιάς. Ψηφιδωτό ιερού μνημείου Καστά Αμφιπόλεως, 334-316 π.Χ.

Για να επιστρέψουμε στην εικόνα μας, ο Χριστός δεν υφαρπάζει προς τον Άδη κάποια Περσεφόνη, αλλά ελευθερώνει τους δεσμίους δικαίους, με πρώτο τον  Αδάμ, παραδίδοντάς τους στον αρχάγγελο Μιχαήλ[27]. Άλλοτε έχει από δυσμών προέλευση (αριστερά προς δεξιά). Έτσι εναρμονίζεται ως θέα, με την χριστιανική παράδοση της προς ανατολάς κατεύθυνσης των ενταφιασμένων «δεσμωτών»[28]. Σε άλλες όμως περιπτώσεις τίθεται αντίστροφα, ανατέλλοντας ως ήλιος της δικαιοσύνης[29]. Μπορεί να ατενίζει τους πρωτοπλάστους Αδάμ και Εύα, εκτείνοντας την σωτήρια χείρα του. Μπορεί, όμως και να βλέπει κατά πρόσωπο τον πιστό και θεατή, ανταποκρινόμενος στη λυτρωτική ελπίδα του τελευταίου[30]. Ειδικά σε χώρους όπως οι Ιερές Μονές, όπου το εσχατολογικό στοιχείο κυριαρχεί.

Στην περίπτωση της Ι. Μ. της Χώρας του Αχωρήτου Κωνσταντινουπόλεως, η περίφημη «ΑΝΑCΤΑCΙC», καταλαμβάνει, μοναδικά, το έσχατο μέρος του νεκρικού παρεκκλησίου. Λειτουργεί σαν παράσταση «Αρπαγής Περσεφόνης», πριν τον τελικό και νεκρικό θάλαμο ενός μακεδονικού τύμβου. Ο Χριστός δεν είναι μόνο ἐν τάφω σαββατίζων, αλλά και εσχατολογικός: φέρει στοιχεία της Μεταμορφώσεως, όπως η δόξα και το λευκό ένδυμα[31]. Πατάει στον Άδη ο οποίος θεωρείται εδώ ως οντότητα και όχι ως προσωποποίηση[32].

Αναμφίβολα ένα σημείο το οποίο θα πρέπει να ερευνηθεί αν συμβολίζεται, είναι το λειτουργικό. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι βαπτίσεις γίνονταν κατά την Παννυχίδα του Πάσχα. Ως εκ τούτου, το Μέγα Σάββατο ήταν η τελευταία ημέρα κατήχησης. Εν συνεχεία βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι και στην συνέχεια μπορούσαν να κοινωνήσουν[33]. Σε αυτήν την υπόθεση, η Εις Άδου Κάθοδος, συμβολίζει την βαπτισματική ταύτιση του κατηχούμενου με το Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού, κατά την επικείμενη Παννυχίδα[34].

Μια δεύτερη παράμετρος της προοπτικής του λειτουργικού συμβολισμού (κυρίως στα πλαίσια των κανόνων και της στιχολογίας του Όρθρου του Μ. Σαββάτου και της Κυριακής του Πάσχα), είναι η παρουσία των λοιπών προσώπων. Έτσι στην απόκρυφη διήγηση είναι παρών πέραν του Δαυίδ, οι προφήτες Ησαΐας[35] και Ωσηέ. Όμως στην περίπτωση του τελευταίου, το απόκρυφο κείμενο είναι λίγο διαφορετικό. Χρησιμοποιεί αντί του αυθεντικού παλαιοδιαθηκικού κειμένου[36], το παραλλαγμένο παύλειο χωρίο, μάλλον αντλώντας το από τον Ιωάννη Χρυσόστομο[37]. Η ένδειξη αυτή, συνδέει ακόμα περισσότερο την παράσταση με την λειτουργική. Υπάρχει ο Ιωάννης ο Πρόδρομος[38], αλλά και ο Σήθ, ως σύμβολο της δολοφονίας του Άβελ[39]. Απαντά επίσης, ο Σολομών, αλλά κυρίως ο Ιεζεκιήλ, ως εκφραστής της προφητείας της αναστάσεως των νεκρών, της οποίας η ανάγνωση έχει τεθεί προς το τέλος του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου[40]. Έχουμε, πάντως, την πεποίθηση, πως πέραν της απόκρυφης μαρτυρίας, η παρουσία των δικαίων αυτών εκφράζει μια εσχατολογική ιδέα, η οποία εκφράζεται στην «Προς Εβραίους»[41].

4.1 Επίλογος

Ο Χριστός οδηγήθηκε την παραμονή της 14ης του Νισάν του 33 μ.Χ. ως πρόβατο επί σταυρική σφαγή, ώστε να χαρισθεί σε εμάς ως πασχάλιο επισφράγισμα και αντίλυτρο για τις αμαρτίες πολλών[42]. Η εικόνα της «Εις Άδου Καθόδου», σπάνια προσεγγίζεται δια της παραμετρικής οδού και διαλεκτικής: ελληνικό υπόβαθρο, ταφικά έθιμα, απόκρυφη γραμματεία, λειτουργική συμβολική. Μια από τις αιτίες γι΄αυτό, πρέπει να αναζητηθεί στην ατολμία ή τον μονισμό των μελετητών. Επιχειρήσαμε να δώσουμε μια έντιμη εικόνα του προβλήματος, η οποία θέλουμε να πιστεύουμε πως απέδωσε καρπούς.

Εικόνα 7 Εις Άδου, τοιχογραφία Παναγίας του Άρακος Κύπρου, 1192 μ.Χ.

Άγιον Πάσχα 2016 (01-05-2016)

Ο Κόττης Κωνσταντίνος, konstantinosoa@yahoo.gr, είναι Πτυχιούχος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιεροψάλτης, Μεταπτυχιακός φοιτητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου

Παραπομπές

[1] Στ. Οικονόμου, «Η Πρόθεση και ο Θρήνος» στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης κ.α., Επέκεινα. Ο Θάνατος και η μεταθανάτια Ζωή στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2014), 65-66.

[2] Στ. Οικονόμου, «Η Εκφορά και η Ταφή» στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης κ.α., Επέκεινα. Ο Θάνατος και η μεταθανάτια Ζωή στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2014), 79-80. Πρβλ. και «κα λήψεται σσωπον κα βάψει ες τ δωρ νρ καθαρός, κα περιῤῥανε π τν οκον κα π τ σκεύη κα π τς ψυχάς, σαι ν σιν κε, κα π τν μμένον το στέου το νθρωπίνου το τραυματίου το τεθνηκότος το μνήματος· κα περιῤῥανε καθαρς π τν κάθαρτον ν τ μέρ τ τρίτ κα ν τ μέρ τ βδόμ, κα φαγνισθήσεται τ μέρ τ βδόμ κα πλυνε τ μάτια ατο κα λούσεται δατι κα κάθαρτος σται ως σπέρας.» , Αρ 19:18-19.

[3] «λλ δη π λιμο τριν ξς μερν πηυδηκότας», Λουκιανός, Περί Πένθους, 24.

[4] «θος μν γρ τος συμβιταις κα ες τ τν ποθανντων εσιναι κα δειπνεν, δ ποδοχ λγεται γενσθαι π το ποθανντος κατ τιμν τν κ τν συμβιωτν ες τν ποθανντα.», Ἀρτεμίδωρος ὁ Δαλδιανός, νειροκριτικά, Ε΄, Πρβλ. και το « ττε τατα ποισας ν κεν τ δεπν, οτος κα νν ατ ργζεται.». Ιωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εις τον Άγιον Ματθαίον τον Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΠΒ΄, PG 58, 744.

[5] «Νύσιον μ πεδίον τ ρουσεν ναξ πολυδέγμων. πποις θανάτοισι Κρόνου πολυώνυμος υός. ρπάξας δ᾿ έκουσαν π χρυσέοισιν χοισιν. γ᾿ λοφυρομένην· άχησε δ᾿ ρ᾿ ρθια φων», Ὁμηρικοὶ ὕμνοι, ς Δήμητραν, 18-21.

[6] «τν μν γρ ψυχοπομπν ρμν… χε δ άβδον μετ χερσίν.», Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη Α΄ , 96. Βλ. και Όμηρος, Οδύσσεια, Ω΄, 1-10. Πρβλ. και «σύμβολον δέ ν τό μν ρθν ξύλον το ρθο λόγου, το δέ παρ΄κάτερα εδος τν φεων, τ ντιτασσόμενα στρατόπεδα ·  γαρ ρθς λόγος δι΄μφοτέρων χωρε.», Thukydidis Libri I et II ex recensione Bekkeri in usum scholarum (Berlin: A. Schone, 1874), Scholia in Liber I, 53.

[7] «Μυονται δε ν τ Σαμοθράκ τος Καβείροις, ς Μνασέας φησίν. Κα τά νόματα ατν δ΄ τον ριθμόν: ξίερος, ξιοκέρσα, ξιόκερσος. ξίερος μν ον στιν Δημήτηρ, ξιοκέρσα δ Περσεφόνη, ξιόκερσος δ δης · δ προστιθέμενος τέταρτος Κάσμιλος Ερμς στιν, ς στορε Διονυσόδωρος», Apollonii Argonautica emendavit apparatum criticum et prolegomena adiecit R. Merkel. Scholia vetera et codice Laurentiano (Leipzig: Henricus Keil, 1853), Scholia in Liber I, 917.

[8] «Δήμητρος δον Καβειραίοις δρόν στιν τελετή»,  Παυσανίας, λλάδος περιήγησις, Θ΄ Βοιωτικά, 25,6.

[9] «βουλομην κ προυρος ἐὼν θητευμεν λλ, νδρ παρ κλρ, μ βοτος πολς εη, πσιν νεκεσσι καταφθιμνοισιν νσσειν.», Ὅμηρος, δύσσεια, Λ΄, 489-491.

[10] «ν τ γνωστ τελευταα το γαθο δα κα μγις ρσθαι, φθεσα δ συλλογιστα εναι ς ρα πσι πντων ατη ρθν τε κα καλν ατα, ν τε ρατ φς κα τν τοτου κριον τεκοσα, ν τε νοητ ατ κυρα λθειαν κα νον παρασχομνη», Πλάτων, Πολιτεία, Ζ΄, 517B-C.

[11] « λας πορευόμενος ν σκότει, δετε φς μέγα· ο κατοικοντες ν χώρ κα σκι θανάτου, φς λάμψει φ᾿ μς», Ης 9:2.

[12] « ο γρ χομεν δε μνουσαν πλιν, λλ τν μλλουσαν πιζητομεν», Εβρ 13:14.

[13] Ε. Μαρκή, Η νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης στους υστερορωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, (Αθήνα: ΤΑΠ, 2006), 205-206.

[14] «πεσκέψατο μς νατολ ξ ψους, πιφάναι τος ν σκότει κα σκι θανάτου καθημένοις, το κατευθύναι τος πόδας μν ες δν ερήνης», Λκ 1:78.

[15] «κα κλαυσαν ο υο σραλ Μωυσν ν ραβθ Μωβ π το ορδάνου κατ εριχ τριάκοντα μέρας· κα συνετελέσθησαν α μέραι πένθους κλαυθμο Μωυσ.», Δτ 34:8

[16] «ταύτα ερον τά πομνήματα ν εβραϊκοίς γράμμασιν. Κα Θεού ευδοκία, μεθερμήνευσα γράμμασιν λληνικοίς, ες πίγνωσιν πάντων τν πικαλουμένων τό όνομα το Κυρίου μν ησο Χριστο, πί τς βασιλείας το δεσπότου μν Φλαβίου Θεοδοσίου, τους πτά κα δεκάτου (σ.σ. 441-442 μ.Χ.)», Ψευδο-Νικόδημος, πομνήματα το Κυρίου μν ησο Χριστο πραχθέντα π Ποντίου Πιλάτου, Πρόλογος (Κώδικας Pars Ι–Α).

[17] «νομα ατ ν Γίστας. δ κ δεξιν σταυρωμένος νόματι Δυσμς», Διήγησις περ το πάθους το Κυρίου μν ησο Χριστο κα τς γίας αυτο ναστάσεως, 10:6.

[18] «κα λαβον τα μάτια ατο ο στρατιται κα διεμερίσαντο τατα πρς αυτος, ατώ δ νέδυσαν ράσο κόκκινο», Ψευδο-Νικόδημος, Διήγησις περ το πάθους το Κυρίου μν ησο Χριστο κα τς γίας αυτο ναστάσεως, 10:3.

[19] «τι κα Χριστς παξ περ μαρτιν παθε, δίκαιος πρ δίκων, να μς προσαγάγ τ Θε, θανατωθες μν σαρκί, ζωοποιηθες δ πνεύματι· ν κα τος ν φυλακ πνεύμασι πορευθες κήρυξεν», Α΄ Πε 3:18-19.

[20] Μτ 28:1-10, Μκ 16:1-11, Λκ 24:1-12 και Ιω 20:1-18.

[21] Π.χ. στον Όσιο Λουκά (1010-1030), τη Νέα Μονή Χίου (μέσα 11ου αιώνα), την Ι .Μ. Δαφνίου (τέλος 10ου αιώνα) και την Ι. Μ. Χώρας του Αχωρήτου (1315-1321).

[22] «ρατε πύλας, ο ρχοντες μν, κα πάρθητε, πύλαι αώνιοι, κα εσελεύσεται Βασιλες τς δόξης», ες δου Κάθοδος το ησο, 5,1. Πρβλ. Ψλ 23:7.

[23] «σφαλίσασθε, καλς κα σχυρς τς πύλας τς χαλκς κα τος μοχλος τος σιδηρος κα τά κλεθρα μου κατέχετε κα σκοπείτε πάντα, στάμενοι ρθιοι», Ψευδο-Νικόδημος, ες δου Κάθοδος το ησο, 5,1. Πρβλ. «ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν», Ψλ 106:16.

[24] «γ εμι δς κα λθεια κα ζω· οδες ρχεται πρς τν πατρα ε μ δι’ μο», Ιω 14:6.

[25] Πρβλ. «γώ εμι αφαήλ, ες κ τν πτ γίων γγέλων, ο προσαναφέρουσι τς προσευχς τν γίων, κα εσπορεύονται νώπιον τς δόξης το γίου», Τωβ 12:15.

[26] «Δι ξλου δμ, Παραδεσου γγονεν ποικος, δι ξλου δ σταυρο, Λστς Παρδεισον κησεν. μν γρ γευσμενος ντολν θτησε το ποισαντος. δ συσταυρομενος, Θεν μολγησε τν κρυπτμενον», Τροπάριο Μακαρισμού Ακολουθίας των Αχράντων Παθών.

[27] «κρατν κα τόν προπάτορα δάμ πό τς χειρς, παραδέδωκε τούτον τ ρχαγγέλω Μιχαήλ κα πάντας τους δικαίους», Ψευδο-Νικόδημος, ες δου Κάθοδος το ησο, 9,1.

[28] Π.χ. Άγιος Γεώργιος Kurbinovo FYROM (1192), Πρωτάτο Αγίου Όρους (~1290).

[29] «κα νατελε μν τος φοβουμνοις τ νομ μου λιος δικαιοσνης κα ασις ν τας πτρυξιν ατο», Μαλ 4:2.

[30] «μ ποῤῥίψς με π το προσώπου σου κα τ πνεμά σου τ γιον μ ντανέλς π᾿ μο.», Ψλ 50:13 και «μνήσθητί μου, Κύριε, ταν λθς ν τ βασιλεί σου.», Λκ 23:42.

[31] «κα τατα επν βλεπόντων ατν πήρθη, κα νεφέλη πέλαβεν ατν π τν φθαλμν ατν», Πρ 1:9. Πρβλ. «᾿Ιδο ρχεται μετ τν νεφελν», Απ Ιω 1:7. Για το λευκό βλ. «τ εδος το προσώπου ατο τερον κα ματισμς ατο λευκς ξαστράπτων», Λκ. 9:29.

[32] «διπερ Κριος εηγγελσατο κα τος ν ιδου. φησ γον γραφ· λγει ιδης τ πωλείᾳ· εδος μν ατο οκ εδομεν, φωνν δ ατο κοσαμεν», Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, Λόγος ΣΤ΄, PG 9, 265B-268A. Πρβλ. Ψευδο-Νικόδημος, ες δου Κάθοδος το ησο, 4,1.

[33] Ι. Φουντούλης, Το Άγιον Βάπτισμα, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 2  (Αθήνα: Εκκλησία της Ελλάδος, 1999), 27-36.

[34] «συνετφημεν ον ατ δι το βαπτσματος ες τν θνατον, να σπερ γρθη Χριστς κ νεκρν δι τς δξης το πατρς, οτω κα μες ν καιντητι ζως περιπατσωμεν», Ρωμ 6:4.

[35] «ναστσονται ο νεκρο, κα γερθσονται ο ν τος μνημεοις, κα εφρανθσονται ο ν τ γ·», Ης 26:19.

[36] «πο δίκη σου, θάνατε; πο τ κέντρον σου, δη;», Ωσ 13:14.

[37] «Πο σου, θάνατε, τό κέντρον; Πο σου, δη, τό νκος;», 1 Κορ 15:55. Βλ. και Ιωάννης Χρυσόστομος, Κατηχητικός Λόγος. Βλ. και Ψευδο-Νικόδημος, ες δου Κάθοδος το ησο, 5,2.

[38] «Δι τούτο λέγω πρς παντας μς καθώς δητε Ατόν, να προσκυνήσητε πάντες», Ψευδο-Νικόδημος, ες δου Κάθοδος το ησο, 2,2.

[39] «ξανέστησε γάρ μοι Θες σπέρμα τερον ντ βελ, ν πέκτεινε Κάϊν.», Γεν 4:25.

[40] Ιεζ 37:1-14.

[41] «Κα οτοι πάντες μαρτυρηθέντες δι τς πίστεως οκ κομίσαντο τν παγγελίαν, το Θεο περ μν κρεττόν τι προβλεψαμένου, να μ χωρς μν τελειωθσι», Εβρ 11:39-40.

[42] «κενο ξεχθη ες σωτηραν τν πρωτοτκων, τοτο ες φεσιν μαρτιν τς οκουμνης πσης.», Ιωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εἰς τον γιον Ματθαον τον Εαγγελιστή, Λόγος ΠΒ, PG 58, 739.

Σημείωση από τΜτΒ

Ευχαριστώ τον διαδυκτιακό φίλο Κωνσταντίνο Κόττη που εμπιστεύτηκε στην Αποικία την ανάρτηση μιας (ακόμα) πολύ αξιόλογης μελέτης του.

Ένα σχόλιο στο Η Εικόνα της «Εις Άδου Καθόδου». Από την Αρπαγή της Περσεφόνης, στην απόκρυφη γραμματεία και την λειτουργική