Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας στήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί στήν Πατερική θεολογία

ννοια τς εκόνας στήν ρχαία λληνική φιλοσοφία καί στήν Πατερική θεολογία

Cristougenna_ThanPapathanasiou

Του Φώτη Σχοινά

Ἡ λέξη εκών εἶναι πολυσήμαντη καί κεφαλαιώδους σημασίας στήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί περιλαμβάνει ἐφαρμογές στήν ὀντολογία, στήν κοσμολογία, στή γνωσιοθεωρία, στήν ἀνθρωπολογία, στήν αἰσθητική ἀκόμη καί στήν πολιτική θεωρία. Στήν παροῦσα ἐργασία δέν προτιθέμεθα νά προβοῦμε σέ ἐξαντλητική ἀνάλυση τῆς ἐννοίας τῆς εἰκόνος σέ ὅλες τίς ἀνωτέρω πτυχές. [1] Ἐμεῖς ἔχουμε πολύ πιό περιορισμένο στόχο: νά δείξουμε πῶς μία βασική ἔννοια τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας παραλαμβάνεται ἀπό τήν Πατερική θεολογία καί συγκεκριμένα ἀπό τό ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί ἐνοφθαλμίζεται στήν χριστιανική προβληματική. Στήν Καινή Διαθήκη ἔλαβε ὡσαύτως θεμελιώδη σπουδαιότητα, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο ὁ Χριστός ἐμφανίζεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου.

πόστολος Παλος στήν πρός Κολοσσαες ἐπιστολήν γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου τά ἑξῆς: «ς (δηλαδή ὁ Χριστός) στιν εκών το Θεο το οράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, τι ν ατ κτίσθη τά πάντα ν τος ορανος καί πί τς γς, τά ρατά καί τά όρατα, ετε θρόνοι ετε κυριότητες ετε ρχαί ετε ξουσίαι· τά πάντα δι᾿ ατο καί ες ατόν κτισται· καί ατός στιν πρό πάντων καί τά πάντα ν ατ συνέστηκεν· καί ατός στιν κεφαλή τς κκλησίας» (Κολ. 1, 15-18) Ὁμοίως καί στή μετέπειτα Πατερική σκέψη ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνος εἶναι θεμελιώδους σημασίας ὄχι μόνο γιά τήν Θεολογία (=τριαδολογία), τήν Χριστολογία, ἀλλ᾿ ἐπί προσθέτως καί γιά τήν κοσμολογία, κατ᾿ ἐξοχήν γιά τήν ἀνθρωπολογία, (ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος  ἐθεωρήθη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ) καί γιά τήν σωτηριολογία. Εἶναι χαρακτηριστικό κατά τήν ἔκφραση κορυφαίου συγχρόνου θεολόγου ὅτι «γιά τούς Πατέρες νθρωπος κατανοεται πάντοτε εκονικά» [2]· στή βαθυτέρα δέ οὐσία του τό “ἀνθρώπινον” ἔγκειται σέ τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι δηλαδή εἰκονίζει τό θεῖον

1. Ἡ εκόνα στήν ρχαία λληνική φιλοσοφία

    Ἡ χρήση τῆς ἐννοίας τῆς εἰκόνος στήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία εἶναι ἐκτεταμένη ἀρχίζοντας ἀπό τούς Προσωκρατικούς καί καταλήγοντας στούς φιλοσόφους τῆς ὑστέρας ἀρχαιότητος. Ἐμεῖς θά περιορισθοῦμε στόν Πλάτωνα καί τόν Πλωτῖνο.

     Στήν Πλατωνική ὀντολογία ἔχουμε δύο κόσμους διακριτούς: τόν νοητό κόσμο τῶν αἰωνίων, ἀχρόνων καί ἀναλλοιώτων ἰδεῶν καί τόν αἰσθητό κόσμο τῶν ἐγχρόνων, φθαρτῶν καί μεταβαλλομένων αἰσθητῶν ὄντων. Τά αἰσθητά ὄντα εἶναι σκιώδεις εἰκόνες τῶν νοητῶν  ὄντων, τῶν ἰδεῶν. Τά αἰσθητά ὄντα εἶναι ὠχρά ἀντίγραφα, ὁμοιώματα, ἀπεικάσματα τῶν Ἰδεῶν. Οἱ Ἰδέες εἶναι τά ὄντως ὄντα, τά αἰσθητά ὄντα ἔχουν σκιώδη βαθμό ὑπάρξεως. Οἱ τεχνητές εἰκόνες τῶν αἰσθητῶν ὄντων ἀπέχουν ἀκόμη περισσότερο ἀπό τήν ἀλήθεια, ἐφ̉ ὅσον ὡς ἀλήθεια νοοῦνται οἱ Ἰδέες. Ἐπί παραδείγματι ὁ αἰσθητός ἵππος εἶναι ὠχρή εἰκόνα τοῦ νοητοῦ ἵππου. Ἡ ζωγραφισμένη εἰκόνα τοῦ αἰσθητοῦ ἵππου εἶναι εἰκόνα τῆς εἰκόνας (ὁ αἰσθητός ἵππος, ὅπως εἴπαμε, εἶναι εἰκόνα τῆς Ἰδέας τοῦ ἵππου). Εἶναι ἡ ἀπεικόνιση τοῦ αἰσθητοῦ ἵππου τρίτον τι πό τς ληθείας καί ἔχει ἀκόμη περισσότερο σκιώδη βαθμό ὑπάρξεως.   Πλάτων φέρει ὡς παράδειγμα τόν θεό, τόν κλινοποιό καί τόν ζωγράφο. Ὁ ζωγράφος μιμεῖται τόν κλινοποιό, ὁ ὁποῖος μιμεῖται τόν θεό. Ἑπομένως ὁ ζωγράφος εἶναι στήν τρίτη βαθμίδα ἀπό τήν ἀλήθεια καί τό ἔργο του ἔχει σκιώδη ὕπαρξη, ἀφοῦ μιμεῖαι φαινόμενον (Πολιτεία 596a- 598c).

   Στόν Τίμαιο ὁ αἰσθητός κόσμος εἶναι εἰκόνα τοῦ νοητοῦ κόσμου, ἀφοῦ αὐτόν, τόν νοητό κόσμο, τά εἴδη, τίς ἰδέες, εἶχε ὡς πρότυπο ὁ δημιουργός γιά νά δημιουργήσει τόν αἰσθητό κόσμο. «Τούτων δέ παρχόντων α πσα νάγκη τόνδε τόν κόσμον εκόνα τινός εναι» (Τίμαιος 29 Β). Μετάφραση: «άν δέ δεχθμεν ατά, εναι πολύτως ναγκαον κόσμος ατός νά εναι εκών κάποιου λλου κόσμου» [3]. Ὡσαύτως τελειώνοντας τόν Τίμαιο ὁ Πλάτων λέγει συμπερασματικά: «Καί δή καί τέλος περί το παντός νν δη τόν λόγον μν φμεν· θνητά γάρ καί θάνατα ζα λαβών καί ξυμπληρωθείς δε κόσμος οτω, ζον ρατόν τά ρατά περιέχων, εκών το νοητο θεός ασθητός, μέγιστος καί ριστος κάλλιστός τε καί τελειώτατος γέγονεν, ες ορανός δε μονογενής ν» (92 Β). Μετάφραση: «Καί τώρα ς επωμεν τι λόγος μας  περί το σύμπαντος τελείωσε. Διότι τσι δημιουργήθη κόσμος ατός, ποος, φο περιέλαβε μέσα του θνητά καί θάνατα ζα καί φο γέμισε τελείως, γινε ζον ρατόν, τό ποον περιλαμβάνει τά ρατά ντα, θεός ασθητός, εκών το νοητο θεο, μέγιστος καί ριστος, ραιότατος καί τελειότατος καί εναι ορανός ατός, ποος εναι νας καί μοναδικός» [4]. Ὡσαύτως ὁ χρόνος θεωρεῖται κινητή εἰκόνα τῆς αἰωνιότητος (Τίμαιος 37 D).

  Ἀνάμεσα στίς Ἰδέες τήν ἀνώτερη θέση κατέχει ἡ Ἰδέα τοῦ Ἀγαθοῦ. Ὁ Πλάτων ταυτίζει τόν θεό μέ τό Ἀγαθόν. Ἐξίσου ὅμως μεγάλη σπουδαιότητα ἀποδίδει καί στό Κάλλος, τήν Ὀμορφιά. Μάλιστα συνδέει στενά τό Κάλλος μέ τό Ἀγαθόν. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, « δέα τς μορφις, μέ παντοτινή συνοδό της τήν δέα το γαθο, στέκεται στήν κορυφή τς κλίμακας πού στήνει φιλόσοφος γιά νά φτάσει τό Εναι το κόσμου» [5]. Τό ὡραῖο κατά τόν Πλάτωνα κατά κυριολεξίαν δέν ὑφίσταται στόν αἰσθητό κόσμο. Ὑπάρχει βέβαια ὀμορφιά στόν αἰσθητό κόσμο, ἀλλά αὐτή εἶναι ἀνταύγεια τῆς Ἰδέας τῆς Ὀμορφιᾶς πού ὑπάρχει στόν νοητό κόσμο. Τά ὡραῖα πράγματα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου εἶναι σκιώδη ἀπεικάσματα τοῦ ἀπολύτως Ὡραίου πού ὑπάρχει στόν ὐπερουράνιο τόπο τῶν Ἰδεῶν.

  Πολλά ἔχουν γραφεῖ γιά τήν καλλιτεχνική φύση τοῦ Πλάτωνος καί τήν καλλιτεχνική ἀξία τῶν διαλόγων του. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι εἶχε στενή σχέση καί μέ τή ζωγαφική. Ὅπως διασώζει ὁ Διογένης Λαέρτιος (ΙΙΙ, 5) «Λέγεται δέ τι καί γραφικς πεμελήθη Πλάτων». Ὁ Μανόλης νδρόνικος σχολιάζει τήν πληροφορία αὐτή: «Τήν πληροφορία ατή, πού μς δίνει Διογένης Λαέρτιος καί πού μς τήν παναλαμβάνουν καί λλοι θά μπορούσαμε νά δεχτομε γιά ληθινή καί νά προσπαθήσουμε νά τήν ποστηρίξουμε μέ πλθος Πλατωνικά χωρία, πού δείχνουν μιά διαίτερη προσήλωση το Πλάτωνα στήν τέχνη ατή καί συνήθιστη γνώση πολλν τεχνικν ζητημάτων» [6].

    Ὁ Πλωτνος εἶναι ὁ δεύτερος φιλόσοφος μετά τόν Πλάτωνα πού κάνει ἐκτενῆ χρήση τῆς εἰκόνας. [7] Στήν Πλωτινική ὀντολογία ἔχουμε τέσσερα ἐπίπεδα ὑπάρξεως: πρῶτο ἐπίπεδο ὑπάρξεως, πρώτη ὑπόσταση εἶναι τό ἀνυπόθετο Ἕν, δεύτερη ὑπόσταση ὁ νοῦς, τρίτη ὑπόσταση ἡ ψυχή, ἔσχατο ἐπίπεδο ὑπάρξεως τό σῶμα. Ὁ νοῦς δημιουργεῖται ἀπό τό ὑπερεκχειλίζον Ἕν δι̉ ἀπορροῆς καί ἀποτελεῖ εἰκόνα αὐτοῦ. Ὁ νοῦς δημιουργεῖ ὁμοίως δι̉ ἀπορροῆς τήν ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ, ἀφοῦ προέρχεται ἀπό αὐτόν. Ἡ ψυχή κατέρχεται στήν ὕλη, τήν εἰδοποιεῖ (τῆς προσδίδει εἶδος, μορφή) καί ἡ εἰδοπεποιημένη, μεμορφωμένη ὕλη ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς ψυχῆς. Ἡ μεμορφωμένη ὕλη ἔχει σκιώδη βαθμό ὑπάρξεως ἐγγίζουσα τό μή ὄν, τό ὁποῖο εἶναι ἡ, ἐπινοίᾳ καί   νῷ νοουμένη, ἄμορφη ὕλη.

   Ὑπάρχει μία κατιοῦσα φορά ἀπό τόν Ἕν στήν ὕλη καί ἀντιστρόφως μιά ἀνιοῦσα φορά ἀπό τήν ὕλη στό Ἕν μέσα ἀπό τίς ἐνδιάμεσες ὀντολογικές βαθμίδες (νοῦ καί ψυχή). Τό Ἕν εἶναι πρότυπο τοῦ νοῦ καί ὁ νοῦς εἰκόνα τοῦ Ἑνός, ὅπως εἴπαμε. Ὅμοίως ὁ νοῦς εἶναι πρότυπο τῆς ψυχῆς καί ἡ ψυχή εἰκόνα τοῦ νοῦ. Ἡ ψυχή πρότυπο τῆς ὕλης καί ἡ ὕλη εἰκόνα τῆς ψυχῆς. Ἡ θέαση τῆς εἰκόνας ὁδηγεῖ στή θέαση τοῦ προτύπου. Ἔτσι ἐπιτελεῖται ἡ ἀναγωγική πορεία τοῦ φιλοσόφου ἀπό τό ἔμψυχο σῶμα στό Ἕν. Ἑπομένως ἰδιαίτερα σημαντική εἶναι καί ἡ γνωσιολογική λειτουργία τῆς εἰκόνας.

     Ὁ καθηγ. Γιργος Ζωγραφίδης γράφει σχετικά μέ τήν λειτουργία τῆς εἰκόνας στήν Πλωτινική ὀντολογία: « εκόνα, καθώς μιμεται τό ρχέτυπον πανταχ (V.8.12.15),  χει τή δυνατότητα νά συμπεριλάβει τό κάθε τί, νά κατέχει τίς διότητες το προτύπου μέ τόν δικό της διαίτερο τρόπο. τσι λ.χ. κρατ τό κάλλος το προτύπου της καί πεικονίζοντάς το εναι καί δια ραία. Παραμένει, πάντως, τελής παράσταση νός τέλειου πράγματος. πιπλέον εκόνα μετέχει στό πρότυπο, γιατί εναι νέργημά του καί, κατά τόν Πλωτνο, ξωτερική νέργεια εναι εκόνα τς σωτερικς καί τελικά διάσπαστη πό τήν τελευταία. Τί δηλώνει μετοχή ατή; Δεδομένου τι πρός τά κάτω φορά τς ψυχς δημιουργε μία εκόνα της, τό μή ν, μετοχή τς φυσικς εκόνας στό πρότυπό της τή διασώζει πό τήν νυπαρξία. Ταυτόχρονα δείχνει τόν πόλυτο βαθμό ξάρτησής της πό τό νώτερό της ντολογικό πίπεδο. Δέν εναι μόνη: τόσο νος σο καί ψυχή ποτελον ξαρτημένες πό τόν ν πραγματικότητες. Εναι, μως, τελευταία στήν κλίμακα: γιά νά πάρχει, πρέπει νά στηρίζεται καί νά ναπαύεται στό πανταχο παρόν ν· καί διάρκεια τς παρξής της εναι μεσα συνδεδεμένη μέ τήν παρξη το προτύπου της. Μέ τά παραπάνω γίνεται φανερή λειτουργία τς εκόνας στήν πλωτινική ντολογία. διάκριση νοητς καί ασθητς φύσεως δέν νοεται ς ντιθετική σχέση, ς πόλυτος δυισμός. Πλωτνος κατασκευάζει μία εραρχία στήν ποία νοδος, ναγωγή πό τίς κατώτερες βαθμίδες εναι δυνατή κριβς πειδή χουν σχέσεις προτύπου καί εκόνας». [8]

  Ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ « Πλωτίνος κατέχει ξιόλογη θέση στήν στορία τς ασθητικς» [9]. Τό πρόβλημα τοῦ Ὡραίου, τῆς φύσεως καί τῆς προελεύσεώς του ἔχει ἀπασχολήσει πολύ τόν Πλωτῖνο. Μάλιστα ἔχουμε δύο αἰσθητικά ἔργα του, τό ἕκτο βιβλίο  τῆς πρώτης Ἐννεάδος, πού ἐπιγράφεται Περί το  καλο (=ὡραίου) καί τό ὄγδοο βιβλίο τῆς πέμπτης Ἐννεάδος, πού ἐπιγράφεται Περί το νοητο κάλλους. Ὁ Πλωτῖνος διαλογίζεται σέ τί ἔγκειται τό ὡραῖο πού παρατηροῦμε στόν αἰσθητό καί ἠθικό κόσμο. Ἡ πρώτη ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἡ συμμετρία καί τό μέτρο εἶναι τά στοιχεῖα πού συγκροτοῦν τήν ἔννοια τοῦ Κάλλους, τῆς Ὀμορφιᾶς. Μέ μιά σειρά λεπτῶν παρατηρήσεων, πού δέν χρειάζεται νά ἀναφέρουμε  ἐδῶ, ἀπορρίπτει αὐτή τήν ἐκδοχή καί κατευθύνει τήν σκέψη του στόν γενικώτερο Πλατωνικό προσανατολισμό του: Τό ὡραῖο εἶναι ὡραῖο ἐπειδή ἐνυπάρχει σέ αὐτό ἡ Ἰδέα,  ἡ Μορφή τοῦ Ὡραίου. Ἕνας ἄμορφος ὀγκώδης λίθος διαφέρει ἀπό ἕνα λαξευμένο ἄγαλμα ἐπειδή σέ αὐτό τό τελευταῖο ὁ καλλιτέχνης ἔχει ἀποτυπώσει τήν Μορφή, τήν Ἰδέα πού ἔχει συλλάβει μέσα στό νοῦ του. Ἑπομένως τό ὡραῖο σχετίζεται μέ τή Μορφή, τό Εἶδος, πού ἐνυπάρχει στόν νοητό κόσμο, ὡς ἐννόημα τοῦ Νοῦ, ἀλλά καί ὡς σύλληψη τοῦ νοῦ τοῦ καλλιτέχνη. Μάλιστα ὁ Πλωτῖνος δέν ὑποβαθμίζει τήν εἰκόνα πού τεχνουργεῖ ὁ καλλιτέχνης, ὅπως ὁ Πλάτων: «δ γκειται ρεμη πάντηση το Πλωτίνου στή δυσπιστία το Πλάτωνα πέναντι στή μίμηση: τό δέντρο καί εκόνα το δέντρου μετέχουν ξίσου στή Μορφή καί ατή προσδίδει καί στά δύο τήν μορφιά πού μπορε νά χουν· εναι τόση λευθερία το ζωγράφου, στε εκόνα πού συνθέτει εναι δυνατό νά συγκρατε καί νά κφράζει ατή τή Μορφή κόμη πληρέστερα πό ,τι τό δέντρο». [10]

  Ἡ ψυχή γιά νά ἀντικρύσει τό ὡραῖο, πρέπει νά γίνει πρῶτα αὐτή ὡραία. Πρέπει νά ποιωθεῖ μέ τό εἶδος, μέ τή μορφή τοῦ ὡραίου, γιά νά μπορέσει νά δεῖ τό ὡραῖο. «Ο γάρ ν πώποτε  εδεν φθαλμός λιον λιοειδής μή γεγενημένος, οδέ τό καλόν (=τό ὡραῖο) ν δοι ψυχή μή καλή (=ὡραία) γενομένη, γενέσθω δή πρτον  θεοειδής πς καί καλός (=ραος) πς, ε μέλλει (=ἐάν πρόκειται) θεάσασθαι θεόν τε καί καλόν (=τό ὡραῖο) (ννεάς Ι, 6, 9).

  Γενικά γιά τήν αἰσθητική τοῦ Πλωτίνου μποροῦμε νά ποῦμε πώς « Πραγματικότητα ποτελεται πό μιά συνεχή σειρά πιπέδων πού τό καθένα τους βρίσκεται λο καί μακρύτερα πό τό κεντρικό Φς το Εναι καί τό καθένα εναι κατά κάποιο τρόπο μίμηση σων βρίσκονται πιό κοντά σ̉ ατό, τότε λες ο μορφιές, σο μυδρές καί ν εναι, πρέπει, σέ τελευταία νάλυση, νά συνδέονται μέ τό πόλυτο ραο, τό ποο παινίσσονται» [11].

    Ὁ Πλωτῖνος  ἐπέδρασε πολύ καί στή Χριστιανική Δογματική καί στή Χριστιανική εἰκόνα. Εἶναι ὁ σύνδεσμος πού δένει τόν Χριστιανισμό μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ἄς δοῦμε τίς μεταξύ των διαφορές, ὅπως τίς παρουσιάζει ὁ Παναγιώτης Μιχελς: « φιλοσοφία το Πλωτίνου χρησίμευσε ργότερα ς πόβαθρο στό χριστιανικό δόγμα. λλά μεταξύ τους πάρχουν ριζικές διαφορές καί δού ο κυριώτερες. Τό ν το Πλωτίνου εναι πρόσωπο. Θεός μως τν χριστιανν εναι πρόσωπο. Τό ν δημιουργε δι̉ κλάμψεως διότι περχειλίζει. Θεός δημιουργε διότι τό θέλει   καί πό  πειρη γάπη πρός τά πλάσματά του. φύση γιά τούς χριστιανούς εναι λογη. νώτερη βαθμίδα γνώσεως εναι γιά τόν Πλωτνο κσταση, τήν ποία μως νθρωπος πρέπει κάθε φορά νά κατακτ κ νέου γιά νά μεθέξη στό ν. Γιά τόν χριστιανό μως πάρχει ποκάλυψη, πού ρκε μιά φορά νά πιφοιτήση χάριτι θεί, γιά νά τόν φωτίζη διαρκς φ̉ σον καί ατός προσπαθε. Στόν Πλωτνο τέχνη ποτελε μέσο λυτρώσεως πό τήν πτώση διότι φανερώνει τήν δέα. ντιθέτως στόν Χριστιανισμό τέχνη δέν ποτελε μέσο λυτρώσεως, σο καί ν μέ τή συμβολική πεικόνιση τν Παθν καί τν γίων βοηθε τόν πιστό νά ξαρθ. Ο γιοι μεσιτεύουν γιά μς, ταν τούς προσκυνήσουμε τιμητικά. Τό εδωλο τν θνικν χει ξία ατό καθ̉ αυτό. εκόνα τν χριστιανν δέν χει παρά μέσω το θεατ. Στή χριστιανική τέχνη δηλαδή, ν καί πιτελται νεργητική συμμετοχή το ποκειμένου μέ τήν ασθητική πράξη πού ρχισε νά ζητ Πλωτνος, καλλιτεχνική πράξη δέν χει ατοτέλεια. Στόν Πλωτνο σέ κάθε μφάνιση το πνευματικο  μέ τήν τέχνη προβάλλει τό κάλλος. Στή χριστιανική τέχνη μως νάγκη τς παραστάσεως περβατικν συμβόλων καί ποκαλυπτικν καταστάσεων, καθιστ τήν τέχνη ψηλή, ντονα κφραστική, ξπρεσσιβιστική, μέχρι το σημείου πού νά διαφορ πρός τό κάλλος (ν καί ο λληνες διετήρησαν τό κάλλος συναίσθητα καί στίς πλέον κραες κδηλώσεις τς βυζαντινς τέχνης [12].

2. Ἡ εκόνα στήν πατερική θεολογία

     Εἶναι γνωστή ἡ εἰκονομαχική ἔρις πού συνετάραξε τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὁλόκληρη τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία ἐπί ἑκατονπενῆντα χρόνια τόν ἕβδομο καί ὄγδοο μ. Χ. αἰῶνα. Ὅπως γράφει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ « φιλονικία γιά τίς εκόνες δέν ταν μία συζήτηση τελετουργικο τύπου. ταν μία δογματική φιλονικία, καί σέ ατήν πεκαλύφθησαν θεολογικά βάθη» [13]. Ὁ Δαμασκηνός ὡς μάχιμο μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπρωτοστάτησε στόν ἀγώνα κατά τῶν εἰκονομάχων, ἐκδίδοντας τούς περιφήμους ἀντιρρητικούς λόγους Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας (Λόγοι τρεῖς). Ὁ πρῶτος λόγος  ἐγράφη πρό τοῦ 730 μ. Χ., εὐθύς ὡς ἐξέσπασε ἡ ἔρις. Ὁ Δαμασκηνός εἶχε προφανῶς ὑπ᾿ ὄψιν του τήν περί εἰκόνων κοινοποιηθεῖσα διακήρυξη τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος Γ΄ τοῦ Ἰσαύρου (726 μ.Χ.). Ὁ δεύτερος λόγος  ἐγράφη στίς ἀρχές τοῦ 730 καί ὁ τρίτος λόγος  ἐγράφη περί τά τέλη τοῦ 730 ἤ στήν ἀρχή τοῦ 731 καί ἀποτελεῖ ἀνακεφαλαίωση τῶν δύο προηγουμένων, ἀλλά καί συστηματικωτέρα ἔκθεση τῆς περί εἰκόνος διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ συγγραφέως. Ὁ Δαμασκηνός στό ἐν λόγῳ ἔργο του Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας (Λόγοι τρεῖς)  ἀσχολεῖται διεξοδικῶς μέ ὅλες τίς ἔννοιες τῆς εἰκόνος στή τριαδολογία, χριστολογία, ὀντολογία, κασμολογία καί ἀνθρωπολογία, ἐπειδή ἀκριβῶς κατενόησε τήν κεντρικῆς σπουδαιότητος θεωρία τοῦ εἰκονίζειν στούς πρό αὐτοῦ Πατέρες.

   Κατ᾿ ἀρχήν ὁ Δαμασκηνός κατά τήν συστηματική ὀργάνωση τοῦ ὑλικοῦ του, πού κατ᾿ ἐξοχήν χαρακτηρίζει τό συγγραφικό του ἔργο, προτιθέμενος νά διαπραγματευθεῖ περί τῶν εἰκόνων θέτει τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα, τά ὁποῖα καί ὁριοθετοῦν τίς θεματικές ἑνότητες τοῦ ὑπό ἐξέτασιν θέματος του: «λλ᾿ πειδή περί εκόνος λόγος στί καί προσκυνήσεως, φέρε πλατύτερον περί τούτων τόν λόγον διευκρινήσωμεν καί επωμεν·

πρτον, τί στιν εκών;

δεύτερον, τίνος χάριν γέγονεν εκών;

τρίτον, πόσαι διαφοραί εκόνων;

τέταρτον, τί τό εκονιζόμενον καί τό μή εκονιζόμενον;

πέμπτον, τίς πρτος ποίησεν εκόνας [14]

      Ἀρχίζοντας λοιπόν ὁ Δαμασκηνός κατά τήν προσφιλῆ του συνήθεια, ὁπωσδήποτε καί ἐδῶ ἀκολουθῶντας τόν Ἀριστοτέλη, δίδει τόν ὁρισμόν τῆς εἰκόνος ὡς ἑξῆς: «Εκών μέν ον στιν μοίωμα καί παράδειγμα καί κτύπωμα τινος ν αυτ δεικνύον τό εκονιζόμενον»[15]. Καί ἐπίσης «Εκών μέν ον στιν μοίωμα χαρακτηρίζον τό πρωτότυπον μετά το καί τινα  διαφοράν χει πρός ατό· ο γάρ κατά πάντα εκών μοιοται πρός τό ρχέτυπον» [16]. ἡ εἰκόνα, καίτοι ἀποτελεῖ ὁμοίωμα καί παράδειγμα καί ἐκτύπωμα τοῦ είκονιζομένου πρωτοτύπου, ὅμως διαφέρει αὐτοῦ, ἔχει τι τό παρηλλαγμένον αὐτοῦ. Ἐπί παραδείγματος ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου εἰκονίζει βεβαίως τόν σωματικό χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως δέν ἔχει ζωή, «οτε ζ οτε λογίζεται οτε φθέγγεται οτε ασθάνεται οτε μέλος κινε» [17].

   Κατόπιν θέτει τό ἐρώτημα γιά ποῖο λόγο κατασκευάζεται ἡ εἰκόνα.Ἡ ἀπάντηση σέ αὐτό τό ἐρώτημα εἶναι ὅτι ἡ εἰκόνα φανερώνει καί δεικνύει ἕνα κρυμμένο νόημα ἤ λειτουργία τοῦ εἰκονιζομένου ὄντος. Καί ἐπινοήθηκε ἡ εἰκόνα, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, ὡς διφυής ἐκ σώματος καί ψυχῆς, ἔχει ἀνάγκη σωματικῶν ἐκτυπωμάτων πρός ἀναγωγήν στά νοητά καί ἀσώματα. Ἀκόμη, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ τό μέλλον καί, ὡς δέσμιος τοῦ χρόνου καί τοῦ τόπου, ἀγνοεῖ αὐτά πού ἐκφεύγουν τῆς δυνατότητός του νά γνωρίζει τά πράγματα πού ἐμπίπτουν στήν ἐγγενῆ ἐποπτεία  τοῦ χρόνου καί τοῦ τόπου, ἐπινοήθηκε ἡ εἰκόνα πρός τή γνώση καί φανέρωση τῶν κεκρυμμένων ἀπ᾿ αὐτοῦ καί μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ὠφέλεια καί παιδαγωγία αὐτοῦ πρός τήν ἀρετήν.Γράφει ἐν προκειμένῳ ὁ Δαμασκηνός τά ἑξῆς: «Δεύτερον, τίνος χάριν στίν εκών; Πσα εκών κφαντορική το κρυφίου στί καί δεικτική. Οόν τι λέγω· πειδή νθρωπος οτε το οράτου γυμνήν χει τήν γνσιν σώματι καλυπτομένης τς ψυχς οτε τν μετ᾿ ατόν σομένων οτε τν τόπ διεστηκότων καί πεχόντων ς τόπ καί χρόν περιγραφόμενος, πρός δηγίαν γνώσεως καί φανέρωσιν καί δημοσίευσιν τν κεκρυμμένων πενοήθη εκών, πάντως δέ πρός φέλειαν καί εργεσίαν καί σωτηρίαν, πως στηλιτευομένων καί θριαμβευομένων τν πραγμάτων διαγνμεν τά κεκρυμμένα καί τά μέν καλά ποθήσωμεν καί ζηλώσωμεν, τά δέ ναντία τουτέστι τά κακά ποστραφμεν καί μισήσωμεν» [18]. Ἑπομένως εἶναι σαφής καί ἡ παιδαγωγική λειτουργία τῆς εἰκόνας στήν σκέψη τοῦ  ἱεροῦ συγγραφέως

    Κατόπιν ὁ Δαμασκηνός ἐξετάζει τά εἴδη (τούς τρόπους) τοῦ εἰκονίζειν. Γενικῶς κατά τόν Δαμασκηνό ὑπάρχουν  ἕξ συνολικῶς τρόποι εἰκόνος. Πρῶτος τρόπος εἰκόνος εἶναι ὁ φυσικός κατά τόν ὁποῖο ὁ Υἱός εἶναι φυσική καί ζῶσα εἰκόνα τοῦ Πατρός: «Εκών μέν ον στιν μοίωμα χαρακτηρίζον τό πρωτότυπον μετά το καί τινα διαφοράν χειν πρός ατό ο γάρ κατά πάντα εκών μοιοται πρός τό ρχέτυπον. Εκών τοίνυν ζσα, φυσική καί παράλλακτος το οράτου θεο υός λον ν αυτ φέρων τόν πατέρα, κατά πάντα χων τήν πρός ατόν ταυτότητα, μόν δέ διαφέρων τ ατιατ. Ατιον μέν γάρ φυσικόν πατήρ, ατιατόν δέ υός· ο γάρ πατήρ ξ υο, λλά Υός κ πατρός. ξ ατο γάρ, ε καί μή μετ᾿ ατόν χει τό εναι, περ στίν γεννήσας πατήρ» [19]. Ὁμοίως καί τό ἅγιον Πνεῦμα εἶναι εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ: «στι μέν υός εκών το πατρός φυσική, παράλλακτος, κατά πάντα μοία τ πατρί πλήν τς γεννησίας καί τς πατρότητος· μέν γάρ πατήρ γεννήτωρ γέννητος, δέ υός γεννητός καί ο πατήρ. Καί τό πνεμα δέ τό γιον εκών το υο… Διά πνεύματος ον γίου γινώσκομεν τόν Χριστόν υόν το θεο καί θεόν καί ν τ υἱῷ καθορμεν τόν πατέρα· φύσει γάρ νο μέν λόγος γγελος, λόγου δέ μηνυτικόν τό πνεμα. μοία δέ καί παράλλακτος στιν εκών το υο τό πνεμα τό γιον ν μόν τ κπορευτ τό διάφορον χον· μέν γάρ υός γεννητός, λλ᾿ οκ κπορευτός» [20]. Ὁ Υἱός λοιπόν, ὡς φυσική εἰκόνα τοῦ Πατρός, εἶναι κατά πάντα ὅμοιος καί ἀπαράλλακτος αὐτοῦ πλήν τῆς ἀγεννησίας καί τῆς πατρότητος, ἐπειδή ὁ Υἱός εἶναι γεννητός (ἐκ τοῦ Πατρός). Ὁμοίως καί τό ἅγιον Πνεῦμα εἶναι φυσική εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ κατά πάντα ὅμοιον καί ἀπαράλλακτον αὐτοῦ, πλήν τοῦ γεννητοῦ, καθ᾿ ὅσον εἶναι ἐκπορευτόν (ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ᾿ ἐκφαντορικόν-μηνυτικόν τοῦ Υἱοῦ). Μέ ἄλλους λόγους οἱ τρεῖς θεῖες ὑποστάσεις εἶναι καθ᾿ ὅλα ὅμοιες μεταξύ τους, πλήν τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς κάθε μιᾶς: ὁ Πατήρ ὑπάρχει ἀγεννήτως, ὁ Υἱός γεννητῶς καί τό ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορευτῶς. Προσέτι ὁ Υἱός εἶναι εἰκόνα φυσική καί ἀπαράλλακτος τοῦ Πατρός, ἐπειδή ὡς Λόγος εἶναι ἐξαγγελτικός τοῦ γεννήτορος Νοῦ, τό δέ ἅγιον Πνεῦμα εἶναι εἰκόνα φυσική καί ἀπαράλλακτος τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐκφαντορικόν αὐτοῦ.

           Δεύτερος τρόπος τῆς εἰκόνος εἶναι « ν τ θε τν π᾿ ατο σομένων ννοια, τουτέστιν προαιώνιος ατο βούλησις εί σαύτως χουσα· τρεπτον γάρ τό θεον, καί βούλησις ατο ναρχος, , καθώς προαιωνίως βουλήθη, ν τ προορισθέντι π᾿ ατο καιρ γίνεται τά ρισθέντα· εκόνες γάρ καί παραδείγματα τν π᾿ ατο σομένων περί κάστου ατν ννοια, ο καί προορισμοί παρά τ γί Διονυσί νομάζονται. ν γάρ τ βουλ ατο χαρακτηρίζετο καί εκονίζετο πρίν γενέσεως ατν τά π᾿ ατο προωρισμένα καί παραβάτως σόμενα» [21]. Δεύτερος λοιπόν τρόπος εἰκόνος εἶναι τά “παραδείγματα” καί ἀρχέτυπα τῶν ὄντων, οἱ καλουμένοι ἄκτιστοι λόγοι τῶν ὄντων, πού ὅμως δέν ὑφίστανται ἐκτός τοῦ Θεοῦ, κατά Πλατωνική ἔννοια, ἀλλ᾿ ἐν τῷ νῷ τοῦ Θεοῦ καί ἀποτελοῦν ἀγαθά βουλήματα καί ἐννοήματα αὐτοῦ.

     «Τρίτος τρόπος εκόνος κατά μίμησιν θεο γενόμενος, τουτέστιν νθρωπος» [22]. Ὁ τρίτος λοιπόν τρόπος εἰκόνας εἶναι ὁ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κτισθείς ἄνθρωπος. Τέταρτος τρόπος εἰκόνας «τς γραφς σχήματα καί μορφάς καί τύπους ναπλαττούσης τν οράτων καί σωμάτων σωματικς τυπουμένων πρός μυδράν κατανόησιν θεο τε καί γγέλων διά τό μή δύνασθαι μς τά σώματα νευ σχημάτων θεωρεν, καθώς φησί πολύς τά θεα Διονύσιος ρεοπαγίτης» [23]. Ὁ τέταρτος τρόπος εἰκόνας εἶναι ἡ ἐξεικόνιση τῶν νοητῶν καί ἀσωμάτων οὐσιῶν, ἀκτίστων (δηλαδή τοῦ Θεοῦ), καί κτιστῶν (δηλαδή τῶν ἀγγέλων), πού γίνεται στήν Ἁγία Γραφή, συμφώνως πρός τήν ἀντιληπτική (ἀμυδρά καί σκιώδη βεβαίως) ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου. «Πέμπτος τρόπος εκόνος προεικονίζων καί προδιαγράφων τά μέλλοντα ς βάτος καί πί πόκον ετός τήν παρθένον καί θεοτόκον καί άβδος καί στάμνος καί ς φις τούς τό δγμα διά σταυρο καταργήσαντας το ρχεκάκου φεως τε θάλασσα, τό δωρ καί νεφέλη τό το βαπτίσματος πνεμα» [24]. Ὁ πέμπτος τρόπος εἰκόνας εἶναι αὐτός πού προτυπώνει τά μέλλοντα γεγονότα, ὅπως τύποι καί γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι προτύπωση συμβολική σωτηριωδῶν προσώπων γεγονότων καί καταστάσεων τῆς Καινῆς Διαθήκης. «κτος τρόπος εκόνος πρός μνήμην τν γεγονότων θαύματος ρετς πρός δόξαν καί τιμήν καί στηλογραφίαν τν ριστευσάντων καί ν ρετ διαπρεψάντων κακίας πρός θρίαμβον καί ασχύνην τν κακίστων νδρν, πρός τήν ες στερον τν θεωμένων φέλειαν, ς ν τά μέν κακά φύγωμεν, τάς δέ ρετάς ζηλώσωμεν» [25]. Ἔτσι ὁ ἔκτος τρόπος τῆς εἰκόνας εἶναι ἡ ἀναπαράσταση τῶν ἀνδραγαθημάτων καί τῆς ἐν γένει πολιτείας τῶν ἁγίων, πρός μίμηση αὐτῶν.Ἔτσι βλέπουμε καί πάλι τόν παιδαγωγικό ρόλο τῆς εἰκόνας.

    Ὁ Δαμασκηνός στίς ἀντιρρητικές συγγραφές του κατά τῶν εἰκονομάχων θέτει τό βασικό ἐρώτημα περί τοῦ τί εἶναι δυνατόν νά ἐξεικονισθεῖ καί περί τοῦ τί εἶναι ἀδύνατον νά ἐξεικονισθεῖ. «Τί τό εκονιζόμενον καί τί τό μή εκονιζόμενον» [26].  Καί πάλιν  «λαβόντεςτήν διακριτικήν ξιν παρά θεο καί εδότες, τί τό εκονιζόμενον καί τί τό μή εκόνι περιγραφόμενον» [27].

   Κατ᾿ ἀρχήν λοιπόν τό θεῖον ὡς παντελῶς ἀσχημάτιστον, ἀνείδεον (δηλαδή ἄνευ εἴδους), ἀόριστον, ἄποσον, ἀπήλικον εἶναι ἀδύνατον νά ἐξεικονισθεῖ σέ ὁποιαδήποτε ὁρατή εἰκόνα. «δύνατον εκονίζεσθαι θεόν τόν ποσον καί περίγραπτον καί όρατον» [28]. Ἀκόμη λέγει ὁ Δαμασκηνός ὅτι « θεία φύσις περίγραπτός στι μόνη καί παντελς νείδεος καί σχημάτιστος καί κατάληπτος» [29] γι᾿ αὐτό καί καμμία εἰκόνα της μπορεῖ νά σχηματισθεῖ. Ἐπειδή οὐδεμία κατηγορία (πλήν τῆς ἐνυποστάτου οὐσίας) ἰσχύει στό θεῖον καί ἐπειδή ἡ οὐσία αὐτοῦ εἶναι παντελῶς ὑπερβατική καί ἀπρόσιτη στήν ἀνθρωπίνη ἀντιληπτική ἱκανότητα, εἶναι ἀδιανόητη ὁποιαδήποτε ὁρατή εἰκόνα του.

   Ἀντιθέτως ἡ ἀνθρωπίνη φύση (ἑπομένως καί ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ), ἀφοῦ ἰσχύει ὡς πρός αὐτήν πλήρως τό κατηγοριακόν σύστημα, εἶναι δυνατόν νά ἐξεικονισθεῖ. Καί ἐφ᾿ ὅσον ὁ Χριστός ἀνέλαβε πλήρη τήν ἀνθρωπίνη φύση, εἶναι θεμιτό νά τόν εἰκονίζουμε. Γράφει συναφῶς ὁ Δαμασκηνός: «Πς εκονισθήσεται τό όρατον; Πς εκασθήσεται τό νείκαστον; Πς γραφήσεται τό ποσον καί μέγεθες καί όριστον καί νείδεον; Πς χρωματουργηθήσεται τό σώματον; Πς σχηματισθήσεται τό σχημάτιστον; Τί ον τό μυστικς μηνυόμενον; Δηλονότι νν μέν θεόν μή εκονίσς τόν όρατον, ταν δέ δς διά σέ γενόμενον νθρωπον τόν σώματον, τότε ποιήσεις τς νθρωπίνης μορφς τό κτύπωμα· ταν ρατός σαρκί όρατος γένηται, τότε εκονίσεις τό το ραθέντος μοίωμα· τε ποσος καί πήλικος καί μεγέθης περοχ τς αυτο φύσεως ν μορφ θεο πάρχων μορφήν δούλου λαβών ταύτ συσταλ πρός ποσότητα τε καί πηλικότητα καί χαρακτρα περίθηται σώματος, τότε ν πίναξι χάραττέ τε καί νατίθει πρός θεωρίαν τόν ραθναι καταδεξάμενον» [30].

   Ὅμως βεβαίως σχετικῶς μέ τό εἰκονίζειν τά προκύπτοντα προβλήματα εἶναι πολύ περισσότερα καί περίπλοκα ἀπό ὅσο φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως. Κατ᾿ ἀρχήν, ἐνῶ φαίνεται νά ἰσχύει ἡ ἐξίσωση: πᾶν τό περιγραπτόν εἶναι εἰκονιστόν, δέν εἶναι νόμιμη ἡ ἀντίθετη ἐξίσωση: πᾶν τό ὄν ὡς εἰκόνα περιγράφεται, ἀφοῦ ὁ Λόγος θεωρεῖται ὡς εἰκόνα τοῦ Πατρός, ὅμως ἡ θεία φύση του δέν εἶναι εἰκονιστή, ἐπειδή εἶναι ἀπερίγραπτη. Δεύτερον ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἄποσος καί ἀσχημάτιστος, δέν εἶναι εἰκονιστή: «Διό θαρρν εκονίζω θεόν τόν όρατον οχ ς όρατον, λλ᾿ ς ρατόν δι᾿ μς γενόμενον ν μεθέξει σαρκός καί αματος. Ο τήν όρατον εκονίζω θεότητα, λλ᾿ εκονίζω θεο τήν ραθεσαν σάρκα. Ε γάρ ψυχήν  εκονίσαι μήχανον, πόσ μλλον τόν καί τ ψυχ δόντα τό υλον;» [31] Ἀφοῦ λοιπόν ἡ ψυχή δέν εἶναι εἰκονιστή, (ἄρα καί ἡ ἀνθρωπίνη φύση στήν οὐσία της ὡς συνισταμένη ἐκ ψυχῆς καί σώματος), δεδομένου ὅτι ἡ εἰκόνα θά διασποῦσε τήν ἄρρητο ψυχοσωματική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἐκτυποῖ μόνο τή σωματική φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί στή χριστολογία τά πράγματα δέν εἶναι ἁπλά: ἀφοῦ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐκτυποῖ τόν σωματικό χαρακτήρα του καί ὄχι τήν θεότητα του, καί δεδομένου ὅτι φύση ἀνυπόστατος εἶναι ἀδιανόητη, δέν θά μποροῦσε εὐλόγως νά συμπερανθεῖ ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι εἰκονόφιλοι εἰσάγουν “ἀνθρωπίνη” ὑπόσταση στό Χριστό, κλίνοντες πρός τό Νεστοριανισμό; Ἄλλωστε κατά τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου «ο εκονομάχοι σχυριζόμενοι τι διά τς εκόνος διαχωρίζεται νθρωπίνη φύσις το Χριστο διά νά εκονισθ, κατηγόρουν τούς εκονολάτρες ς νεστοριανίζοντας· ο δέ εκονόφιλοι, σχυριζόμενοι τι διά τς ρνήσεως τς εκονίσεως πορρίπτεται νθρωπίνη φύσις το Χριστο, κατηγόρουν τούς εκονομάχους ς μονοφυσιτίζοντας» [32].

    Ἡ ἀπάντηση τῶν ὀρθοδόξων εἶναι ὅτι ἡ εἰκόνα εἰκονίζει τήν ὑπόσταση τοῦ εἰκονιζομένου καί ὄχι τή φύση του. Γράφει συναφῶς ὁ γιος Θεόδωρος Στουδίτης: «Παντός εκονιζομένου, οχ φύσις, λλ᾿ πόστασις εκονίζεται· πς γάρ ν καί ξεικονισθείη φύσις μή ν ποστάσει τεθεωρημένη; οον φέρε επεν, Πέτρος, ο καθό ζον λογικόν, θνητόν, νο καί πιστήμης δεκτικόν στι· εκονίζεται· τοτο γάρ ο μόνον Πέτρον ρίζει· λλά καί Παλον καί ωάννην, καί πάντας τούς πό τό ατό εδος. λλά καθότι μετά το κοινο ρου προσλαβών διώματά τινα, οον τό γρυπόν, σιμόν, ολον, εχροον, εόματον, ε τι λλο τό χαρακτηρίζον τήν προσοσαν ατ δέαν, διακέκριται πό τν μοειδν τόμων. λλά γάρ καί κ ψυχς καί σώματος ν, οτι που ψυχς δίωμα φέρει ν τ εδει το χαρακτρος· πς γάρ ν, θεάτου ταύτης οσης;  Οτω καί πί Χριστο· ο καθό πλς νθρωπός στι μετά το εναι Θεός, εκονίζεσθαι πέφυκεν· λλά καθότι τος ποστατικος διώμασιν πό πάντων μοειδν φοριζόμενος, σταυρωμένος στί καί τ εδει τιοιόσδε. Περιγραπτός ρα Χριστός καθ᾿ πόστασιν, κν τ θεότητι περίγραπτος, λλ᾿ οκ ξ ν συνετέθη φύσεων» [33]. Ἑπομένως τόσο στούς ψιλούς ἀνθρώπους ὅσο καί στό Χριστό ἡ εἰκόνα εἰκονίζει τήν ὑπόσταση [34] καί ὄχι τήν γενικῶς θεωρουμένη ἀνθρωπίνη φύση τῶν πρώτων οὔτε τήν θεία φύση καί τήν γενικῶς θεωρουμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Τό ὅτι ἡ δυνατότητα ἐξεικονίσεως κάποιου πράγματος εἶναι ἀπόρροια τῆς περιλήψεως τοῦ συγκεκριμένου πράγματος στό κατηγοριακό σύστημα εἶναι ἀληθές, ὡς ἐγράψαμε ἀλλοῦ (σέ ἄλλη ἐργασία μας) [35]. Ὅμως ἡ ὑπόσταση καί ὄχι ἡ γενικῶς θεωρουμένη φύση εἶναι φορεύς τῶν κατηγοριῶν, καί αὐτή (ἡ ἐνούσιος βεβαίως ὑπόσταση) εἰκονίζεται στήν εἰκόνα.

   Κατά δέ τή σχετική διδασκαλία τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ εἰκόνα εἰκονίζει τό πρόσωπο τοῦ εἰκονιζομένου καί ὄχι τήν φύση. Μάλιστα ὑπάρχει στό Δαμασκηνό σύνδεση τῆς διδασκαλίας του περί τῆς εἰκόνος μέ τή χριστολογία του, στήν πολεμική του κατά τῶν Εἰκονομάχων.

    Τέλος πρέπει νά σημειώσουμε τήν ἀναγωγική πρός τά νοητά σημασία καί λειτουργία τῆς εἰκόνος καθώς καί τή διδακτική αὐτῆς λειτουργία. Γιά αὐτήν τήν ἀναγωγική λειτουργία τῆς εἰκόνος ὁ Δαμασκηνός γράφει τά ἑξῆς ἀξιοσημείωτα: «Θεωροντες δέ τόν σωματικό χαρακτρα ατο ννοομεν ς δυνατόν καί τήν δόξαν τς θεότητος ατο· πειδή γάρ διπλο σμέν, κ ψυχς καί σώματος κατεσκευασμένοι, καί ο γυμνή μν στιν ψυχή, λλ᾿ ς πό παραπετάσματι καλύπτεται, δύνατον μς κτός τν σωματικν λθεν πί τά νοητά. σπερ ον διά λόγων ασθητν κούομεν σί σωματικος καί νοομεν τά πνευματικά, οτω καί διά σωματικς θεωρίας ρχόμεθα πί τήν πνευματικήν θεωρίαν» [36]. Ὁ Δαμασκηνός τονίζοντας τήν ἀναγωγική λειτουργία τῆς ὕλης πρός τόν ἄϋλο Θεό γράφει τά ἀκόλουθα:«ρα, τι καί νόμος καί πάντα τά κατ᾿ ατόν πσα τε καθ᾿ μς λατρεία χειροποίητά εσιν για δι᾿ λης προσάγοντα μς τ ύλ θε» [37].

    Ἡ ἀναγωγική αὐτή ἰδιότητα τῆς ὕλης εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν ἴδιον τοῦ τετάρτου τρόπου τοῦ εἰκονίζειν. Τό θεῖον, ἀλλά καί οἱ νοερές οὐσίες, ἤτοι οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἀνθρώπινες ψυχές, ὡς μή ὑπαγόμενες στά σχήματα τῶν κατηγοριῶν, οἱ ὁποῖες κατ᾿ ἐξοχήν προσιδιάζουν στήν αἰσθητή κτίση, εἶναι ἐν κυριολεξίᾳ ἀνεικόνιστες. Ὅμως ὁ Θεός συγκαταβαίνοντας στήν ἐγγενῆ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ νά συλλάβει τά νοητά καί ἀσώματα κατά τρόπον ἀμιγῶς νοερόν καί “ἄϋλον”, ἀλλά συλλαμβάνει αὐτά μέ τή διαμεσολάβηση σωματικῶν τύπων καί σχημάτων, “σωματοποιεῖται” τρόπο τινά καί “τυποῦται” σέ ὁρατές εἰκόνες καί τύπους, γιά νά ὑποβοηθήσει τήν ἀνατατική πρός αὐτόν (ἀλλά καί ἐν γένει τοῦ κτιστοῦ μέν, νοητοῦ δέ κόσμου) φορά αὐτοῦ-τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ. Ἐπί τοῦ προκειμένου ὁ Δαμασκηνός γράφει τά ἑξῆς: «Τέταρτος τρόπος εκόνος τς γραφς σχήματα καί μορφάς καί τύπους ναπλαττούσης τν οράτων καί σωμάτων σωματικς τυπουμένων πρός μυδράν κατανόησιν θεο τε καί γγέλων διά τό μή δύνασθαι μς τά σώματα νευ σχημάτων θεωρεν, καθώς φησί πολύς τά θεα Διονύσιος ρεοπαγίτης. τι μέν γάρ εκότως προβέβληνται τν τυπώτων ο τύποι καί τά σχήματα τν σχηματίστων, ο μόνην ατίαν φαίη τις εναι  τήν καθ᾿ μς ναλογίαν δυνατοσαν μέσως πί τάς νοητάς νατείνεσθαι θεωρίας καί δεομένην οκείων καί συμφυν ναγωγν. Ε τοίνυν τς μν προνον ναλογίας θεος λόγος, πάντοθεν τό νατατικόν μν ποριζόμενος, καί τος πλος καί μορφώτοις τύπους τινάς περιτίθησι, πς μή εκονίσει τά σχήμασι μεμορφωμένα κατά τήν οκείαν φύσιν καί ποθούμενα μέν, διά δέ τό μή παρεναι ρσθαι μή δυνάμενα; Φησί γον θεηγόρος Γρηγόριος, τι πολλά κάμνων νος κβναι τά σωματικά πάντ δυνατε» [38].

    Μάλιστα στούς ἀρνουμένους τήν ἀναγωγική αὐτή ἰδιότητα τῆς ὕλης πρός τόν ἄϋλο Θεό γράφει εἰρωνικά τά ἀκόλουθα: «Εδον ο πόστολοι τόν κύριον σωματικος φθαλμος καί τούς ποστόλους τεροι καί τούς μάρτυρας τεροι. Ποθ κγώ τούτους ρν ψυχ τε καί σώματι καί χειν λεξίκακον φάρμακον, πεί διπλος κτισμαι, καί ρν προσκυν τό ρώμενον οχ ς θεόν, λλ᾿ ς τιμίων εκόνισμα τίμιον. Σύ τυχόν ψηλός τε καί ϋλος καί πέρ τό σμα γενόμενος καί οον σαρκος καταπτύεις πν τό ρώμενον, λλ᾿ γώ, πεί νθρωπός εμι καί σμα περίκειμαι, ποθ καί σωματικς μιλεν καί ρν τά για. Συγκατάβηθι τ ταπειν μου

Σημειώσεις

[1] Σημειωτέον ὅτι πλήρη φιλοσοφική ἀνάλυση τῆς ἐννοίας εκών κάνει ὁ καθηγ. Γιῶργος Ζωγραφίδης στά βιβλία του Εκαστική φιλοσοφία, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1998  καί Βυζαντινή φιλοσοφία τς εκόνας, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1997

[2] Παναγιώτη Νέλλα, Ζον θεούμενον,ἐκδ. Σύναξη, Ἀθήνα 1981, σελ.285

[3] Πλάτωνος Τίμαιος, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Θ. Βλυζιώτης, Χ. Παπαναστασίου, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 89

[4] Πλάτωνος Τίμαιος, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Θ. Βλυζιώτης, Χ. Παπαναστασίου, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 255

[5] Μανόλη Ἀνδρόνικου,  Πλάτων καί τέχνη, ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1986, σσ. 38-39

[6] Μανόλη Ἀνδρόνικου, ἐνθ.ἀν., σσ. 160-161

[7] Γιώργου Ζωγραφίδη, Εκαστική φιλοσοφία, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1998, σελ. 48

[8] Γιώργου Ζωγραφίδη, ἔνθ. ἀν.,σσ. 49-50

[9] MonroeC. Beardsley, στορία τν ασθητικν θεωριν, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Παῦλος Χριστοδουλίδης, ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1989, σελ.71

[10] MonroeC. Beardsley, ἔνθ.ἀν., σελ. 79

[11] MonroeC. Beardsley, ἔνθ.ἀν., σελ. 80

[12] Π.Α. Μιχελῆς, Ασθητικά Θεωρήματα, τόμος Β′, Δ′ ἔκδοση,Ἵδρυμα Παναγιώτη καί Ἔφης Μιχελῆ, Ἀθήνα 2001, σσ. 251-252

[13] Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Ο Βυζαντινοί Πατέρες το κτου, βδόμου καί γδόου αἰῶνα, μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη, ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶς,Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 437

[14] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙΙΙ, (ΙΙΙ, 14) 1-9, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, σελ. 125

[15] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙΙΙ, (ΙΙΙ, 14) 1-9, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, σελ. 125

[16] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας Ι, (Ι, 9), ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, 3-6, σελ. 83-84

[17] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙΙΙ, (ΙΙΙ, 14) 1-9, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, σελ. 125

[18] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙΙΙ, (ΙΙΙ, 14) 1-9, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, σελ. 126

[19] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙ, (Ι, 9) 3-15, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975, σελ. 83-84

[20] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 18) 19-32, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 127

[21] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 19) 1-12, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 127

[22] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 20) 1-2, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 128

[23] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 21) 1-7, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 128

[24] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 22) 1-7, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 129

[25] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 23) 1-7, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 129-130

[26] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 24) 1-2, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 130

[27] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (Ι, 8) 15-19, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 81

[28] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (Ι, 7), 2-3, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 80

[29] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 24) 13-15, B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,   σελ. 131

[30] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας Ι, (Ι, 8), 30-59, ἔκδοση Kotter,  Βερολῖνο 1975,   σελ. 81-82

[31] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος ἀπολογητικός πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας ΙΙΙ,  (Ι 4) =(ΙΙΙ 6) 82-88, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 78

[32] Παναγιώτη  Χρήστου, λληνική Πατρολογία, τόμος Ε΄, πρωτοβυζαντινή περίοδος στ΄- θ΄ αἰῶνες, Θεσσαλονίκη 1992, σελ.332. Ἐπίσης βλ. Βασιλείου Γιαννοπούλου, Α Χριστολογικαί ντιλήψεις τν εκονομάχων, Ἀθῆναι 1975, σελ. 56

[33] Θεοδώρου Στουδίτου, ντιρρητικός Γ΄1 , P. G. 99, 405 Α-Β

[34] Βλ. Γεωργίου Ζωγραφίδη,  βυζαντινή φιλοσοφία τς εκόνας, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1997, σελ. 226 κ. ἑξ.

[35] Βλ. Φώτη Σχοινᾶ, Βυζαντινή λογική καί ντολογία. περί κατηγοριν διδασκαλία ωάννου το Δαμασκηνο. Θεωρητική στοιχείωση καί πρακτική φαρμογή, ἐκδ. Παρουσία, Ἀθήνα 2005, σελ. 285 κ. ἑξ.

[36] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙΙ, (ΙΙΙ, 12) 21- 30, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 123-124

[37] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόνας ΙΙ, (ΙΙ, 23) 1- 3, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 122

[38] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς γίας εκόναςΙΙΙ, (ΙΙΙ, 21) 1-20, ἔκδοση B. Kotter,  Βερολῖνο 1975,  σελ. 128-129.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (Σημείωση 1η από τΜτΒ: βρίσκεται στο κεντρο του άρθρου) είναι έργο του Γιώργου Δέρπαπα.

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 28 Σεπτέμβριος 2016, Aντίφωνο

Σημείωση 2η από τΜτΒ: Οι υπογραμμίσεις των αναφερομένων ονομάτων έγιναν από τΜτΒ. Επίσης, η εικόνα της γεννήσεως ελλήφθη από ανάρτηση στο φ/β του Θανάση Ν. Παπαθανασίου.