Έφυγες χθες π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει

Έφυγες χθες π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει

 

Της Μαρίας Φανακίδου*

 

Μετά τη Θ. Λειτουργία -όπου πήγαινες μέχρι και το τέλος. Ακόμη και καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι.

«Αυτός ο λαός είναι βαπτισμένος -δε μπορεί να χαθεί έτσι.» είπες, λόγω της Κρίσης, και προσπάθησες να συνεχίσεις τις ομιλίες ακόμη και μετά το βαρύ εγκεφαλικό. Αγώνας μέχρι την τελευταία σου πνοή.

Τώρα άρχισε το ταξίδι σου προς το Φως που τόσο αγάπησες, τόσο διακόνησες, τόσο δίδαξες. Μόνο χαρά και ευγνωμοσύνη για σένα. Κι αυτό που πάντα σου έλεγα: πόσο τυχερή ήμουν που συμπέσαμε στο χωροχρόνο. Κι αυτό που έλεγε η Maria Papaioannou: ότι ο Θεός είχε κέφια όταν σε έφτιαχνε. Πολλά κέφια. Κι αυτό που μου είχε πει ένας Σέρβος θεολόγος -αυστηρός αυστηρός. Ότι κυκλοφόρησε πολύ στον εκκλησιαστικό χώρο. Πουθενά δε βρήκε κανέναν που να προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους πολλούς από την αυλή του. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.

Θα μπορούσαν να γράψω τόμους ολόκληρους για όσα ζήσαμε κοντά σου. Αλλά θα το κάνουμε με όλους όσους είχαμε την τύχη να σε πετύχουμε μέσα στο χάος της Αθήνας, μέσα στο matrix των σκοτεινών καιρών. Που, για όποιον είχε μάτια και έβλεπε, ήταν το ίδιο σκοτεινοί και πριν την Κρίση. Απλώς τώρα έχουμε και το κερασάκι της εξαθλίωσης.

Δε θα ξεχάσω την ομιλία για τον Ελύτη που έκανες για να με καλωσορίσεις. Και τον «Επαναστάτη χωρίς αιτία» που ανέβασες για να με ξεκουνήσεις. Τις ατέλειωτες ώρες που ανεχόσουν τις ερωτήσεις μου που είχες χιλιοαπαντήσει πριν από την αφεντιά μου σε τόσους άλλους. Τις αναρίθμητες ώρες που εξομολογούσες με ένα πόδι σάπιο, τα μηνύματα που απαντούσες μέχρι και τα ξημερώματα. Οι γιατροί σου είχαν δώσει κάτι μήνες ζωής και σου ζήτησαν να μείνεις στο σπίτι με το πόδι ξαπλωμένο. Εσύ έβλεπες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο για τα επόμενα 20 χρόνια με το πόδι να κρέμεται. Ο πόνος έγινε ο καλύτερος σύντροφός σου. Πονούσες ολόκληρος μέρα νύχτα. Και δεν έλεγες κουβέντα.

Το όνειρό μου δε δίστασες να το στηρίξεις. Όπως και τόσων άλλων ανθρώπων. Στην πράξη -όχι στα λόγια. Με ενθάρρυνση, με προτροπή, με προσευχή. Που, αν δεν ήταν αυτή, θα με είχαν φάει λάχανο τα ερπετά στις Σχολές και στα σχολεία με τις συγκρούσεις που έπρεπε να κάνω.

Στις ομιλίες σου ερχόταν παιδιά από τα Εξάρχεια, παλιοί αριστεροί (λίγοι, ομολογουμένως, γιατί η Αριστερά είναι η πιο καλή ντόπα), πρώην μέλη εκκλησιαστικών οργανώσεων που αποφάσισαν να κάνουν την επανάστασή τους, every day people που ως τότε δεν ήξεραν πού πέφτει η εκκλησία. Η πιο τρελή ενορία του κόσμου. Η πιο όμορφη ενορία του κόσμου. Αυστηρά αναρχοαριστεροαυτόνομη.

«Μου αρέσει που σπάει το ταξικό εδώ μέσα» μου έλεγες. Καθόμουν στον ίδιο χώρο με μανάδες και γιους εφοπλιστών. Ό,τι ακριβώς ίσχυε για μένα, ίσχυε και γι’ αυτούς. Σε όποιον δεν άρεσε, μπορούσε να φύγει. Δεκάρα τσακιστή δεν έδινες για τις περιουσίες τους. Η ψυχή τους σε ένοιαζε. Ήξερες ότι μόνο έτσι αλλάζει ο κόσμος: αν αλλάξει κάθε άνθρωπος, αν σπάσει το μικροσυμφεροντολογικό του καθενός. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι μικροαστοί είναι η χαρά του Συστήματος. Οι άνθρωποι αυτοί, με τον καιρό, έδωσαν πολλά από τις περιουσίες τους σε άλλους που τα είχαν απόλυτη ανάγκη. Και κάθε φορά που κατέβαινα για να σε δω, διαλυμένη από τη μελέτη και τα κυνηγητά και τα χημικά στο Κίνημα, γελούσες:

«Ήρθες στην καπιταλιστική Γλυφάδα».

Μόνο έδωσες, μόνο νοιάστηκες, μόνο φρόντισες. Σαν πατέρας. Με την πανέμορφη σύζυγό σου φτιάξατε έναν Παράδεισο.

«Ο Χριστός είναι τρέλα, ο Χριστός είναι τρέλα» επαναλάμβανες. Κι εγώ ήξερα πως δικαιούσουν να το λες αυτό. Γιατί οι συμφοιτητές σου από το Οικονομικό είχαν γίνει καθηγητές σε Παν/ια της Αμερικής ή υπουργοί κυβερνήσεων του Συστήματος. Κι εσύ που ήσουν βοηθός καθηγητή στην ΑΣΟΕ και σε κάλεσαν να διδάσκεις στο Harvard και στο London School of Economics, τα παράτησες όλα για να ακούς τον πόνο το δικό μου, της νοικοκυράς, του εργάτη, του υπαλλήλου. Εσύ, που σπούδασες ζώντας με τα χέρια σου τους γέροντες γονείς σου, γιατί ένα τσογλανάκι της πρωτεύουσας σου έκλεψε, με μέσον φυσικά, την υποτροφία που είχες λόγω πρωτιάς στις παντουρκικές, όταν σωθήκατε από θαύμα από το πογκρόμ των Τούρκων στους Έλληνες της Κων/πολης.

«Χάνονται ψυχές, χάνονται ψυχές» μου ξέκοβες την πάρλα, όταν πήγαινα να σου αρχίσω ανόητες συζητήσεις. Τόση ήταν η άσκησή σου, που και μια βόλτα παραπάνω να υπονοούσα να κάνουμε με την πρεσβυτέρα και τους άλλους το θεωρούσες χασούρα. Ένα σε έκαιγε: να γνωρίσουν όλοι το Χριστό.

Στην αυλή σου βρήκαν καταφύγιο και στήριξη μετανάστες πολύ πριν την Κρίση, άνεργοι, ναρκομανείς, πόρνες της παραλιακής, άνθρωποι με διαλυμένους γάμους, άνθρωποι που δε μπορούσαν πια να βρουν νόημα στη ζωή τους.

«Δέχομαι κάθε αποτυχία», έλεγες. «Ο Χριστός όλα τα αλλάζει».

Το εκκλησιαστικό Σύστημα σε χρησιμοποίησε συστηματικά ως δημοκρατικό άλλοθι. Μόλις παραέγινες ενοχλητικός, σε πέταξε στα αζήτητα. Εσύ έβαζες πάντα το κεφάλι κάτω, ανέχτηκες πράγματα που κανένας άλλος δε θα ανεχόταν, για να μπορώ εγώ και τόσοι άλλοι, να έχουμε τώρα μια ανάμνηση από τον καφέ που πρόσφεραν όλοι στο αρχονταρίκι μετά τη Θ. Λειτουργία.

Ήσουν ο μόνος -απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον, ίσως και να κάνω λάθος- που είπες δημόσια την αλήθεια για το σκάνδαλο στο Βατοπέδι. Ότι το Κανονικό Δίκαιο απαγορεύει σε οποιονδήποτε φέρει το ιερατικό σχήμα να έχει οικονομικές δοσοληψίες. Και ότι ορίζει ρητά πως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων τα μοναστήρια οφείλουν να δανείζουν την περιουσία τους στους λαϊκούς που υποφέρουν.

Την πρώτη επώνυμη πράξη αντίστασης στη Χούντα την έκανες εσύ μαζί με τον νυν Αλβανίας. Με κείμενο που εκδώσατε πριν τα γεγονότα της Νομικής και πριν το Πολυτεχνείο και όπου θεμελιώνατε θεολογικά γιατί η Χούντα είναι αίρεση και γιατί έχουν χρέος οι Χριστιανοί να την πολεμήσουν.

Στο βιβλίο σου, ήδη από το 2000 περιέγραφες την Κρίση. Και πάντα τόνιζες, σε πείσμα της προπαγάνδας των συστημικών ΜΜΕ που μας ενημέρωναν για τη Συντέλεια που θα έρθει αν δεν είμαστε φρόνιμα παιδιά, ότι πρέπει να φύγουμε και από το Ευρώ και από την ΕΕ και από το ΝΑΤΟ.

Μια ολόκληρη ζωή στο νοίκι -και χωρίς αμάξι. Μίλησε κανείς για ακτημοσύνη;

Μπορώ να γράφω ώρες για όσα ζήσαμε τόσοι άνθρωποι κοντά σου. Δεν έχω καν αρχίσει. Θα το αφήσω για αργότερα -για το βιβλίο που λέγαμε πιο πριν.

Απλώς, να σε αποχαιρετήσω με ό,τι σκεφτόμουν πάντα για σένα: ότι υπήρξες ο πιο αντισυμβατικός, χαρισματικός, έξυπνος, ασυμβίβαστος, επαναστάτης, ελεύθερος, σπάνιος, ολοκληρωμένος άνθρωπος που γνώρισα και θα γνωρίσω ποτέ.

ΠΗΓΗ: 11.09.2018, https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=708395216187550&id=100010512335065&__tn__=K-R

* Η Μαρία Φανακίδου είναι μουσικός.

Σημείωση από τΜτΒ: Ευχαριστούμε τη Μαρία για την παραχώρηση προς αναδημοσίευση του κειμένου της.