Αρχείο κατηγορίας Χερουβικά τεριρέμ και πάσης τέχνης

Χερουβικά τεριρέμ και πάσης τέχνης

Μια ανάγνωση “Ο Ντοστογιέφσκυ και η Ηθική”

Μια ανάγνωση “Ο Ντοστογιέφσκυ και η Ηθική”

Του Σωτήρη Γουνελά

Υπάρχει, ωστόσο και ένα άλλο μελέτημα του μητρ. Ιωάννη και μάλιστα πρόσφατο, που μου δίνει την ευκαιρία να διατυπώσω μερικές ακόμη κρίσεις σχετικά με το ζήτημα της Ηθικής. Πρόκειται για το κείμενο με θέμα του ‘Ο Ντοστογιέφσκυ και η Ηθική’ (νέα Ευθύνη τ.3, Ιαν-Φεβρ. 2011, σ. 1-9). Μελετώντας λοιπόν τον Ντ. ο μητρ. Περγάμου φτάνει να πει ότι: «Για τον Ντ. το πρόβλημα δεν είναι ηθικό, αλλά βαθύτατα υπαρξιακό» και τούτο γιατί, λέει πιο κάτω «Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, είναι ένα μείγμα πανουργίας και απλότητας, αγνότητας και φιληδονίας, καλοσύνης και κακότητας».

Συνέχεια

Διαβάζοντας το «Όνειρο στο κύμα»

Διαβάζοντας το «Όνειρο στο κύμα»

Του Δημήτρη Μοράρου*

Κι ας είναι στην καθαρεύουσα. Κανένα πρόβλημα. Μόλις αρχίσεις το διάβασμα, ξεχνιούνται αμέσως οι δυσκολίες και παραδίδεσαι αμαχητί στη μαγεία του συγγραφέα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ένας νεαρός βοσκός που βόσκει κάθε μέρα τις κατσίκες του, αισθάνεται, περιδιαβαίνοντας στη φύση πως “οι λόγγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός και τα βουνά” είναι δικά του! Ακόμα και τα χωράφια των γεωργών. Ναι, ο νεαρός βοσκός δε δίσταζε να παίρνει και κάτι απ’ τα χωράφια όποτε ήταν νηστικός. Σαν τους “πεινασμένους μαθητές του Σωτήρος”. Και από την “άμπελο της άτυχης χήρας” το ίδιο. Τα σταφύλια της ήταν και δικά του. Μόνοι του αντίζηλοι οι αγροφύλακες όχι γιατί επιτελούσαν με ζήλο το καθήκον τους αλλά γιατί εννοούσαν οι ίδιοι “να εκλέγουν τας καλλιτέρας οπώρας”. Όμως το θέμα του διηγήματος είναι άλλο.

Συνέχεια

Δυο τσιγάρα δρόμος

Δυο τσιγάρα δρόμος

Της Σέβης Κωνσταντινίδου

«Δάσκαλος, λοιπόν, ε; μάλιστα», είπε και τον κοίταξε άλλη μια φορά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Πρώτη φορά φέτος εδώ;» ρώτησε. Ξανακούνησε ο άλλος το κεφάλι. «Κορφοβούνι», συνέχισε. Τον χειμώνα λίγο δύσκολο. Μετά την άνοιξη χαρά Θεού, θα δει. Αυτός; Ε, να εδώ, με τα ζωντανά. Κατσίκια και πρόβατα. Πάνω κάτω, κάτω πάνω στις πλαγιές ολημερίς. Τώρα στις στάνες, ναι, εκεί πάει.

Συνέχεια

Η δημιουργική συνέχεια

Η δημιουργική συνέχεια

Του Άγγελου Καλογερόπουλου

Ἤτανε μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἡ δεκαετία το ’80 καὶ οἱ νέοι τῆς ἐποχῆς ποὺ τότε ἐνηλικιώνονταν εχαν δη γευτε τν γκρίζα ποχ τς χούντας κα τος πρώτους καρπος τς μεταπολιτευτικς δημοκρατίας. Ἄκουγαν ρὸκ καὶ ρεμπέτικα. Τὰ δημοτικὰ τραγουδια τὰ εἶχαν ταυτίσει μὲ τὶς ἐθνικιστικὲς τελετὲς τῆς δικτατορίας, ἡ λεγόμενη βυζαντινὴ μουσικὴ ἦταν ἀπούσα μαζὶ μὲ τὴν διοικούσα ἐκκλησία  κι εἶχαν ἀρχίσει πιὰ νὰ βαριοῦνται τὸ πολιτικὸ τραγούδι καὶ νὰ νυστάζουν μὲ τὸ νέο κῦμα.

Συνέχεια

Μαθήματα Κηπουρικής

Μαθήματα Κηπουρικής

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή*

Κοίταξε και ξανακοίταξε επίμονα. Μέσα σε ένα κομμάτι καθρέπτη έβλεπε το χρόνο να κυλάει στα μονοπάτια του έσω εαυτού του. Αργά αλλά σταθερά, σαν ένα ποτάμι που διασχίζει το στέρεο μέχρι να συναντηθεί με την αλμυρή του φύση. Η ζωή του όλη έμοιαζε μια ατελείωτη διαδρομή που ήξερε όμως το τέλος της. Όταν τον ρώταγες, πάντοτε σου απαντούσε αινιγματικά για κάποιο ραντεβού αφήνοντας αδιευκρίνιστο όμως το πότε το πού και το πώς. Κάποτε τον πίεσα ιδιαίτερα και μου ομολόγησε ότι τούτο το προνόμιο το έχουν μόνο οι άγιοι. Άλλαξε  την κουβέντα και μου έδειξε επίμονα ένα σπουργίτι που χαριεντιζόταν με τα φύλλα μιας κατάνθιστης ελιάς.

Συνέχεια

ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

π. Δημητρίου Μπόκου*

Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύκαλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…

Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;

Συνέχεια

Τσιμπήματα

Τσιμπήματα

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή*

«αν και όσο και να τσιμπιέται κανείς, δεν ξυπνά από τον εφιάλτη…»

– Πες μου είναι αλήθεια;, φώναξε η γυναίκα μου.

Τα έχασα. Την κοίταξα έκπληκτος και συνέχισα να πίνω καφέ. Πάνω που θα άναβα τσιγάρο το ερώτημα έγινε επανάληψη. Στον ίδιο τόνο. Κοίταξα γύρω μου. Κανείς.  Σε μένα απευθυνόταν.  Ανασκουμπώθηκα και άρχισα να κάνω αυτοκριτική του τελευταίου εικοσιτετραώρου. Τίποτα. Καθαρός και αγνός. Προς τι λοιπόν η ερώτηση; Έπρεπε μάλλον να απαντήσω.

– Μου δίνεις το τασάκι, είπα δειλά.

Με κοίταξε απαξιωτικά και επανέλαβε το ερώτημα. Απόρησα. Σηκώθηκα και έκοψα μια φέτα ψωμί την βούτηξα μέσα στον καφέ. Αφού  μαύρισε την έβαλα με περίσκεψη στο στόμα μου. Πίκρα, πρέπει να βάζω και λίγη ζάχαρη. Επανέλαβα δις και κατόπιν με ελαφρύ βηχαλάκι καθάρισα τις φωνητικές μου χορδές.

Συνέχεια