Αρχείο κατηγορίας Χερουβικά τεριρέμ και πάσης τέχνης

Χερουβικά τεριρέμ και πάσης τέχνης

Το ποτάμι

Το ποτάμι

Του Νίκου Προσκεφαλά*

Μια ολόκληρη ζωή την έζησαν δίπλα στο ποτάμι. Από τότε που πρωτοέφτασαν, ψάχνοντας πού να ακουμπήσουν τους σάκους και την πραμάτεια τους, ως τώρα που τα χρόνια πέρασαν και το κοιτάζουν αδιάφορα να φιδοσέρνεται δίπλα τους. Φτιάξαν σκηνές στην αρχή, θα ξαναφύγουμε έλεγαν. Μα ήταν πανέμορφο το ποτάμι μέσα στην ροή του την αδιάκοπη, μέσα στα λουλούδια και στα δέντρα που ξετύλιγε μπροστά τους, μέσα στις υποσχέσεις του για θάλασσα κι ούτε κουβέντα μεταξύ τους για άλλο τόπο. Γίνανε σπίτια σιγά σιγά οι σκηνές τους, ημέρεψε κι ο τόπος με την προκοπή και το μεράκι τους. Σκάψαν χωράφια, σπείρανε, κάρπισαν εκείνα, θερίσανε, γέννησαν παιδιά… Όλα στο ποτάμι τα χρωστούσαν. Ήταν το σύνορό τους, ο μικρός θεός τους. Κι εκείνο τους χαμογελούσε, κυλούσε ήσυχα ανάμεσα τους, τους έπαιρνε τις έγνοιες, τους νανούριζε τα βράδια γλυκά, διάλεγε ακόμα και τα όνειρα που θα ’βλεπαν, απολάμβανε την προστασία που απλόχερα τους πρόσφερε.

Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: Ένας μοναδικός θεματοφύλακας του κόσμου, της ίδιας της ζωής!

Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: Ένας μοναδικός θεματοφύλακας του κόσμου, της ίδιας της ζωής!

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης εν ώρα δημιουργίας.

Του Στέλιου Κούκου*

Μπορεί ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993) με τις πλούσιες γνώσεις που είχε να κυκλοφορούσε ανάμεσά μας ως ένας θεματοφύλακας του κόσμου -όπως, ίσως, και μερικοί άλλοι άνθρωποι- αλλά ο της Θεσσαλονίκης και του νέου ελληνισμού αυτοκράτωρ του πνεύματος ήταν συνάμα και ένας κόσμος αντίστοιχα!

Ένας μοναδικός θεματοφύλακας του κόσμου και μάλιστα της ίδιας της ζωής!
Γιατί αυτήν ομολογούσε με το πληθωρικό και ιδιαίτερο έργο του!

Όσο και αν έφτιαξε ένα εντελώς προσωπικό έργο -ίσως και με την έννοια της κατάθεσης- εντούτοις ο ίδιος μοιάζει να ξέρει να διαχέεται και μέσα στα πράγματα! Ή ακόμη, θα μπορούσε να πούμε πως τα ίδια τα πράγματα μαρτυρούν το δικό του πέρασμα και την δική του ανακεφαλαίωση των πραγμάτων σε ζωή, σε κόσμο! Άρα υπάρχει ελπίδα! Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε πως το έργο του αποτελεί συνάμα και μαρτυρία ελπίδας!
Και μάλιστα χωρίς κάποιον εύπεπτο διδακτισμό. Κάθε άλλο!

Ελαιώνας

Ελαιώνας

Του Δημήτρη Μαγριπλή*

Δεν πήγαινε ο νους μου, αν και συνήθως οι έννοιες έχουν να κάνουν με το τι βλέπεις. Η ελιά σχηματοποιείται στα μάτια σου και νοηματοδοτείται από την καρδιά σου. Είναι δένδρο αειθαλές και γνώριμο του μέρους που γεννήθηκα.

Σημαίνει βόμβο τζιτζικιών, ζέστη καλοκαιρινή, ακόμη και ράντζο κάτω από το πλούσιο φύλλωμά της. Εδώ γεννιούνται αγάπες και ενίοτε έρωτες, ελπίδες για εισόδημα και αιτιάσεις για συζητήσεις περί επανεκκίνησης της οικονομίας.

Κάθε χωράφι θυμίζει την ίδια τη ζωή. Βρέφη θηλάζουν, παιδιά τρέχουν ανάμεσα σε μάνες ρίζες γελώντας και φωνάζοντας, κορίτσια με την άνοιξη φορεμένη επάνω τους, γριές και άντρες με μαύρα πουκάμισα, μια παπαρούνα ντυμένη στα κόκκινα.

Το δένδρο είναι ναός. Κρύβει σκηνές του χρόνου και της ιστορίας. Φυλακίζει κουβέντες και μυστικά. Κάθε κορμός έχει μια τράπεζα μνήμης. Από εδώ πηγάζει το ιδιαίτερο σχήμα του, αν και γενικά θυμίζει τη σκιά του προσώπου, σαν αγιογραφία του κόπου του. Κάθε ανάσα και ένας βλαστός, κάθε λυγμός και ένας κόμπος.

Μαύρο κουστούμι

Μαύρο κουστούμι

Του Δημήτρη Μαγριπλή*

Ήμουν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα. Δεν ξέρω τι απέγινε η φωτογραφία με τον πρόεδρο. Την είχα σε περίοπτη θέση, τουλάχιστον μέχρι τον τσακωμό μου με την Βάσω. Εκεί πρέπει να χάθηκε… Λογικά πέταξε καταμεσής της λεωφόρου Συγγρού, μαζί με το τραπεζάκι για τον καφέ. Ευτυχώς δεν χτύπησε κανένα. Από ό,τι μου είπαν, όλα προσγειώθηκαν στον κάδο του δήμου.

Ήταν ώρα περισυλλογής και έτσι χάθηκε για πάντα.  Υπήρχε και η προκήρυξη της Τρίτης του Σεπτέμβρη. Καδραρισμένη  και μάλιστα συλλεκτική. Τελευταία την είδα στο μπάνιο. Τραπεζάκι για ανάγνωση τις ώρες της ανακούφισης. Επάνω σε δύο κουτιά με απορρυπαντικό.   Τι να πεις στα παιδιά, δεν καταλαβαίνουν αξίες…

Κάθε άνθρωπος βαθιά μέσα του γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό

Κάθε άνθρωπος βαθιά μέσα του γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό

Συνέντευξη της Γιούλας Γ. Κωνσταντοπούλου* στη Μαίρη Γκαζιάνη**

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Γεννηθήκατε στην όμορφη πόλη του Πειραιά. Ποια επιρροή είχε στη ψυχοσύνθεσή σας η αύρα της θάλασσας και το λιμάνι που παρέπεμπε σε ταξίδια;

ΓΙΟΥΛΑ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ: Γεννήθηκα, μεγάλωσα και συνεχίζω να ζω στον όμορφο Πειραιά. Πάντα με συνέπαιρνε η θέα της θάλασσας, τα πλοία που σάλπαραν για άλλους τόπους, οι ιστορίες των ανθρώπων που ταξίδευαν, κυρίως όμως εκείνων που κάτω από αντίξοες συνθήκες ξεριζωμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες ήρθαν και βρήκαν μια γωνιά γης στον Πειραιά και ξανάστησαν την ζωή τους. 

Μ.Γ.: Έχετε σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία κι εργαστήκατε πολλά χρόνια στη Μέση Εκπαίδευση. Πώς ήταν η σχέση σας με τα παιδιά;

Γ.Γ.Κ.: Αγαπώ ιδιαίτερα τα παιδιά γι’ αυτό προσπάθησα στη διάρκεια της θητείας μου στη Μέση Εκπαίδευση πέρα από τα διδακτικά μου καθήκοντα, να είμαι κοντά τους, να αφουγκράζομαι τις αγωνίες και τους προβληματισμούς τους. Ακόμη και σήμερα διατηρώ επαφές μαζί τους.

Μ.Γ.: Πιστεύετε ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα ανταποκρίνεται στις μαθησιακές ανάγκες των εφήβων-μαθητών;

Γ.Γ.Κ.: Τα παιδιά σήμερα έχουν το προνόμιο της πολλαπλής πληροφόρησης που δεν σημαίνει πάντοτε και μάθηση. Επειδή το σχολείο, όμως, είναι και πρέπει να παραμείνει εστία ουσιαστικών γνώσεων, θεωρώ ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα οφείλει να εκσυγχρονίζεται, πράγμα που σημαίνει πως οι ιθύνοντες πρέπει διαρκώς να βρίσκονται σε εγρήγορση. 

ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ, Ρομ ζόρι τε αβές

ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ, Ρομ ζόρι τε αβές

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Του Βασίλειου Χριστόπουλου*

Πλησιάζει το Πάσχα του 2020 και η 25 χρονη τσιγγάνα Διονυσία είναι ανήσυχη. Βλέπει πως η ζωή τους γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο κορονοϊός κατέστρεψε όλες τις ευκολίες τους. Ο Ζαφείρης είναι άνεργος πάνω από ένα μήνα. Τα μαγαζιά είναι κλειστά, η πόλη ερήμωσε, άνθρωπος δεν κυκλοφορεί. Η ζητιανιά δεν δουλεύει πια. Τα έξι παιδιά της, όμως, συνεχίζουν να χρειάζονται φαγητό, τα ρούχα τους, τη φροντίδα τους. Κάθε τόσο ψιθυρίζει την αγαπημένη της φράση: Τσιγγάνα δύσκολο να είσαι, Ρομνί ζόρι τε αβές.

Τα παιδιά της είναι από δύο μέχρι εννιά χρονών. Κατά σειρά είναι ο Μανόλης, η Ζουμπουλία, o Ασημάκης, ο Άχμετ, η Εμμανουέλλα και η μεγάλη η Παγώνα. Οι δυο μεγάλες, Εμμανουέλλα και Παγώνα, πάνε σχολείο, αλλά τώρα είναι κλειστό.

Τις δυο μεγάλες τις έκανε με τον άντρα που παντρεύτηκε μικρή, έναν Αργύρη. Χώρισαν, όμως, νωρίς. Ήταν χωμένος στα ναρκωτικά μέχρι το λαιμό, τον έδιωξε η ίδια και γλύτωσε.

Η Διονυσία από μικρή ήξερε πως αρέσει στους άντρες, ποτέ της δεν είχε πρόβλημα. Έτσι γρήγορα κατέληξε στο Ζαφείρη. Είναι μαζί οκτώ χρόνια, ζουν κανονικά σαν αντρόγυνο, έκαναν και τέσσερα παιδιά. Μέχρι τώρα δεν είχε παράπονο από τη ζωή της. Τώρα, όμως με τον κορονοϊό όλα γίνονται δύσκολα.

Όταν ο άνεργος Ζαφείρης δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ασημάκη Βασιλάρη άρχισε να ελπίζει σε κάποιο μεροκάματο. Μέχρι τις απαγορεύσεις έκανε σταθερά τρία μεροκάματα τη βδομάδα.

Δούλευε σε ένα γέρο γεωργό στην Εγλυκάδα,  είχαν γνωριστεί από τότε που η οικογένεια έμενε στον καταυλισμό του Ριγανόκαμπου. Τώρα ο γέρος φοβάται τον κορονοϊό και σταμάτησε τη λαϊκή.
Τα τελευταία χρόνια, τρεις μέρες τη βδομάδα, ο Ζαφείρης ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα, καβαλούσε το ποδήλατο και πήγαινε στην Εγλυκάδα. Φόρτωναν το αγροτικό και κατέβαιναν στη λαϊκή. Αργά το μεσημέρι επέστρεφαν στο κτήμα. Εκεί έκανε κάποιες δουλειές στα χωράφια και αργά το απόγευμα, ξεθεωμένος, γύριζε με το ποδήλατο σπίτι του. Πάντα με μια σακούλα λαχανικά και φρούτα, ό,τι είχε μείνει απούλητο στη λαϊκή.

Ο Βασιλάρης είναι ένας δικός τους, στα 50 του, που τα καταφέρνει με διάφορα μεσιτικά και ζει μια χαρά. Ήταν Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ που συναντήθηκε μαζί του στην πλατεία. Έκαναν βόλτες και συζητούσαν περπατώντας.

Δεν είπε πολλά, μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα.

-Ξέρω την ανάγκη σου, Ζαφείρη, γι αυτό θα σου μιλήσω καθαρά. Έχω μια δουλειά για σένα και την Διονυσία, να βγάλετε εύκολα 2.000.

-Τι δουλειά, κυρ Ασημάκη;

-Ένας Ιρανός μετανάστης, καλοστεκούμενος, είναι χωρίς χαρτιά, παράνομος.

Για να μπορέσει να πάρει  χαρτιά θέλει να κάνει ένα παιδί με Ελληνίδα.

-Κι εγώ τι μπορώ να κάνω;

-Να του δώκουμε τη Διονυσία.

-Τη γυναίκα μου; τα έχασε ο Ζαφείρης.

-Δική σου είναι και δική σου θα μείνει. Μην ανησυχείς. Μόνο το παιδί θα είναι δικό του, θα το γράψει δηλαδή για δικό του. Γιατί κι αυτό στο τέλος δικό σας θα μείνει. Είπαμε 2000 είναι αυτές.

Ο Ζαφείρης  προσπαθώντας να σταθμίσει τι σημαίνουν όλα αυτά, αντιπρότεινε.

-Γιατί να μην το κάνω εγώ με τη Διονυσία, και όταν  γεννηθεί το γράφουμε στο όνομά του. Έτσι είχαμε κάνει  με  εκείνον τον Αφγανό και του γράψαμε τον Άχμετ, αν θυμάσαι. Δώκαμε στο παιδί και το όνομά του.

-Όλα τα θυμάμαι, αλλά τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, Ζαφείρη, ζητάνε τεστ DNA. Κάνουν εξετάσεις σε πατέρα και παιδί και πρέπει να βγαίνει ότι είναι δικό του. Ο Ζαφείρης  έμεινε άφωνος, δεν ήξερε αν έπρεπε να σταματήσει την κουβέντα και να φύγει ή να συνεχίσει να μένει μαζί του. Ο Βασιλάρης συνέχισε.

-Θα πάρεις 1000 μόλις μείνει έγκυος και άλλα 1000 όταν το μωρό γραφτεί στο δημοτολόγιο. Το παιδί, είπαμε δικό σας και όνομα δικό σας, όποιο θέλετε.

Ο Ζαφείρης σκέφτηκε πως αν είχε τη δουλειά του και η ζητιανιά της οικογένειας πήγαινε καλά, θα τον έστελνε στο διάολο, αλλά τώρα; Δύσκολη η απόφαση. Ζήτησε λίγο χρόνο να το σκεφτεί και έφυγε ζαλισμένος, σαν να είχε σκοτεινιάσει ο κόσμος γύρω του. Στο μυαλό του στριφογύριζε μόνο η κουβέντα της Διονυσίας: Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Αποφάσισε να μην το κουβεντιάσει με τη Διονυσία πριν δοκιμάσει άλλες λύσεις. Φοβόταν την αντίδρασή της και δεν ήθελε να τα καταστρέψει όλα.

Τα τελευταία χρόνια έχουν φύγει από τον καταυλισμό, ζουν σε σπίτι και έχει αλλάξει η ζωή τους. Γλύτωσαν από τη λάσπη και τα ποντίκια. Με το επίδομα πολυτεκνίας έχουν νοικιάσει κανονικό σπίτι στην άκρη του παλιού προσφυγικού συνοικισμού. Στον συνοικισμό οι παλιοί ιδιοκτήτες σιγά – σιγά εγκαταλείπουν τα σπίτια τους να πιάσουν καλύτερο σπίτι. Και κάποιες οικογένειες Ρομά βρίσκουν εκεί καταφύγιο. Ο ιδιοκτήτης τους ζήτησε ολόκληρο το επίδομα που παίρνουν κάθε τρίμηνο. Ήταν η πρώτη οικογένεια που θα έμενε στο τετράγωνο, οι γείτονες αντιδρούσαν και αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν.

Στην αρχή αντιμετώπισαν τον πόλεμο των μπαλαμών που δεν θέλουν τσιγγάνους στη γειτονιά τους. Ευτυχώς μέσα στο χρόνο νοικιάστηκαν κι άλλα δυο σπίτια σε τσιγγάνους και τώρα πια δεν είναι μόνοι τους.

Το νοίκι πληρώνεται από το επίδομα, και τα υπόλοιπα – φαγητό, ρούχα, ρεύμα, σχολικά κλπ – βγαίνουν από τα μεροκάματα του Ζαφείρη και τη ζητιανιά της Διονυσίας. Μέχρι τώρα τα κατάφερναν καλά.

Σκέφτεται τώρα που είναι άνεργος τι άλλη δουλειά μπορεί να κάνει, σπάει το κεφάλι του, αλλά δεν βρίσκει τίποτα.

Ξέρει ότι σε άλλες εποχές σαν  τσιγγάνος μπορούσε να κάνει πολλές δουλειές. Σιδεράς, γανωτής, αλμπάνης – πεταλωτής, καλαθοπλέκτης. Τώρα, όμως, μόνο η ζητιανιά μένει.  Και τη ζητιανιά δουλειά τη θεωρεί,  ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα. Αλλά να, τον πειράζει όταν κάποιοι τον βρίζουν: να πας να δουλέψεις, ρε τεμπέλη. Σκέφτεται και καμιά μικροκλοπή, αλλά δεν θέλει να μπλέξει. Αν, όμως, είχε ένα δικό του φορτηγάκι να κάνει τον παλιατζή; Αλλά πως μπορεί να αγοράσει ένα φορτηγάκι μεταχειρισμένο που χρειάζεται 1500 και 2000;

Καμιά φορά σκέφτεται και ένα καλό κλειστό βανάκι,  να γίνει γυρολόγος, να  μπει στο πλανόδιο εμπόριο που έχει καλά λεφτά.  Αλλά βανάκι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να αποκτήσει και αμέσως το ξεχνάει.

Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ο Ζαφείρης ανακοίνωσε στη Διονυσία πως δεν βρίσκει δουλειά και θα αναλάβει να οργανώσουν καλύτερα τη ζητιανιά. Παρά το λίγο κόσμο που κυκλοφορεί θα βγαίνουν όλοι, μαζί και οι δυο μεγάλες που τώρα δεν έχουν σχολείο. Όταν το είπε στα παιδιά, αυτά αντέδρασαν με ξεφωνητά χαράς, το είδαν για παιχνίδι.

Μεγάλη Τετάρτη από το πρωί πήρε την οικογένεια και κατέβηκαν στην κεντρική πλατεία. Όλη την οικογένεια. Την Διονυσία με το  μικρό Μανόλη στην αγκαλιά την έστησε στη μια γωνία. Τη μικρή Ζουμπουλία με τη μεγάλη Παγώνα σε άλλη. Και τα μεσαία, Ασημάκης – Άχμετ – Εμμανουέλλα, τα άφησε να γυρίζουν στην πλατεία, ελεύθεροι σκοπευτές. Τα συμβούλεψε να μην ξεχνιούνται και πιάνουν το παιχνίδι. Όταν βλέπουν άνθρωπο θα τον πλησιάζουν και θα του λένε κλαψιάρικα, κύριε πεινάμε δώσε να πάρουμε ψωμάκι. Περισσότερο, όμως, στηριζόταν στην Παγώνα που καταλάβαινε. Και στη Διονυσία με το μωρό.

Ο ίδιος ντράπηκε να στηθεί. Γιατί αν στηνόταν ήταν σίγουρο πως θα την άκουγε.

Αποφάσισε να παρακολουθήσει από μακριά την Παγώνα. Πρόσεξε πως οι λίγοι που κυκλοφορούσαν είχαν κρυμμένα τα πρόσωπά τους. Φορούσαν μάσκες, σαν γιατροί στο νοσοκομείο. Μετά απόφευγαν τα κορίτσια και δεν τα πλησίαζαν. Αλλά είδε πως η Παγώνα του δεν κώλωνε και χάρηκε. Αφού αυτοί την απόφευγαν, τους πλησίαζε η ίδια. Οταν περνούσε άνθρωπος τον έπαιρνε από δίπλα. Ο Ζαφείρης ήταν ενθουσιασμένος. Να μην κουράζεται αυτό το κορίτσι και κυρίως να μην απογοητεύεται. Θυμήθηκε μικρός που ζητιάνευε ο ίδιος, τέτοιος ήταν.

Είδε μια ηλικιωμένη κυρία κοντή, με μαγκούρα. Σχεδόν στο ύψος της Παγώνας, περπατούσε αργά – αργά. Και την Παγώνα να την πλησιάζει χοροπηδώντας. Η γριά φορούσε και μάσκα. Η Παγώνα της μιλούσε σαν να τη γνώριζε από παλιά. Καταλάβαινε τι της έλεγε. Κυρία πεινάω, δώσε κάτι και τέτοια. Και ήταν σίγουρος πως θα τα έλεγε κλαίγοντας, αυτό το κορίτσι είναι γεννημένο για ζητιανιά. Και ξαφνικά βλέπει τη γριά να αγριεύει, να σηκώνει τη μαγκούρα να τη κτυπά, και μετά να τη σπρώχνει μακριά. Δεν καλοκατάλαβε αν και πόσο το κορίτσι τραυματίστηκε. Το μυαλό του θόλωσε, σκέφτηκε να ορμήσει να το προστατέψει, αλλά δίστασε, μην τα κάνει χειρότερα. Ησύχασε όταν είδε πως η Παγώνα δεν χαμπάριασε τίποτα. Αμέσως διπλάρωσε έναν γέρο. Αλλά και κει έγιναν σχεδόν τα ίδια.

Το Ζαφείρη τον έζωσαν τα φίδια. Πάει η ζητιανιά, σκέφτηκε, τέλειωσε.
Το μεσημέρι η Παγώνα γύρισε ντροπιασμένη. Σχεδόν με άδεια χέρια. Είχε μαζέψει κάτι ελάχιστα. Τα μικρά τίποτα. Μόνο η Διονυσία με το μωρό, κάτι λίγα.

Όταν έκανε ταμείο απογοητεύτηκε. Κατάλαβε ότι με τη ζητιανιά δεν γίνεται τίποτα όσο υπάρχει αυτός ο καταραμένος κορονοϊός.

Αποφάσισε να μιλήσει στη Διονυσία και να συζητήσουν την πρόταση του Βασιλάρη. Ήξερε πως θα είναι μια δύσκολη συζήτηση. Θυμήθηκε πάλι το Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Η Διονυσία πρόπερσι που γέννησε το έκτο παιδί της είχε σχέδιο να κάνει στείρωση, κι ας ήταν 23 χρονών. Δεν ήθελε με τίποτα έβδομο παιδί. Αλλά δεν τα κατάφερε. Ο γιατρός, είπε, πως δεν γινόταν. Θα γεννούσε φυσιολογικά και δεν είχε νόημα να της κάνει στείρωση, δηλαδή καισαρική τομή. Αλλά ούτε και ο ίδιος είχε χρόνο, είχε κι άλλες γέννες. Γέννησε εύκολα μόνο με τη μαία, ο γιατρός έριξε μόνο μια ματιά. Την έδιωξε και όταν παραπονέθηκε της είπε να τον επισκεφτεί μετά από πέντε μήνες. Η Κυριακή τον αναζήτησε αλλά δεν τον βρήκε. Κι όταν είπε στο τμήμα πως θέλει να κάνει στείρωση, δεν αντέχει άλλα παιδιά, την κορόιδευαν και γελούσαν. Της ζητούσαν χαρτιά από γιατρούς και ψυχολόγους και της μιλούσαν για προφυλακτικά, για σπιράλ και άλλα. Απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε το σχέδιό της στείρωσης.

Συζήτησε, όμως,  με το Ζαφείρη το ζήτημα και τα συμφώνησαν. Όχι άλλο παιδί. Δεν θα την πλησιάζει εκτός κι έχει στα χέρια του προφυλακτικό. Δυο ολόκληρα χρόνια το κράτησαν και απόφυγαν το έβδομο παιδί. Και τώρα ο ίδιος ο Ζαφείρης της προτείνει έβδομο. Όχι δικό του αλλά με  έναν Ιρανό που θα τους πληρώσει 2000. Παράξενη πρόταση.

Με τον Ιρανό, είπε ο Ζαφείρης  θα είναι αλλιώς. Δεν πάει μαζί του  να το ευχαριστηθεί, ούτε γιατί τον αγαπάει. Δεν πάει με την καρδιά της αλλά μόνο με το σώμα της. Πηγαίνει  για μια σωματική δουλειά. Γιατί η οικογένεια είναι σε ανάγκη. Γιατί της το ζητάει ο Ζαφείρης. Να δώκει το κορμί της, μόνο το κορμί της, σε αυτόν τον άγνωστο άντρα, να βγάλουν κάποια χρήματα τώρα στα δύσκολα. Αν καταφέρουν να τα φυλάξουν θα πάρει ένα φορτηγάκι, να κάνει τον παλιατζή. Άσε που τις Κυριακές η οικογένεια θα πηγαίνει βόλτα και το καλοκαίρι θα κάνουν και τα θαλασσινά μπάνια τους. Το σκέφτηκε η Διονυσία και είπε ναι. Να βοηθήσει το σπίτι, να μπορέσει ο Ζαφείρης να αγοράσει το φορτηγάκι. Αλλά υπήρχε και άλλος ένας λόγος, πολύ προσωπικός. Ήθελε και η ίδια να σπάσει τη ρουτίνα της ζωής της. Να δοκιμάσει κάτι άλλο. Κάτι αβέρτουρλι, κάτι διαφορετικό, κι ας φαίνεται ζόρι.

Η Διονυσία πριν πάει στον Ιρανό, τον γνώρισε σπίτι της. Την Δευτέρα του Πάσχα τον έφερε ο ίδιος ο Ζαφείρης και ήπιαν καφέ. Κουβεντιάσανε και οι τρεις στα ελληνικά,  ο Ιρανός τα μιλάει καλά. Ονομάζεται Γκασπάρ. Είναι ψηλός, ωραίος και ευγενικός άντρας. Είναι και σκουρόχρωμος σαν Ρομά. Το παιδί που θα γεννηθεί δεν θα ξεχωρίζει από τα άλλα της, άσε που θα του βάλουν και χριστιανικό όνομα.

Γνωρίζει καλά, τους είπε, τη γλώσσα φαρσί και τη γλώσσα παστούν. Μιλιούνται σε πολλές χώρες της Ανατολής. Ο Ζαφείρης και η Διονυσία αντιμετώπισαν με αδιαφορία την πληροφορία,  πρώτη φορά   άκουγαν τέτοιες γλώσσες. Εντυπωσιάστηκαν, όμως, όταν ο Γκασπάρ τους εξήγησε ότι  με  αυτές,  εδώ στην Ελλάδα, δουλεύει διερμηνέας. Τον χρησιμοποιούν, είπε,  μετανάστες, αστυνομία, δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες. Τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία, αλλά  δεν ρώτησαν  περισσότερα.

Τους ενημέρωσε ότι μένει σε μια μικρή γκαρσονιέρα στην οδό Τριών Ναυάρχων, τους έδωσε και τον αριθμό. Στο τέλος έκλεισαν και το ραντεβού. Κυριακή του Θωμά το απόγευμα, ώρα 6, στην γκαρσονιέρα του.

Το Σάββατο το απόγευμα, όταν ο Ζαφείρης έλειπε από το σπίτι, η Διονυσία μπανιαρίστηκε. Δεν ήθελε να βρίσκεται και αυτός σπίτι, καταλάβαινε πως θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Το απόγευμα της Κυριακής, που ο Ζαφείρης ήταν σπίτι και την έβλεπε, αποφάσισε να ντυθεί πρόχειρα και παραδοσιακά. Φόρεσε την μακριά μαύρη φουστάνα της κι έδεσε ένα κίτρινο μαντίλι στα μαλλιά. Δεν έβαψε τα μάτια και τα χείλη της όπως συνήθιζε.  Όλα για χάρη του Ζαφείρη που παρακολουθούσε τις ετοιμασίες της αμίλητος και ανταριασμένος. Του άφησε τα παιδιά κι έφυγε για το ραντεβού.

Η πόλη ήταν έρημη, αλλά σε ολόκληρη τη διαδρομή από τον προσφυγικό συνοικισμό μέχρι την Τριών Ναυάρχων, τα άνθια από τις νεραντζιές και τα νεαρά βλαστάρια  από τις βαγιές μοσχομύριζαν μεθυστικά.

Όταν γύρισε σπίτι δεν είπε πολλά, ούτε ο Ζαφείρης ζήτησε να μάθει. Καλά πέρασα, σκεφτόταν η Διονυσία. Όχι τόσο στο κρεβάτι, όσο στην κουβέντα. Συζήτησαν αρκετά και αυτό της άρεσε.

Έμαθε ότι είναι παντρεμένος με τρία παιδιά. Ότι θέλει χαρτιά να μπορέσει να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα. Και ότι η γυναίκα του τα ξέρει όλα και συμφώνησε μαζί του, αφού μόνον αυτός ο δρόμος υπάρχει.

Μετά από 15 μέρες η περίοδος ήρθε κανονικά, δεν είχε μείνει έγκυος. Σε 10 μέρες πήγε για δεύτερη συνάντηση. Ούτε στη δεύτερη τα κατάφεραν.

Ο Ζαφείρης άρχισε να ανησυχεί και να νευριάζει. Όταν η Διονυσία ξεκίνησε να πάει για τρίτη φορά, ο Ζαφείρης έχασε την ψυχραιμία του. Φοβήθηκε, νόμιζε ότι της αρέσει ο Ιρανός. Άσε που η συμφωνία πρόβλεπε πως στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να  την αγγίζει. Γιατί το παιδί πρέπει  να είναι 100 τα 100 του Ιρανού. Πάνω στο θυμό του της ζήτησε ακόμη και να ακυρώσει τη συμφωνία. Αλλά μετά, το ξανασκέφτηκε. Αφού το κακό έγινε δυο φορές τι νόημα θα είχε;

Η Διονυσία έμεινε έγκυος με την τρίτη φορά. Ηρέμησε και ο Ζαφείρης, το μαρτύριό του σαν να πήρε ένα τέλος. Πήρε και τα  1000 και τώρα ψάχνει τις μάντρες για μεταχειρισμένο φορτηγάκι.

Και η Διονυσία είναι πιο ήρεμη. Σαν αυτό το μωρό που έχει μέσα της να την άλλαξε. Γιατί καταλαβαίνει πως αυτή τη φορά έχει ένα διαφορετικό μωρό στη μήτρα της. Και είναι διαφορετικό. Γιατί το έπιασε με έναν άντρα διαφορετικό. Δεν το θέλει, αλλά πολλές φορές συγκρίνει τον Γκασπάρ με τον Ζαφείρη της. Όταν ο Ζαφείρης βρίσκεται σπίτι, και τον κοιτάζει, παρατηρεί τους τρόπους, τις κουβέντες του, και τότε βλέπει τη διαφορά και την πιάνει κάτι σαν παράπονο. Δεν του έχει πει τίποτα, δεν είναι και χαζή, τέτοια δεν λέγονται. Τα βράδια που ξαπλώνουν, και ο Ζαφείρης απλώνει χέρι πάνω της, η Διονυσία αργά και σταθερά του πιάνει το χέρι.

-Το μωρό είναι ξένο, του λέει. Γιαμπαζίο μπεμπέκο και σταθερά απομακρύνει το χέρι του από πάνω της. Και όταν ο Ζαφείρης γυρίζει θυμωμένος από την άλλη μεριά, του χαϊδεύει το χέρι που μόλις απομάκρυνε από πάνω της και του ψιθυρίζει: Ρομ ζόρι τε αβές. Τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

 Όλη η Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

* Ο Βασίλειος Χριστόπουλος είναι συγγραφέας. «Ο βασίλειος χριστόπουλος  γεννήθηκε στην Πάτρα το 1951.  Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας  (1969-1975) και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης (1989-1990).  Ζει και εργάζεται μόνιμα στην Πάτρα.

Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη, κείμενα για το θέατρο σκιών,  μικρά πεζογραφήματα, νουβέλες, τέσσερα μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα σε ζητήματα επικαιρότητας.
Από το 2005 μετέχει στο τοπικό  κίνημα  υπεράσπισης δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών – ριών.  Από   11/6/2013 μέχρι 11/6/2015 συμμετείχε στο κίνημα υποστήριξης της ΕΡΤ και ΕΡΑ Πάτρας
.».

Περισσότερα στο ιστολόγιό του (Αρχική): https://vasileioschristopoulos.wordpress.com/

ΠΗΓΗ: 23.04.2020, https://vasileioschristopoulos.wordpress.com/2020/04/23/%cf%81%ce%bf%ce%bc-%ce%b6%cf%8c%cf%81%ce%b9-%cf%84%ce%b5-%ce%b1%ce%b2%ce%ad%cf%82-%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b3%ce%b3%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b4%cf%8d%cf%83%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%bf-%ce%bd%ce%b1/

Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Του Χάρη Ναξάκη*

Ο “ήρωας” αυτού του δοκιμίου, “Ο χορός και ο εμφύλιος”, εκδ. Έρμα, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Γιώργος Σταματόπουλος είναι ένας πρίγκηπας του τραγικού, είναι αυτοπροσώπως η ανθρώπινη κατάσταση. Ο πρώτος χορευτής, ο Γιώργος, ένας άριστος χειριστής της ελληνικής γραμματείας και γλώσσας, είναι ένας χόμο σάπιενς στις καλύτερες στιγμές του, ένας χαρούμενος Σίσυφος, ευτυχισμένος  σύμφωνα με την έκφραση του Καμύ.

Πώς γίνεται όμως να είσαι χαρούμενος Σίσυφος όταν η τραγική διάσταση του κόσμου, όπως έδειξε η αρχαιοελληνική σκέψη, είναι η ουσία του κόσμου; Βασικό στοιχείο της τραγικής σύλληψης του κόσμου είναι ο αφανισμός της ύπαρξης, το αναπόφευκτο του θανάτου, αλλά και η  πεποίθηση ότι στον άλλο κόσμο είναι πιθανό να υπάρχει ζωή, αλλά η ζωή έχει εκπέσει σε μια αμίλητη σκιά, είναι αθάνατη σε ένα κενό τόπο.

Τσιγγάνικη φτώχεια στις μέρες του κορονοϊού – ΡΟΜΑΝΙ ΤΣΟΡΙΠΕ

Τσιγγάνικη φτώχεια στις μέρες του κορονοϊού – ΡΟΜΑΝΙ ΤΣΟΡΙΠΕ

Moving out. Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Του Βασιλείου Χριστόπουλου*

Το πρωί της 23ης Μάρτη, ημέρα Δευτέρα, η Κυριακή ξύπνησε τα παιδιά της. Παρά τον χειμωνιάτικο καιρό, έπρεπε να βγουν στους δρόμους για δουλειά. Να μαζέψουν λίγα χρήματα  να φάνε και να αγοράσουν καινούρια φιάλη που από χτες έχει αδειάσει. Μετά τα παιδιά προσπάθησε να ξυπνήσει το Χρήστο, που διαμαρτυρήθηκε.
-Άσε, μωρή, να κοιμηθώ.

-Ξύπνα τεμπέλη, παλιοκχαντινό. Σήκω μπεκρούλιακα.

Ο Χρήστος δεν ήταν πάντα τεμπέλης. Ούτε έπινε κάθε βράδυ. Παλιότερα είχε ένα μικρό φορτηγάκι datsun, και έκανε τον παλιατζή. Μάζευε παλιά σίδερα, χαρτόκουτα, χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές, ό,τι έβρισκε. Τα έδινε για ανακύκλωση και κάτι έβγαζε. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, το φορτηγάκι κατέρρευσε. Δεν κατάφερε να το επισκευάσει και το εγκατέλειψε.  Είναι κάτι που δεν το θέλει, αλλά για να βοηθήσει την οικογένεια, δεν έχει άλλο δρόμο από τη διακονιά. Ίσως και κάποιες  μικροκλοπές. Αλλά αυτές τις φοβάται. Αν κάτι στραβώσει θα αφήσει την Κυριακή μονάχη, με έξι, και σε λίγο επτά, μικρά παιδιά.  Πίνει, λοιπόν,  Κάθε βράδυ, έχει δίπλα του μια πλαστική μπουκάλα κρασί και το πίνει λίγο λίγο. Μόνο έτσι, λέει,  μπορεί να  κοιμηθεί.

Η εγκυμονούσα Κυριακή αποτελεί την κεφαλή της οικογένειας. Η οικογένεια αποτελείται από αυτήν το  Χρήστο και 6 μικρά παιδιά: Από ενός έτους μέχρι την Κωνσταντίνα 10 χρονών. Η Κωνσταντίνα, που βρίσκεται στα όρια παιδικής – εφηβικής ηλικίας είναι η πολύτιμη βοηθός της στη φροντίδα των μικρών αλλά και στη ζητιανιά.

Το ταξίδι μου, η συμβολή του Ψυχάρη στη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας

 Το ταξίδι μου, η συμβολή του Ψυχάρη στη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας*

Του Νικολάου Μπουμπάρη**

Με την ασφάλεια που μας παρέχει η χρονική απόσταση από το γλωσσικό ζήτημα, θα επιχειρήσω απόψε να αποτιμήσω τη συμβολή του Γιάννη Ψυχάρη στη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας. Η σημερινή διάλεξη αφορμάται από τη συμπλήρωση 130 χρόνων από τη δημοσίευση ενός κειμένου καθοριστικού για τα νεοελληνικά γράμματα, του Ταξιδιού. Επιπλέον, τη χρονιά που θα υποδεχτούμε σε λίγες εβδομάδες θα συμπληρωθούν 165 χρόνια από τη γέννηση και 90 από τον θάνατο του Ψυχάρη. Αν λάβουμε υπόψη μας και τις επετείους των 125 ετών του Δαναού και των 35 του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας, αντιλαμβάνεστε ότι απόψε η αίθουσα διαλέξεων του Δαναού είναι το σημείο διασταύρωσης όλων αυτών.

Όλοι οι πολιτισμοί χρησιμοποιούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το παρελθόν προκειμένου να καθορίσουν και να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στο παρόν. Υπό την επιρροή του Ρομαντισμού και την εδραίωση των εθνών-κρατών στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα, αναθεωρήθηκαν ριζικά οι σχετικές με το παρελθόν αντιλήψεις. Κάθε έθνος διεκδικούσε ή ανακάλυπτε την αξία της παράδοσης που είχε συμβάλει στο παρελθόν στη διαμόρφωσή του και στο παρόν εγγυόταν τη διαφορά του από τους αντιπάλους του, καθώς και τη δυνατότητα να υλοποιήσει στο μέλλον τις φιλοδοξίες του.

Η πολιτιστική παράδοση, πυρήνας της οποίας είναι η ελληνική γλώσσα, έχει την πιο μακρά και αρραγή ιστορία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αποστολή του νεοελληνικού κράτους ήταν να συλλέξει και να καθιερώσει τα στοιχεία εκείνα της παλαιότερης ιστορίας του Ελληνισμού που θα αξιοποιούνταν στην εδραίωση της σύγχρονης υπόστασής του και των μελλοντικών φιλοδοξιών του. Το νεαρό ελληνικό κράτος χρειαζόταν να στηρίξει σε ιστορικές περγαμηνές την εσωτερική του νομιμοποίηση και τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις του[1]. Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκαν οι λόγιοι Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Σπυρίδων Λάμπρου και, κυρίως, ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Το αξιακό τους πλαίσιο συνήδε με το αντίστοιχο της εποχής τους και του πολιτισμικού και γεωγραφικού περίγυρου. Δεν διέφερε, δηλαδή, από αυτό των Καρλάιλ, Μισελέ και Σλουμπερζέ. 

Η μελαγχολία του έρωτα και το ανοιξιάτικο όνειρο στην καρδιά του χειμώνα

Η μελαγχολία του έρωτα και το ανοιξιάτικο όνειρο στην καρδιά του χειμώνα

Με αφορμή το “Χειμωνιάτικο Ταξίδι” του Franz Schubert

Του Παναγιώτη Σωτηρόπουλου*

Σε ηλικία 30 ετών, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Franz Schubert ολοκληρώνει το έργο του Winterreise -Χειμωνιάτικο ταξίδι- ένα φωνητικό κύκλο που αρχικά απαρτίζεται από φωνή για τενόρο και πιάνο και περιλαμβάνει στην τελική του μορφή 24 ρομαντικά τραγούδια (lieder) σε στίχους του ρομαντικού φιλέλληνα ποιητή Wilhelm Müller. Την επόμενη χρονιά, το 1828, ο συνθέτης της αμόλυντης μουσικής γονιμότητας και της σαγηνευτικής μελωδίας, που γεννήθηκε μια χιονισμένη μέρα, εγκαταλείπει εξαντλημένος από τις ασθένειες, μια παγερή μέρα του 1797, τη γήινη ματαιότητα, όπως θεωρούσε ένα ολόκληρο κίνημα της εποχής. Στον τάφο του συνθέτη η αινιγματική φράση του ποιητή Franz Grillparzer «Die Tonkunst begrub hier einen reichen Besitz,aber noch viel schonere Hoffnungen» («Η Τέχνη της Μουσικής ενταφίασε εδώ ένα πλούσιο απόκτημα, αλλά ακόμη ωραιότερες προσδοκίες», σκιαγραφεί τη δημιουργική παρακαταθήκη που άφησε με το έργο του ο Βιενναίος μουσικός.