Αρχείο κατηγορίας Σκέψεις και Προτάσεις

Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων

Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων

Του Νικήτα Χιωτίνη*

Τις τελευταίες ημέρες γίνεται πολύς λόγος για «Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων», με αναφορά στα πρώην ΤΕΙ και νυν Πανεπιστήμια και με αφορμή τις μετεγγραφές φοιτητών πρώην Τμημάτων ΤΕΙ, που δεν βρίσκουν αντίστοιχα Πανεπιστημιακά Τμήματα. Ας δούμε όμως καλλίτερα το ζήτημα αυτό και ας δούμε ποιά Πανεπιστημιακά Τμήματα συντηρούν την ύπαρξη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης  «μειωμένης ταχύτητος».

Αρχικώς διαπιστώνουμε, από τον τρόπο που ασκούνται σήμερα τα επαγγέλματα και λειτουργεί η κοινωνία,  πως η επιχειρηματολογία περί «επαγγελματικών δικαιωμάτων» που δήθεν δίδουν οι Σχολές, είναι εν πολλοίς έωλη, σε πολύ λίγο χρόνο θα είναι απολύτως έωλη.  Τα όποια «επαγγελματικά δικαιώματα», τα δίνει πρωτίστως η αγορά, δηλαδή οι ανάγκες της κοινωνίας και δευτερευόντως τα επιστημονικά και επαγγελματικά Επιμελητήρια. Τα οποία Επιμελητήρια προσαρμόζονται και αυτά, ίσως με λίγη καθυστέρηση –ιδιαιτέρως στην Ελλάδα- με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.   

Εκεί που η Πολιτεία επεμβαίνει, δηλαδή πρέπει να επεμβαίνει, αν δεν θέλει να αποτελεί τροχοπέδη προόδου,  είναι μόνο στα ελάχιστα προστατευόμενα επαγγέλματα ιδιαίτερης βαρύτητος, επαγγέλματα όμως που  ολοένα λιγοστεύουν σε αριθμό, εξ αιτίας του διαμορφούμενου τρόπου λειτουργίας των κοινωνιών. Αλλά και αυτό όταν το κάνει, το κάνει με την καθοδήγηση των σχετικών επιστημονικών Επιμελητηρίων και Συλλόγων. Πράγμα που σημαίνει ότι η όποια συζήτηση για ζητήματα επαγγελματικών δικαιωμάτων, πρέπει να διεξάγεται με τα Επιμελητήρια αυτά. Είναι αλήθεια πως πολλάκις τα Επιμελητήρια λειτουργούν συντεχνιακά, με την κακή έννοια του όρου,  αλλά   θεωρούμε βέβαιο  πως οσονούπω θα πάψουν να το κάνουν: «ανάγκα και Θεοί πείθονται», στην προκειμένη περίπτωση   το «ανάγκα» προέρχεται από την κοινωνία και από τον τρόπο που αυτή εξελίσσεται.

Έτσι λοιπόν,  τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα «δεύτερης ταχύτητας» δεν είναι αυτά που δεν δίνουν δήθεν «επαγγελματικά δικαιώματα», αλλά είναι αυτά που αδυνατούν να ακολουθήσουν τον τρόπο εξέλιξης της κοινωνίας, τον τρόπο εξέλιξης της θεωρίας και της πρακτικής. «Δεύτερης ταχύτητας» είναι τα Ιδρύματα που παραμένουν προσκολλημένα σε παρωχημένους τρόπους και στόχους εκπαίδευσης, χωρίς αντίκρισμα στις ολοένα και περισσότερο απαιτητικές επιστήμες, στις ολοένα και περισσότερο απαιτητικές πρακτικές. Παλαιότερα τα Πανεπιστήμια ήταν απολύτως προσανατολισμένα σε εξειδικευμένες πρακτικές, πρακτικές που εξελίσσονταν σχετικά αργά και χωρίς εκπλήξεις. Οι απόφοιτοι της δεκαετίας του -60, ασκούσαν τις επιστημονικές εξειδικεύσεις που διδάσκονταν, μέχρι να συνταξιοδοτηθούν.

Έκτοτε όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει και εξακολουθούν να αλλάζουν σχεδόν ανεξέλεγκτα. Ο απόφοιτος του παλαιού αυτού τύπου Πανεπιστημίου, βλέπει σήμερα την επιστήμη του να έχει αλλάξει ριζικά. Ενδεχομένως μάλιστα η επιστήμη του να έχει πάψει να ανταποκρίνεται  σε κάποια κοινωνική ανάγκη. Πέραν τούτου  οι σημερινοί έφηβοι θα αλλάξουν επάγγελμα τέσσερεις φορές, κατά μέσο όρο, στη διάρκεια της ζωής τους, όπως μας εξηγούν σχετικοί μελετητές.

Έτσι λοιπόν, τα σημερινά Πανεπιστήμια δεν πρέπει να στοχεύουν σε παροχή εξειδικεύσεων που γρήγορα θα αλλάξουν ή θα πάψουν να χρειάζονται. Οφείλουν αρχικώς να προσφέρουν στους φοιτητές τους μία ευρύτερη και θεμελιώδη γνωσιολογία. Μια γνωσιολογία που θα τους επιτρέπει  να εξειδικεύονται στην κάθε φορά νέα μορφή της επιστήμης τους,  αλλά ακόμα και τη μεταπήδηση τους σε άλλη επιστήμη. Τούτο γίνεται και θα γίνεται   με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα,  με εξειδικεύσεις και μετεκπαιδεύσεις. Σε αυτό στοχεύουν οι μεταπτυχιακές σπουδές επιπέδου master και διδακτορικού, όσο και τα διάφορα προγράμματα «δια βίου εκπαίδευσης».

Με βάση τα ανωτέρω η Ευρώπη προέβη στην περίφημη   Συνθήκη της Μπολώνια, συνθήκη που αρχικώς δικαίως πολεμήθηκε, καθ’ όσον εμφανίστηκαν κάκιστες εφαρμογές της. Πρόκειται όμως περί Συνθήκης απολύτως σωστής, άλλωστε   περίπου όλα τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια την έχουν πλέον υιοθετήσει. Δηλαδή   τρία χρόνια ή τέσσερα χρόνια (κλίνουμε στα τέσσερα) θεμελιώδους εκπαιδεύσεως, στη συνέχεια εξειδίκευση επιπέδου master, δύο ή τριών ετών και  στη συνέχεια Διδακτορικός τίτλος. Προηγουμένως, τη δεκαετία του -80, η τότε Επίτροπος Edith Cresson  διακήρυττε πως μπορούσε κάποιος να αρχίσει τις σπουδές του στην Ιατρική και κάποια στιγμή να γίνει δικηγόρος, ευελιξία που εισήχθη έκτοτε ως  κανόνας στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.   

Το πρόβλημα αρκετών παλαιοτέρων Ελληνικών Πανεπιστημίων, είναι πως εμμένουν εν πολλοίς στον παλαιό στόχο τους, δίδοντας εξειδικεύσεις.  Δεν επιτρέπουν καμία ευελιξία στους φοιτητές τους να μεταπηδήσουν σε άλλες επιστήμες και δεν κατανοούν πως οι επιστήμες που θεραπεύουν εξελίσσονται με ρυθμό αδύνατον να προβλεφθεί και κυρίως να καλυφθεί από αυτές, με την «ενσωματωμένη εξειδίκευσή» τους.  Δεν κατανοούν, ή δεν έχουν επαρκώς ενστερνιστεί, πως ο στόχος τους πρέπει πλέον να αυτός που προείπαμε: να δίνουν στους φοιτητές τους ισχυρή γνωσιολογική θεμελίωση, που θα τους επιτρέπει να ακολουθούν την φρενήρη εξέλιξη των επιστημών, αλλά και την ενεργό συμμετοχή τους σε αυτήν. Βεβαίως αυτή η ισχυρή γνωσιολογική θεμελίωση μπορεί να απαιτεί, τρία, τέσσερα, πέντε και έξι χρόνια. Οι γιατροί, π.χ., σπουδάζουν έξι χρόνια προτού εξειδικευθούν.

Η επινόηση του «ενσωματωμένου master» για τα σημερινά πενταετή Πανεπιστημιακά Τμήματα, καίτοι στόχευσε σε κάποιου είδους «ακαδημαϊκή δικαιοσύνη», δηλαδή 4+1=master, με βάση τη Συνθήκη της Μπολώνια, κινδυνεύει  να εγκλωβίσει τους φοιτητές τους σε ολοένα και μέτριες εξειδικεύσεις, με αδύνατη βασική παιδεία. Τούτο το κατανοούν τα Επιμελητήρια, παρά τις συντεχνιακές εμμονές που ακόμα επικρατούν, αλλά που δεν θα επικρατούν για πολύ καιρό ακόμα.

Πριν λίγο καιρό τα τετραετή ΤΕΙ ονομάσθηκαν Πανεπιστήμια. Τούτο έγινε γιατί έπρεπε επί τέλους το ελληνικό εκπαιδευτικό τοπίο να συμβαδίσει με το διεθνές. Είχαμε επανειλημμένως επισημάνει και αναλύσει, ήδη από τη δεκαετία του -90, το γιατί ο μη ακαδημαϊκός χαρακτηρισμός τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων τετραετούς φοιτήσεως ως Πανεπιστήμια, συνιστά περίπου ποινικό αδίκημα από πλευράς Πολιτείας.  Ο υπουργός Γαβρόγλου τόλμησε να κάνει το αυτονόητο, καθόσον οι μέχρι τότε υπουργοί έθεταν εαυτόν δέσμιο συντεχνιακών και αντιεπιστημονικών εμμονών. Παρά του ότι ίσως να έγιναν ορισμένα σφάλματα –είχαμε μάλιστα κατονομάσει Σχολές που είναι παράλογο να απαιτούν τέσσερα χρόνια σπουδών και έπρεπε να μετατραπούν σε τριετείς ή διετείς σχολές μεταλυκειακής  εκπαίδευσης- το όλο εγχείρημα έπρεπε να γίνει και εν πολλοίς πέτυχε, ιδίως με τις συνενώσεις επιτυχημένων Τμημάτων ΤΕΙ.

(Στο ερώτημα γιατί τα πρώην τριετή ΚΑΤΕΕ, μετεξελίχθησαν στα τετραετή ΤΕΙ, που δικαίως ονομάσθηκαν Πανεπιστήμια, η απάντηση είναι απλή: για τον ίδιο λόγο που το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από Σχολή πετράδων μερικών εβδομάδων, εξελίχθηκε σε Πανεπιστήμιο, ομοίως η Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά και η Πάντειος Σχολή επίσης σε Πανεπιστήμια. Ίσως δικαίως και η Χαροκόπειος Σχολή Οικιακής Οικονομίας έγινε εν μια νυκτί Πανεπιστήμιο με πολλά Τμήματα. Οι παλαιότερες πρακτικές των πετράδων, πχ., και των ηλεκτρολόγων με το κατσαβίδι,  εξελίχθησαν σε πρακτικές που απαιτούσαν ανώτατη εκπαίδευση, με περισσότερο εξειδικευμένους καθηγητές. Όπερ και εγένετο).

Τα σημερινά Πανεπιστημιακά Τμήματα-πρώην ΤΕΙ, μπορούν να αρθούν στην πρώτη ταχύτητα εκπαίδευσης. Μπορούν δηλαδή να ακολουθήσουν τις απαιτήσεις του παρόντος, χωρίς την αδράνεια του παρελθόντος, από το οποίο δυσκολεύονται να απαλλαγούν αρκετά από τα παλαιότερα Πανεπιστημιακά Τμήματα. Αντί δηλαδή να προσπαθούν να μοιάσουν με τα παλαιότερα Πανεπιστημιακά Τμήματα, π.χ.  με τα επινοημένα «ενσωματωμένα master», που κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό,  ας ακολουθήσουν τη διεθνή πρακτική: Μετά τις τετραετείς ή πενταετείς βασικές σπουδές, ας δημιουργήσουν  ανανεωνόμενες   μεταπτυχιακές σπουδές, πραγματικά δηλαδή master. Αν μάλιστα οι μεταπτυχιακές αυτές εξειδικεύσεις διαρκούν πέραν του ενός έτους και είναι υψηλού επιπέδου,  η αγορά είναι αυτή που θα αναγνωρίσει τη σημαντικότητά τους. Θεωρούμε πως επίσης θα αναγνωριστούν και από τα υφιστάμενα Επιμελητήρια, που ήδη έχουν υπεισέλθει σε ανάλογες συζητήσεις (π.χ. συζητείται πως ένας απόφοιτος Πολιτικός Μηχανικός,  δεν μπορεί να έχει δικαίωμα υπογραφής οποιουδήποτε έργου αμέσως μετά τη λήψη του πτυχίου του, αλλά οφείλει να  ακολουθήσει μια «πυραμίδα ευθύνης» και «πυραμίδα εξειδίκευσης»: εδώ πρέπει να γίνει η όποια σχετική συζήτηση μεταξύ ΤΕΕ και πανεπιστημιακών  Τμημάτων Μηχανικών των πρώην ΤΕΙ).  

Ας πάψουν οι νέοι της χώρας μας να σκέφτονται όπως οι παππούδες τους (το λέω καίτοι οδεύω ολοταχώς προς αυτήν την ηλικία)……. Το ίδιο και οι γονείς τους, αλλά το ίδιο και οι πολιτικοί διαχειριστές μας.

ΠΗΓΗ: 01/07/2020, https://www.esos.gr/arthra/68419/panepistimia-dyo-tahytiton

* Ο Νικήτας Χιωτίνης είναι Δρ αρχιτεκτονικής/msc φιλοσοφίας, πρώην Καθηγητής ΤΕΙ.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΨΕΜΑ…

ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΨΕΜΑ...

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ 2020…

Της Μαρίας Φούκα*

Δεν θα πω αν μου άρεσαν ή όχι… Είναι θέματα εξετάσεων και έτσι θα τα αντιμετωπίσω… Κατά πόσο δηλαδή πληρούν τις προϋποθέσεις ως τέτοια, απευθύνονται στην πλειοψηφία των μαθητών της Γ΄ Λυκείου, ετών 18, και κατά πόσο ανταποκρίνονται στις ανάγκες, στις αναζητήσεις και στην ψυχολογία τους…

Τα κείμενα που δόθηκαν, τα δυο πεζά και το ένα ποιητικό, υπέροχα!! Οι ερωτήσεις των θεμάτων  Α και Β   μια χαρά…

Το Γ και το Δ  θέμα όμως  (45 μόρια παρακαλώ) θεωρώ ότι, έτσι όπως είναι διατυπωμένα, υποδεικνύουν και δέχονται ως σωστή απάντηση μόνο μια, πράγμα εντελώς απαράδεκτο και αντιδημοκρατικό…

Αντιγράφω το Γ΄ ΘΕΜΑ...

Για τον εκκλησιαστικό γάμο: Μήπως είναι ευκαιρία ν’ αναθεωρήσουμε πολλά;

Για τον εκκλησιαστικό γάμο: Μήπως είναι ευκαιρία ν’ αναθεωρήσουμε πολλά;

Της Καλομοίρας Κουμπή*

Ο κορωνοϊός είναι γεγονός πως αναστάτωσε τη ζωή μας και ανέτρεψε την καθημερινότητά μας. Οι αναταράξεις αυτές δεν περιορίστηκαν στην προσωπική-επαγγελματική και κοινωνική πλευρά της ζωής μας, αλλά επηρέασαν και την εκκλησιαστική ζωή μας, αφού για μεγάλο διάστημα δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή μας στις Εκκλησιαστικές συνάξεις. Η επιστροφή στην κανονικότητα, όπως διαπιστώνουμε δεν είναι πλήρης επιστροφή. Κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, ήλθαν για να μείνουν για περισσότερο ή και για πάντα. Μήπως, όλο αυτό είναι και μια ευκαιρία για αναθεωρήσεις πραγμάτων, συνηθειών και τακτικής, προς το ουσιαστικότερο;

Έξω η CISCO, οι πολυεθνικές και η αγοραία αντίληψη από τα σχολεία μας

Έξω η CISCO, οι πολυεθνικές και η αγοραία αντίληψη από τα σχολεία μας

Της Έφης Ψωίνου*

Αν οι εκπαιδευτικοί και οι χωρίς αντανακλαστικά συνδικαλιστές τους είχαν όντως αντιληφθεί που οδηγεί η κυβέρνηση την εκπαίδευση γενικότερα και αυτή των ανηλίκων ειδικότερα, τότε το μόνο σύνθημα που θα ταίριαζε να φωνάζουν στα συλλαλητήρια τους, αυτά του τελευταίου καιρού, θα ήταν “έξω η CISCO, οι πολυεθνικές και η αγοραία αντίληψη από τα σχολεία μας”.

Όλα τα υπόλοιπα, το πολυνομοσχέδιο για την εκπαίδευση που βρίσκεται ήδη στη βουλή, το οποίο αλώνει όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης από το νηπιαγωγείο στο οποίο μπαίνουν “εργαστήρια δεξιοτήτων” μέχρι το πανεπιστήμιο και την καθιέρωση ξενόγλωσσων προπτυχιακών τμημάτων με δίδακτρα, πολυνομοσχέδιο που για να εφαρμοστεί πλήρως απαιτεί την έκδοση 60 παρακαλώ Υ.Α. -πρόκειται για πολυνομοσχέδιο-kinder έκπληξη- η τροπολογία Κεραμέως για την παροχή σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και μέσα στη δια ζώσης εκπαίδευση, όπως προβλέπει η Υ.Α. που ακολούθησε την ψήφιση της τροπολογίας, αλλά κι εκτός αυτής, λόγω γενικότερα έκτακτου κι απρόβλεπτου γεγονότος , ειδικότερα επιδημικών νόσων κλπ., όλα είναι παρακολούθημα αυτής, της CISCO, της λογικής των πολυεθνικών και της απόλυτης κυριαρχίας της αγοραίας λογικής στην εκπαίδευση που έρχεται και στην Ελλάδα πια σαν Αρμαγεδδών….Τον “έσπρωξε” πολύ η πανδημία…

Σχετικά με το νομοσχέδιο για την «αναβάθμιση του σχολείου»

Σχετικά με το νομοσχέδιο για την «αναβάθμιση του σχολείου»

Του Γιώργου Γρόλλιου*

Στο παρόν κείμενο δείχνω τις στοχεύσεις του νομοσχεδίου με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις» που αφορούν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το οποίο κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή από την Υπουργό Παιδείας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας Νίκη Κεραμέως.

Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στις συνθήκες της πανδημίας του ιού Covid-19, με τη Βουλή να υπολειτουργεί και τους εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς σε συνθήκες εγκλεισμού και περιοριστικών μέτρων για τις μαζικές συγκεντρώσεις. Η στόχευση είναι εύκολα ορατή: να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρξουν οι κατά το δυνατόν ελάχιστες αντιδράσεις. Σχετίζεται με τον χαρακτήρα του νομοσχεδίου, στο οποίο αποτυπώνεται η ιδεολογικοπολιτική σφραγίδα της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης.

Ανοίξτε τα σχολειά, κλείστε τις κάμερες

Ανοίξτε τα σχολειά, κλείστε τις κάμερες

Του Σήφη Μπουζάκη*

Λίγο πριν επιστρέψουν στις σχολικές τάξεις οι μαθητές της Γ’ Λυκείου, η κ. υπουργός Παιδείας, επικαλούμενη το δημόσιο συμφέρον, νομοθέτησε εκπρόθεσμα και αιφνιδιαστικά τη ζωντανή αναμετάδοση της διδασκαλίας από τη σχολική τάξη για όσους μείνουν σπίτι.

Η παραπάνω απόφαση προκάλεσε δικαιολογημένα ένα κύμα αντιδράσεων σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές. Η απόφαση είναι παράνομη, αντιπαιδαγωγική, αντικοινωνική και αψυχολόγητη, επειδή:

Για την βιντεοσκόπηση των μαθημάτων και τα όρια της ερμηνείας

Για την βιντεοσκόπηση των μαθημάτων και τα όρια της ερμηνείας

Του Κώστα Θεριανού*

«…ένα στιγμιότυπο μαθήματος μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί τόσο ως προς την μεταδοτικότητα του (έτσι όπως θα την ορίσει ο ακροατής εκτός σχολικού πλαισίου) όσο και ως προς την συναισθηματική επικοινωνία (αστεϊσμοί, κίνηση κτλ.)…»

Η προφορική πρόταση για αναμετάδοση του μαθήματος για τους /τις μαθητές/ -τριες που απουσιάζουν από τη σχολική τάξη έχει προκαλέσει αντιδράσεις από τα σωματεία των εκπαιδευτικών.

Πέρα, από τις νομικές ενστάσεις, υπάρχουν ζητήματα ουσίας που αυτά ακριβώς επιδιώκει να καλύψει η νομοθεσία.

Ρωτάνε πολλοί, καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα: «γιατί δεν θέλετε να αναμεταδοθεί το μάθημα σας; Έχετε να κρύψετε κάτι;».

Δεν έχουμε να κρύψουμε απολύτως τίποτα. Όμως, η άρνηση της αναμετάδοσης ενός μαθήματος δεν σχετίζεται με το αν κάποιος/ -α θέλει ή δεν θέλει να κρύψει κάτι. Έχει να κάνει με μια σειρά κοινωνικούς και ψυχικούς παράγοντες που δεν μπορεί να κατανοήσει όποιος/ -α δεν έχει εμπλακεί στη διδασκαλία ενός πραγματικού μαθήματος.

Ας πάρουμε ως γενικό ερμηνευτικό εργαλείο ένα παλιό κείμενο του Ουμπέρτο Έκο, το οποίο μπορεί να γίνει μεθοδολογικός οδηγός για να ξεδιπλώσουμε τα επιχειρήματα μας. Πρόκειται για το κείμενο Τα όρια της ερμηνείας που εκδόθηκε σε ελληνική μετάφραση το 1993 από τις εκδόσεις Γνώση.

Σύμφωνα με τον Έκο ένα κείμενο έχει τρεις επικοινωνιακές διαστάσεις:

α. τι θέλει να πει ο συγγραφέας

β. τι θέλει να πει το ίδιο το κείμενο

γ. τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης

Ακριβώς οι ίδιες διαστάσεις μπορούν να μεταφερθούν στη ζωντανή αναμετάδοση ενός μαθήματος:

α. Ο εκπαιδευτικός έχει εξοικειωθεί με μια συγκεκριμένη τάξη, μια ομάδα παιδιών, και επικοινωνεί μαζί τους με έναν συγκεκριμένο και μεταξύ τους παγιωμένο γλωσσικό κώδικα που περιλαμβάνει από εξηγήσεις του μαθήματος μέχρι αστεϊσμούς, με συγκεκριμένους τρόπους, που σπάνε τη μονοτονία του μαθήματος και βελτιώνουν την παιδαγωγική ατμόσφαιρα της τάξης.

β. Το ίδιο το «κείμενο» και στην παρούσα ανάλυση το ίδιο το μάθημα εμπεριέχει μηνύματα γνωστικά και συναισθηματικά που νοηματοδοτούνται από την συγκεκριμένη ομάδα παιδιών με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

γ. Η αναμετάδοση ενός μαθήματος και η δυνατότητα να το παρακολουθήσουν άνθρωποι έξω από αυτό το κοινωνικά εγκαθιδρυμένο επικοινωνιακό και αξιακό πλαίσιο, προκαλεί προβλήματα καθώς ένα στιγμιότυπο μαθήματος μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί τόσο ως προς την μεταδοτικότητα του (έτσι όπως θα την ορίσει ο ακροατής εκτός σχολικού πλαισίου) όσο και ως προς την συναισθηματική επικοινωνία (αστεϊσμοί, κίνηση κτλ.). Μπορεί, λοιπόν, πολύ εύκολα ο εκπαιδευτικός να τύχει σχολίων όπως: «δεν καταλάβαμε τίποτα από όσα έλεγε», «πώς τα εξηγεί έτσι;», «κάνει με τα παιδιά αστεία και δεν κάνει μάθημα κτλ.».

Τέλος, η ύπαρξη και μόνο της κάμερας μέσα στην τάξη δημιουργεί στον εκπαιδευτικό την πίεση συγκεκριμένων ενδυματολογικών επιλογών και το «ψυχολογικό μάγκωμα» που δεν συνάδει με την ελευθερία λόγου της διδασκαλίας. Θα βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία αυτολογοκρισίας και αυτοελέγχου από το πως είναι χτενισμένα τα μαλλιά του μέχρι τι ρούχα φοράει.

Ανάλογα προβλήματα δημιουργεί και στα παιδιά που θα πάρουν το λόγο να ρωτήσουν ή να απαντήσουν: η προφορά τους, ο τρόπος που μιλούν, αυτό που ρωτούν ή απαντούν μπορεί δυνητικά να γίνει αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού που βγαίνει έξω από το παιδαγωγικά προστατευμένο περιβάλλον της σχολικής τάξης.

Δεν έχουμε, λοιπόν, να κρύψουμε κάτι μέσα από την άρνηση της αναμετάδοσης του μαθήματος.

Να προστατεύσουμε έχουμε: τον εαυτό μας, τους μαθητές μας, την διδασκαλία μας.

ΠΗΓΗ: 07.05.2020, https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/321259_gia-tin-binteoskopisi-ton-mathimaton-kai-ta-oria-tis-ermineias .

* Ο Κώστας Θεριανός είναι Δρ Κοινωνιολογίας, ειδικός εκπαιδευτικός αναλυτής και συγγραφέας.

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Του Δημήτρη Καλτσά*

Κάθε κυβέρνηση (αν όχι κάθε υπουργός) που έρχεται στην εξουσία, έχει τη φιλοδοξία (ή την ματαιοδοξία) να κάνει τη δική της/του μεταρρύθμιση. Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» διαδέχονται η μία την άλλη (Τρίτσης, Κακλαμάνης, Σουφλιάς, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Γαβρόγλου) έως την Κεραμέως και «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις».

Ταχύτατες κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές, η γρήγορη απαξίωση της γνώσης, τα νέα επιστημονικά δεδομένα, οι νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις απαιτούν δραστικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση ατελειών, διόρθωση λαθών, εξάλειψη μειονεκτημάτων ή αναδιοργάνωση βασικών ή επικουρικών δομών της εκπαίδευσης, αλλά σε κάθε περίπτωση έπειτα από μελέτη και έρευνα των κοινωνικών και εκπαιδευτικών συνθηκών από ειδικούς επιστημονικούς φορείς.

Το υπουργείο, εν μέσω πανδημίας, που έχουν «παγώσει» δημοκρατικά δικαιώματα και η δυνατότητα συλλογικής αντίδρασης, οργάνωσε μια επικοινωνιακού χαρακτήρα τηλεδιάσκεψη όπου παρουσίασε τις αποφάσεις της, περιφρονώντας τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και την κοινωνία. Αυτό καταστρατηγεί κάθε έννοια κοινωνικού διαλόγου, που αποτελεί προϋπόθεση και λειτουργία κάθε σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας.

Με το νέο νομοσχέδιο, με τον γενικό και αόριστο τίτλο η «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις», γίνεται μια συντηρητική παιδαγωγική στροφή (εξετάσεις, ποινές, αριστεία, σχολεία δύο ταχυτήτων).

Βασικός άξονας και το μεγάλο στοίχημα, είναι η αξιολόγηση (εκπαιδευτικών μονάδων και εκπαιδευτικών).

Ένα θέμα με αρνητικό πρόσημο είναι η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας ως εξεταζόμενου μαθήματος από τα Λατινικά.

Στο πλαίσιο μια στερεοτυπικής και απλουστευμένης αντίληψης για το ρόλο των επιστημών, τα Λατινικά ταυτίστηκαν με το «Καλό» και η Κοινωνιολογία το «Κακό». Φυσικά ούτε τα Λατινικά εκφράζουν τον αναχρονισμό και τη συντήρηση ούτε η Κοινωνιολογία την πρόοδο και την επανάσταση και κυρίως τον κίνδυνο ανατροπής. Η ποιότητα της παρεχόμενη υπηρεσίας σχετίζεται με τον εκπαιδευτικό και την αξιολογική του ουδετερότητα, την παιδαγωγική του μέθοδο, αλλά κυρίως από το πρόγραμμα σπουδών. Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα σπουδών θα μπορούσαν να συνυπάρξουν οι δύο επιστήμες.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες (η δημόσια αξιολόγηση του αντιπροέδρου, τότε, της Ν.Δ. και για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα παιδιά να γίνουν αριστερά) ή άλλες παρεμβάσεις που δαιμονοποιούν τις επιστήμες δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη αντίληψη για το σχολείο. Αυτός ο ανόητος και φαιδρός συνειρμός μάς ακολουθεί και μας εμποδίζει να σκεφτούμε τις κοινωνικές και παιδαγωγικές ανάγκες.

Με την κατάργησή της Κοινωνιολογίας, η κατεύθυνση των «Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών» μετατρέπεται σε Κατεύθυνση «Ανθρωπιστικών» μόνο. Η παραμονή της Κοινωνιολογίας, ως εξεταζόμενου μαθήματος, κρίνεται αναγκαία και για πολλούς άλλους λόγους.

Σε μια εποχή ηθικής κρίσης, που αποτυπώνεται στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική, οι πολίτες πρέπει να μάθουν να σκέπτονται και να κρίνουν. Να αξιολογούν και αμφισβητούν. Να προτείνουν και να ανατρέπουν τα κακώς κείμενα. Αποτελεί ουσιαστικά τη βάση των επιστημών της συμπεριφοράς και μπορεί να διαμορφώσει προσωπικότητες με κριτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό και ολιστική αντίληψη για την κοινωνία. Οι μαθητές εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και εκφράζονται με πληρότητα στο γραπτό λόγο (Έκθεση).

Αναπτύσσουν κοινωνικές δεξιότητες (συνεργασία, φιλία, αλληλεγγύη) Διαμορφώνουν στάσεις και αντιλήψεις για το σεβασμό του άλλου και την κοινωνική συνύπαρξη. Αναγνωρίζουν καλύτερα την κοινωνική διάρθρωση, τις κοινωνικές ανισότητες και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Ευαισθητοποιούνται με τα προβλήματα κοινωνικής παθογένειας και μπορούν ή προσπαθούν να μπουν στην κατάσταση του άλλου (ενσυναίσθηση) και αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνική και πολιτική συμμετοχή είναι προαπαιτούμενα για τη διαμόρφωση υπεύθυνων και ενεργών πολιτών.

Όμως, οι επιστήμες δεν έχουν (ή δεν πρέπει να έχουν) ιδεολογικό φορτίο και πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτά βρίσκονται στη σκέψη μόνο αυτών που με σημαία τις κλασικές σπουδές πιστεύουν ότι μπορούν να σταματήσουν τη ροή της ιστορίας και της κοινωνίας και αντίθετα άλλων με σημαία την κοινωνική σκέψη μπορούν να καταργήσουν κάθε συντηρητισμό της κοινωνίας μας.

Τέλος, για να παραφράσω τον Καζαντζάκη, θα πω ότι «δεν υπάρχουν… επιστήμες. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που κουβαλούν τις επιστήμες κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει»…

* Ο Δημήτρης Καλτσάς είναι κοινωνιολόγος, εκπαιδευτικός στο 5ο ΓΕΛ.

ΠΗΓΗ: 04/05/2020, http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=574742&srv=28&fbclid=IwAR3tRDKIAkOe-L4YPnfWst5O2-oIlrVGOrcVHLm7D36Gxi7pm5LUSwt3hxY

Πρόβλεψη του 2008 για πανδημία από τον δρα Γκρέγκερ

Πρόβλεψη του 2008 για πανδημία από τον δρα Γκρέγκερ

Ανάρτηση του Aeikinito

Το βίντεο αυτό αποτελεί απόσπασμα από ομιλία του δρος Μάικλ Γκρέγκερ (www.nutritionfacts.org) με τίτλο «Πανδημίες: Ιστορία και Πρόληψη», που έδωσε το 2008, όταν ήταν διευθυντής Δημόσιας Υγείας και Κτηνοτροφίας στο Humane Society των ΗΠΑ. Ο δρ Γκρέγκερ – όπως και άλλοι γιατροί και επαγγελματίες στον χώρο της δημόσιας υγείας – είχε σε μεγάλο βαθμό προβλέψει, ήδη από τότε, ότι θα έρθει μια πανδημία γρίπης, λόγω κάποιων συγκεκριμένων πρακτικών μας, τις οποίες και αναλύει διεξοδικά. Το σενάριο που προείδε αν δεν αλλάξουν οι πρακτικές αυτές είναι χειρότερο από αυτό του COVID-19. Άρα, θεωρούμε ότι έχει μεγάλη σημασία να ακούσουμε πώς μπορούμε να προλάβουμε ως κοινωνία τα χειρότερα. Ας σημειώσουμε πως και ο περίφημος ιολόγος Ρόμπερτ Γουέμπστερ ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή του πως ο COVID-19 δεν είναι «ο μεγάλος ιός που περιμένουμε» (εδώ: https://www.odt.co.nz/news/dunedin/no…). Υποτιτλίσαμε το παραπάνω μικρό απόσπασμα. Ολόκληρη η ομιλία έχει διάρκεια μίας ώρας, και όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να τη βρουν εδώ με ελληνικούς, επίσης, υπότιτλους: https://youtu.be/sLAH2juoh3c

Σε τι κόσμο θα βγούμε μετά την πανδημία;

Σε τι κόσμο θα βγούμε μετά την πανδημία;

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου*

Οι φαντασιώσεις περί νέου New Deal και οι μεταλλάξεις του διεθνούς καπιταλισμού

Όποιοι διάβασαν το κύριο άρθρο των Financial Times στις 4 Απριλίου είχαν την αίσθηση της Οβιδιακής μεταμόρφωσης ανθρώπων που είδαν το φως στον δικό τους δρόμο προς τη Δαμασκό. Ιδού τι έγραψε για τη δέουσα απάντηση στην κρίση που φέρνει η πανδημία όχι κάποιος μεμονωμένος συντάκτης, αλλά η ίδια η διεύθυνση αυτού του προμαχώνα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού:

«Οι θυσίες είναι αναπόφευκτες, αλλά κάθε κοινωνία πρέπει να δείξει ότι θα αποκαταστήσει τη θέση εκείνων που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος στην εθνική προσπάθεια. Ριζικές μεταρρυθμίσεις με αντιστροφή της επικρατούσας πολιτικής κατεύθυνσης των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών (σ.σ. δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού) πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στην οικονομία. Οφείλουν να δουν τις δημόσιες υπηρεσίες ως εθνικό κεφάλαιο και όχι ως παθητικό, όπως οφείλουν να καταπολεμήσουν την επισφάλεια στην αγορά εργασίας. Η αναδιανομή του πλούτου θα μπει πάλι στην ατζέντα. Τα προνόμια των πλουσίων και των ηλικιωμένων (sic) θα αμφισβητηθούν. Πολιτικές που μέχρι τώρα θεωρούνταν εκκεντρικές, όπως η καθιέρωση βασικού εισοδήματος για όλους τους πολίτες και ο φόρος στον πλούτο, θα βρίσκονται μέσα στο μείγμα των απαντήσεων»[1].

Αν εξαιρέσει κανείς την αναφορά στα υποτιθέμενα «προνόμια των ηλικιωμένων» (εντελώς άτοπη, καθώς η πλειονότητα των συνταξιούχων υφίσταται εδώ και χρόνια επώδυνες περικοπές), τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί από πολιτικούς σαν τον Τζέρεμι Κόρμπιν και τον Μπέρνι Σάντερς. Ποια μύγα τσίμπησε τη διεύθυνση της εφημερίδας του Σίτι και την ώθησε να σηκώσει αυτή τη σημαία ενός «νέου κοινωνικού συμβολαίου» που έμεινε ορφανή, ύστερα από την ήττα και την απόσυρση των δύο πολιτικών από την κεντρική σκηνή;

Στο ίδιο έργο θεατές