Αρχείο κατηγορίας Παιδεία και προπαίδεια

Παιδεία και προπαίδεια

Για την βιντεοσκόπηση των μαθημάτων και τα όρια της ερμηνείας

Για την βιντεοσκόπηση των μαθημάτων και τα όρια της ερμηνείας

Του Κώστα Θεριανού*

«…ένα στιγμιότυπο μαθήματος μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί τόσο ως προς την μεταδοτικότητα του (έτσι όπως θα την ορίσει ο ακροατής εκτός σχολικού πλαισίου) όσο και ως προς την συναισθηματική επικοινωνία (αστεϊσμοί, κίνηση κτλ.)…»

Η προφορική πρόταση για αναμετάδοση του μαθήματος για τους /τις μαθητές/ -τριες που απουσιάζουν από τη σχολική τάξη έχει προκαλέσει αντιδράσεις από τα σωματεία των εκπαιδευτικών.

Πέρα, από τις νομικές ενστάσεις, υπάρχουν ζητήματα ουσίας που αυτά ακριβώς επιδιώκει να καλύψει η νομοθεσία.

Ρωτάνε πολλοί, καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα: «γιατί δεν θέλετε να αναμεταδοθεί το μάθημα σας; Έχετε να κρύψετε κάτι;».

Δεν έχουμε να κρύψουμε απολύτως τίποτα. Όμως, η άρνηση της αναμετάδοσης ενός μαθήματος δεν σχετίζεται με το αν κάποιος/ -α θέλει ή δεν θέλει να κρύψει κάτι. Έχει να κάνει με μια σειρά κοινωνικούς και ψυχικούς παράγοντες που δεν μπορεί να κατανοήσει όποιος/ -α δεν έχει εμπλακεί στη διδασκαλία ενός πραγματικού μαθήματος.

Ας πάρουμε ως γενικό ερμηνευτικό εργαλείο ένα παλιό κείμενο του Ουμπέρτο Έκο, το οποίο μπορεί να γίνει μεθοδολογικός οδηγός για να ξεδιπλώσουμε τα επιχειρήματα μας. Πρόκειται για το κείμενο Τα όρια της ερμηνείας που εκδόθηκε σε ελληνική μετάφραση το 1993 από τις εκδόσεις Γνώση.

Σύμφωνα με τον Έκο ένα κείμενο έχει τρεις επικοινωνιακές διαστάσεις:

α. τι θέλει να πει ο συγγραφέας

β. τι θέλει να πει το ίδιο το κείμενο

γ. τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης

Ακριβώς οι ίδιες διαστάσεις μπορούν να μεταφερθούν στη ζωντανή αναμετάδοση ενός μαθήματος:

α. Ο εκπαιδευτικός έχει εξοικειωθεί με μια συγκεκριμένη τάξη, μια ομάδα παιδιών, και επικοινωνεί μαζί τους με έναν συγκεκριμένο και μεταξύ τους παγιωμένο γλωσσικό κώδικα που περιλαμβάνει από εξηγήσεις του μαθήματος μέχρι αστεϊσμούς, με συγκεκριμένους τρόπους, που σπάνε τη μονοτονία του μαθήματος και βελτιώνουν την παιδαγωγική ατμόσφαιρα της τάξης.

β. Το ίδιο το «κείμενο» και στην παρούσα ανάλυση το ίδιο το μάθημα εμπεριέχει μηνύματα γνωστικά και συναισθηματικά που νοηματοδοτούνται από την συγκεκριμένη ομάδα παιδιών με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

γ. Η αναμετάδοση ενός μαθήματος και η δυνατότητα να το παρακολουθήσουν άνθρωποι έξω από αυτό το κοινωνικά εγκαθιδρυμένο επικοινωνιακό και αξιακό πλαίσιο, προκαλεί προβλήματα καθώς ένα στιγμιότυπο μαθήματος μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί τόσο ως προς την μεταδοτικότητα του (έτσι όπως θα την ορίσει ο ακροατής εκτός σχολικού πλαισίου) όσο και ως προς την συναισθηματική επικοινωνία (αστεϊσμοί, κίνηση κτλ.). Μπορεί, λοιπόν, πολύ εύκολα ο εκπαιδευτικός να τύχει σχολίων όπως: «δεν καταλάβαμε τίποτα από όσα έλεγε», «πώς τα εξηγεί έτσι;», «κάνει με τα παιδιά αστεία και δεν κάνει μάθημα κτλ.».

Τέλος, η ύπαρξη και μόνο της κάμερας μέσα στην τάξη δημιουργεί στον εκπαιδευτικό την πίεση συγκεκριμένων ενδυματολογικών επιλογών και το «ψυχολογικό μάγκωμα» που δεν συνάδει με την ελευθερία λόγου της διδασκαλίας. Θα βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία αυτολογοκρισίας και αυτοελέγχου από το πως είναι χτενισμένα τα μαλλιά του μέχρι τι ρούχα φοράει.

Ανάλογα προβλήματα δημιουργεί και στα παιδιά που θα πάρουν το λόγο να ρωτήσουν ή να απαντήσουν: η προφορά τους, ο τρόπος που μιλούν, αυτό που ρωτούν ή απαντούν μπορεί δυνητικά να γίνει αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού που βγαίνει έξω από το παιδαγωγικά προστατευμένο περιβάλλον της σχολικής τάξης.

Δεν έχουμε, λοιπόν, να κρύψουμε κάτι μέσα από την άρνηση της αναμετάδοσης του μαθήματος.

Να προστατεύσουμε έχουμε: τον εαυτό μας, τους μαθητές μας, την διδασκαλία μας.

ΠΗΓΗ: 07.05.2020, https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/321259_gia-tin-binteoskopisi-ton-mathimaton-kai-ta-oria-tis-ermineias .

* Ο Κώστας Θεριανός είναι Δρ Κοινωνιολογίας, ειδικός εκπαιδευτικός αναλυτής και συγγραφέας.

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Του Δημήτρη Καλτσά*

Κάθε κυβέρνηση (αν όχι κάθε υπουργός) που έρχεται στην εξουσία, έχει τη φιλοδοξία (ή την ματαιοδοξία) να κάνει τη δική της/του μεταρρύθμιση. Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» διαδέχονται η μία την άλλη (Τρίτσης, Κακλαμάνης, Σουφλιάς, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Γαβρόγλου) έως την Κεραμέως και «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις».

Ταχύτατες κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές, η γρήγορη απαξίωση της γνώσης, τα νέα επιστημονικά δεδομένα, οι νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις απαιτούν δραστικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση ατελειών, διόρθωση λαθών, εξάλειψη μειονεκτημάτων ή αναδιοργάνωση βασικών ή επικουρικών δομών της εκπαίδευσης, αλλά σε κάθε περίπτωση έπειτα από μελέτη και έρευνα των κοινωνικών και εκπαιδευτικών συνθηκών από ειδικούς επιστημονικούς φορείς.

Το υπουργείο, εν μέσω πανδημίας, που έχουν «παγώσει» δημοκρατικά δικαιώματα και η δυνατότητα συλλογικής αντίδρασης, οργάνωσε μια επικοινωνιακού χαρακτήρα τηλεδιάσκεψη όπου παρουσίασε τις αποφάσεις της, περιφρονώντας τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και την κοινωνία. Αυτό καταστρατηγεί κάθε έννοια κοινωνικού διαλόγου, που αποτελεί προϋπόθεση και λειτουργία κάθε σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας.

Με το νέο νομοσχέδιο, με τον γενικό και αόριστο τίτλο η «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις», γίνεται μια συντηρητική παιδαγωγική στροφή (εξετάσεις, ποινές, αριστεία, σχολεία δύο ταχυτήτων).

Βασικός άξονας και το μεγάλο στοίχημα, είναι η αξιολόγηση (εκπαιδευτικών μονάδων και εκπαιδευτικών).

Ένα θέμα με αρνητικό πρόσημο είναι η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας ως εξεταζόμενου μαθήματος από τα Λατινικά.

Στο πλαίσιο μια στερεοτυπικής και απλουστευμένης αντίληψης για το ρόλο των επιστημών, τα Λατινικά ταυτίστηκαν με το «Καλό» και η Κοινωνιολογία το «Κακό». Φυσικά ούτε τα Λατινικά εκφράζουν τον αναχρονισμό και τη συντήρηση ούτε η Κοινωνιολογία την πρόοδο και την επανάσταση και κυρίως τον κίνδυνο ανατροπής. Η ποιότητα της παρεχόμενη υπηρεσίας σχετίζεται με τον εκπαιδευτικό και την αξιολογική του ουδετερότητα, την παιδαγωγική του μέθοδο, αλλά κυρίως από το πρόγραμμα σπουδών. Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα σπουδών θα μπορούσαν να συνυπάρξουν οι δύο επιστήμες.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες (η δημόσια αξιολόγηση του αντιπροέδρου, τότε, της Ν.Δ. και για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα παιδιά να γίνουν αριστερά) ή άλλες παρεμβάσεις που δαιμονοποιούν τις επιστήμες δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη αντίληψη για το σχολείο. Αυτός ο ανόητος και φαιδρός συνειρμός μάς ακολουθεί και μας εμποδίζει να σκεφτούμε τις κοινωνικές και παιδαγωγικές ανάγκες.

Με την κατάργησή της Κοινωνιολογίας, η κατεύθυνση των «Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών» μετατρέπεται σε Κατεύθυνση «Ανθρωπιστικών» μόνο. Η παραμονή της Κοινωνιολογίας, ως εξεταζόμενου μαθήματος, κρίνεται αναγκαία και για πολλούς άλλους λόγους.

Σε μια εποχή ηθικής κρίσης, που αποτυπώνεται στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική, οι πολίτες πρέπει να μάθουν να σκέπτονται και να κρίνουν. Να αξιολογούν και αμφισβητούν. Να προτείνουν και να ανατρέπουν τα κακώς κείμενα. Αποτελεί ουσιαστικά τη βάση των επιστημών της συμπεριφοράς και μπορεί να διαμορφώσει προσωπικότητες με κριτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό και ολιστική αντίληψη για την κοινωνία. Οι μαθητές εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και εκφράζονται με πληρότητα στο γραπτό λόγο (Έκθεση).

Αναπτύσσουν κοινωνικές δεξιότητες (συνεργασία, φιλία, αλληλεγγύη) Διαμορφώνουν στάσεις και αντιλήψεις για το σεβασμό του άλλου και την κοινωνική συνύπαρξη. Αναγνωρίζουν καλύτερα την κοινωνική διάρθρωση, τις κοινωνικές ανισότητες και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Ευαισθητοποιούνται με τα προβλήματα κοινωνικής παθογένειας και μπορούν ή προσπαθούν να μπουν στην κατάσταση του άλλου (ενσυναίσθηση) και αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνική και πολιτική συμμετοχή είναι προαπαιτούμενα για τη διαμόρφωση υπεύθυνων και ενεργών πολιτών.

Όμως, οι επιστήμες δεν έχουν (ή δεν πρέπει να έχουν) ιδεολογικό φορτίο και πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτά βρίσκονται στη σκέψη μόνο αυτών που με σημαία τις κλασικές σπουδές πιστεύουν ότι μπορούν να σταματήσουν τη ροή της ιστορίας και της κοινωνίας και αντίθετα άλλων με σημαία την κοινωνική σκέψη μπορούν να καταργήσουν κάθε συντηρητισμό της κοινωνίας μας.

Τέλος, για να παραφράσω τον Καζαντζάκη, θα πω ότι «δεν υπάρχουν… επιστήμες. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που κουβαλούν τις επιστήμες κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει»…

* Ο Δημήτρης Καλτσάς είναι κοινωνιολόγος, εκπαιδευτικός στο 5ο ΓΕΛ.

ΠΗΓΗ: 04/05/2020, http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=574742&srv=28&fbclid=IwAR3tRDKIAkOe-L4YPnfWst5O2-oIlrVGOrcVHLm7D36Gxi7pm5LUSwt3hxY

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή άγνοια της παιδικής ψυχής;

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή άγνοια της παιδικής ψυχής;

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή άγνοια της παιδικής ψυχής;

Του Νίκου Προσκεφαλά*

«Ανάθεμα τα γράμματα, Χριστέ, και όπου τα θέλει,

    ανάθεμα και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν,

    καθ’ ην με παρεδώκασιν εις το διδασκαλείον»

       (Πτωχοπροδρομικό, 12ος αιώνας μ.Χ)

«Περισσότερα εφόδια, νέες δεξιότητες, αποτελεσματικότερα εργαλεία και διαδικασίες». Λόγια και όροι της Υπουργού Παιδείας, δανεισμένοι απευθείας από το μάνατζμεντ και την επιχειρηματικότητα έρχονται με ένα δήθεν μεταρρυθμιστικό μανδύα να ενταφιάσουν οριστικά το ημιθανές σχολικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Το νέο νομοσχέδιο που τέθηκε με γοργές και συνοπτικές διαδικασίες σε διαβούλευση εν μέσω καραντίνας, προτείνει δίχως αιδώ ένα σκληρό, εξετασιοκεντρικό, απεχθές κι οπισθοδρομικό εκπαιδευτικό σύστημα, ενάντια σε κάθε παιδαγωγική λογική ή στοιχειώδη γνώση της παιδικής ψυχής. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι αίθουσες διδασκαλίας και μάθησης φιλοδοξούν να μετατραπούν σε  «εργαστήρια δεξιοτήτων», ενώ τα αγγλικά απ’ το νηπιαγωγείο η ενίσχυση της πληροφορικής, η επέκταση του άρρωστου και παρωχημένου θεσμού των πανελλαδικών εξετάσεων από την Α’ Λυκείου, (μέσα από την τράπεζα θεμάτων – θυμάτων) και πολλά ακόμη, μαρτυρούν τον βάναυσα τεχνοκρατικό, επιχειρηματικό, αποσπασματικό και μονόπλευρο χαρακτήρα του σχολείου, που οραματίζεται το υπουργείο και που θα αφυδατώσει οριστικά από κάθε χυμό τον ολόπλευρο χαρακτήρα της παιδείας, θα εξαφανίσει τα όποια ανθρωπιστικά της υπολείμματα και χωρίς αμφιβολία, πίσω από το ανταγωνιστικό και γνωσιοκεντρικό χαρακτήρα του, θα αντικρίζουμε καθημερινά άλλοτε τη θλίψη κι άλλοτε την οργή των μαθητών μας.

Κι αν ο Καντ υποστήριζε κάποτε πως το σχολείο οφείλει να εκπαιδεύει τους μαθητές «σύμφωνα με την ιδέα της ανθρωπότητας και τον τελικό προορισμό της», αδιαφορώντας για την γύρω κοινωνική παρακμή, ή εντροπία, το νέο νομοσχέδιο προετοιμάζει ακριβώς το αντίθετο. Γιατί όλα τα καρκινικά συμπτώματα της συνολικής κοινωνικής αποσύνθεσης μεταφέρονται πια στον ευαίσθητο κοινωνικό χώρο του σχολείου. Και τούτο συνιστά τη μέγιστη, την έσχατη βεβήλωση και βαρβαρότητα. Η ολόπλευρη καλλιέργεια, το ήθος, όπως και κάθε μορφή ολοκληρωμένης κοινωνικής καλλιέργειας εξαφανίζονται, την ίδια στιγμή που η σχέση δασκάλου μαθητή ως μυστική ερωτική αλληλεπίδραση, όπως μας την όρισε κάποτε ο Καστοριάδης, βαίνει προς οριστική κατάργηση. Ο ανήθικος και τοξικός για την παιδική ψυχή ανταγωνισμός, ο κοινωνικός δαρβινισμός, ο ελιτισμός με τον επίφαση της αριστείας, η αποσπασματική  κι αποστειρωμένη γνώση, ό,τι δηλαδή παρατηρούμε συνολικά γύρω μας ως νοσηρό κοινωνικό σύμπτωμα, έρχονται τώρα να αλώσουν και το σχολικό χώρο και να εξαφανίσουν τελικά τον όποιο οραματικό χαρακτήρα οφείλει να κομίζει και να πραγματώνει συνολικά και καταγωγικά η παιδεία. Στις τάξεις – εκκολαπτήρια των νέων τεχνοκρατών κάθε κουβέντα για ήθος, αλληλεγγύη  ή έμπρακτο κοινωνισμό θα μοιάζει πια γραφικό παραμύθι.  Η ισότιμη σχέση και η υγιής συνεργατικότητα, το μέγιστο δηλαδή και ύψιστο μάθημα αγωγής και παιδείας θα αποσυρθεί για να δώσει τη θέση του στις «δεξιότητες», πάει να πει στην εξ απαλών ονύχων μύηση στην απρόσωπη κι ατομικιστική δυνατότητα αναρρίχησης επί πτωμάτων και την ολοκληρωτική υποταγή στους νόμους και τις ανάγκες της αγοράς με οποιοδήποτε κόστος και με μοναδικό στόχο το προσωπικό όφελος.

Το γνωσιοκεντρικό, τεχνοκρατικό, άφιλο σχολείο, αν υλοποιηθεί, θα αποτελέσει τη νέα δυστοπία. Και είναι ευθύνη μας να μην επιτρέψουμε στο αποκρουστικό του πρόσωπο να τρομάξει τις συνειδήσεις των παιδιών μας. Η πόρτα της παιδείας οφείλει όχι να φυλακίζει, αλλά να οδηγεί στο δρόμο της ελευθερίας, να μορφώνει συνολικά, να λυτρώνει υπαρξιακά, να μετουσιώνει βιωματικά, να εξανθρωπίζει κοινωνικά.

* Ο Νίκος Προσκεφαλάς είναι φιλόλογος.

ΠΗΓΗ: Δευ, 27/04/2020, https://www.patramou.gr/eidisi/my-view/22644/ekpaideytiki-metarrythmisi-i-agnoia-tis-paidikis-psyhis

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Παράνομη και αντισυνταγματική. Τι υποστηρίζουν δύο εκπαιδευτικοί.

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Παράνομη και αντισυνταγματική. Τι υποστηρίζουν δύο εκπαιδευτικοί.

Των Ελένης Καμπακάκη* και Έφης Ψωίνου*

Πλέον καταγράφονται όλα. Το Πανοπτικό σε πλήρη δράση: Έλεγχος, πειθάρχηση, ποσοτικοποίηση.

Παρανομεί το ίδιο το υπουργείο;

Λέμε ευθύς εξαρχής ότι η εξ αποστάσεως εκπαίδευση του υπουργείου Παιδείας είναι προδήλως παράνομη και αντισυνταγματική. Είναι προδήλως παράνομη, γιατί πολύ απλά δεν έχει νομοθετηθεί. Αυτή τη στιγμή διενεργείται χωρίς να υπάρχει νομικό-θεσμικό πλαίσιο που να προβλέπει και να ρυθμίζει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων στην Ελλάδα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως όσοι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν σε αυτή είναι έκθετοι νομικά και δεν καλύπτονται από πουθενά.

Φανταστείτε το υπουργείο Παιδείας να οραματίζεται έναν νέο τύπο σχολείου ή την εισαγωγή μιας νέας εκπαιδευτικής δομής με την ευρύτερη έννοια. Πώς θα το έκανε αυτό; Θα ετοίμαζε σχέδιο νόμου φυσικά που θα το έθετε σε διαβούλευση και στη συνέχεια θα το εισήγε προς ψήφιση στη Βουλή. Θα ψηφιζόταν και στη συνέχεια θα ξεκινούσε η υλοποίηση.

Τι έχουμε όμως στην περίπτωση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Τίποτα απολύτως. Το υπουργείο εισήγαγε την εξ αποστάσεως εκπαίδευση χωρίς να νομοθετήσει. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το έκτακτο των συνθηκών δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Και όμως έχουμε δει την κυβέρνηση να λειτουργεί με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σ’ αυτές τις έκτακτες συνθήκες. Θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση με πράξη νομοθετικού περιεχομένου να νομοθετήσει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και να ρυθμίσει όλες τις πτυχές της υπό αυτές τις έκτακτες περιστάσεις, όπως έκανε με ένα σωρό άλλα έκτακτα ζητήματα σε συνθήκες πανδημίας. Γιατί δεν το έκανε όμως;

Γιατί πολύ απλά η εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων νομοθετημένη θα έπρεπε να υπακούσει στη βασική και θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος για τη δωρεάν παροχή εκπαίδευσης στους μαθητές και συγκεκριμένα σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές. Σε κανονικές συνθήκες φυσικής τάξης δωρεάν σημαίνει χωρίς να πληρώνουν οι κηδεμόνες τους για να αποκτήσουν τα παιδιά βιβλία και χωρίς να πληρώνουν για να έχουν το δικαίωμα να μπουν στο σχολείο και να παρακολουθήσουν μάθημα. Σε συνθήκες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, που θα είναι συμβατή με τη θεμελιώδη υποχρέωση της πολιτείας να παράσχει δωρεάν εκπαίδευση στους μαθητές, αυτό θα αντιστοιχούσε όχι απλώς στη δωρεάν παροχή τάμπλετ, υπολογιστή, λάπτοπ ή κινητού στους μαθητές, όχι απλά με τη δωρεάν είσοδό τους δηλαδή, χωρίς συνδρομή, σε ηλεκτρονική πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης, αλλά και με τη δωρεάν παροχή ίντερνετ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. Αν υπάρχει ρεύμα φυσικά στο σπίτι…

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτή τη στιγμή ένας σεβαστός αριθμός μαθητών δεν έχει πρόσβαση στο ίντερνετ, ούτε τον κατάλληλο εξοπλισμό για να συνδεθεί και να παρακολουθήσει τηλεμάθημα. Άρα, εξ ορισμού αποκλείονται αυτοί οι μαθητές από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ήδη βεβαρημένη λόγω υποχρεωτικού εγκλεισμού ψυχολογία τους. Όμως, θα απαντήσει κάποιος ότι έχει τουλάχιστον προβλεφθεί η παρακολούθηση του τηλεμαθήματος μέσω σταθερού για όσους δεν έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ. Πράγματι, μόνο που αυτό γίνεται με αστική ΧΡΕΩΣΗ. Για όσους πάλι δεν έχουν σταθερό δεν έχει προβλεφθεί τίποτα. Τι ακριβώς από αυτά συνάδει με τη συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας για δωρεάν εκπαίδευση όλων των μαθητών; Ακόμη και αυτοί που έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο την πληρώνουν. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο, αλλά έχουν σταθερό τηλέφωνο, χρεώνονται. Το αντίστοιχο σε μια φυσική τάξη θα ήταν οι μαθητές να πληρώνουν στην είσοδο της τάξης για να δικαιούνται να παρακολουθήσουν το μάθημα. Άρα, παραβιάζεται η συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση σε όλους τους μαθητές και γιατί δεν είναι δωρεάν και γιατί δεν μπορούν να συμμετάσχουν όλοι.

Ακριβώς λοιπόν, επειδή η τηλεκπαίδευση, όπως γίνεται τώρα, είναι προδήλως αντισυνταγματική, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και δεν έχει νομοθετηθεί. Και αφού δεν έχει νομοθετηθεί, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι παράνομο. Και οι συνάδελφοι που συμμετέχουν είναι απολύτως έκθετοι νομικά. Μα είναι δυνατόν το υπουργείο να εμπλέκει τους εκπαιδευτικούς σε κάτι που είναι παράνομο; Μα, συνάδελφοι, το υπουργείο δεν σας υποχρέωσε. Η εμπλοκή σας είναι δική σας επιλογή, αφού σε κανένα έγγραφο του υπουργείου δεν γίνεται λόγος για υποχρεωτικότητα. Μα υπήρξαν πιέσεις προφορικές από διευθυντές σχολείων και διευθυντές Δευτεροβάθμιας και περιφερειακές διευθύνσεις, θα αντιτείνει κάποιος, και όντως γνωρίζουμε ότι υπήρξαν πιέσεις, αλλά και έμμεσος εκβιασμός των συναδέλφων μέσω της υποχρέωσης των διευθυντών των σχολείων να στείλουν στοιχεία για το πόσοι (και ίσως ποιοι) συμμετέχουν. Εγγράφως έχετε κάτι περί υποχρεωτικότητας, συνάδελφοι; Και επίσης, συνάδελφοι, δεν οφείλατε ως δημόσιοι υπάλληλοι να ενημερώσετε τους ανωτέρους σας για όλα αυτά που επισημαίνουμε εδώ περί αντισυνταγματικότητας και απουσίας νομικού πλαισίου και ως εκ τούτου να αρνηθείτε να συμμετάσχετε; Οφείλατε, αλλά δεν το κάνατε.

Αυτό που κάνατε ήταν να τρέξετε ενθουσιασμένοι ή όχι να υλοποιήσετε αυτή τη φοβερή καινοτομία, άλλοι καλοπροαίρετα από γνήσιο ενδιαφέρον για τους μαθητές, άλλοι από άγχος και αγωνία να αποδείξετε ότι δεν είστε τεμπέληδες αλλά υπερ-εργατικοί -πρέπει να αποστομώσουμε και τους Τέλλογλου εξάλλου!-, άλλοι φοβούμενοι μήπως σας στοιχίσει η απροθυμία μελλοντικά σε μια αξιολόγηση -την οποία παρεμπιπτόντως επίσης θα δεχτείτε αστόχαστα και άκριτα, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση-, άλλοι μιμούμενοι τους σούπερ πρόθυμους, άλλοι φοβούμενοι μη γίνετε δαχτυλοδεικτούμενοι από τους συναδέλφους σας στο σχολείο, άλλοι σκεφτόμενοι ότι θα σας πιέσουν έτσι κι αλλιώς οι γονείς των μαθητών, άλλοι θέλοντας να δείξουν βασιλικότεροι του βασιλέως, άλλοι ως μόνιμοι χειροκροτητές της εξουσίας και πάει λέγοντας. Ουδείς αναρωτήθηκε για το προφανές! Ουδείς σκέφτηκε να ρωτήσει τον διευθυντή του αν υπάρχει νομικό πλαίσιο, αν επιτρέπεται η εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων -το τονίζουμε- στην Ελλάδα, ποιο είναι το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα εργαστεί ως τηλε-εκπαιδευτικός παρέχοντας τηλεμαθήματα σε ανήλικους – το τονίζουμε.

Ουδείς αναρωτήθηκε πώς προστατεύεται ο ίδιος ως εργαζόμενος σε συνθήκες τηλεργασίας έχοντας απέναντί του ανήλικους – το ξανατονίζουμε. Ουδείς προβληματίστηκε για ένα σωρό νομικά ζητήματα που τίθενται και τα οποία θα όφειλε να ρυθμίσει εκ των προτέρων νομοθετικά το υπουργείο Παιδείας προστατεύοντας τόσο τα παιδιά όσο και τους εκπαιδευτικούς ως ο εργοδότης τους.

Πρώτα πρώτα, το υπουργείο Παιδείας ανέθεσε κατ’ αποκλειστικότητα (αλήθεια μέσω ποιας διαδικασίας;) σε μια ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ, που δραστηριοποιείται και στην Ελλάδα, στον τομέα της παροχής υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνίας, τη διεξαγωγή της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Στο δελτίο τύπου του υπουργείου διαβάζουμε ότι η εταιρεία αυτή παραχωρεί δωρεάν (για πόσο;) την ηλεκτρονική της πλατφόρμα Webex για το σκοπό αυτό. Έτσι, λοιπόν, κάποια στιγμή οι εκπαιδευτικοί έλαβαν στην ηλεκτρονική τους διεύθυνση ένα e-mail από την εν λόγω εταιρεία που τους καλούσε να ενεργοποιήσουν έναν σύνδεσμο για να δημιουργήσουν έτσι την ηλεκτρονική τους τάξη.

Ευλόγως πολλοί συνάδελφοι αναρωτήθηκαν πού βρήκε η ιδιωτική αυτή εταιρεία την ηλεκτρονική τους διεύθυνση, για να μάθουν ότι το υπουργείο παραχώρησε τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις όλων των εκπαιδευτικών σε αυτή την εταιρεία αυτοβούλως, γιατί πολύ απλά είμαστε υπάλληλοί του! Άρα, του ανήκουμε ως περιουσιακό στοιχείο που χειρίζεται κατά το δοκούν! Πιο σαφές δεν θα μπορούσε να γίνει! Τη στιγμή που σε οποιοδήποτε site αγορών πρέπει να δώσεις εσύ την άδεια τσεκάροντας το σχετικό εικονίδιο, για να μπορεί αυτό το site να χρησιμοποιεί την ηλεκτρονική σου διεύθυνση για μελλοντική επικοινωνία ή για την αποστολή διαφημιστικού και ενημερωτικού υλικού, το υπουργείο Παιδείας, χωρίς να ζητήσει και να λάβει την άδεια από κανένα μας, έδωσε σε μια ιδιωτική -το τονίζουμε- εταιρεία χιλιάδες ηλεκτρονικές διευθύνσεις που δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα αξιοποιηθούν στο μέλλον. Κατά τη γνώμη μας τίθεται μέγιστο ζήτημα, και νομικό και ηθικό!

Δεύτερον, η σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, δηλαδή η εκπαίδευση με συμμετοχή του εκπαιδευτικού και των μαθητών του σε πραγματικό χρόνο, γίνεται στο ηλεκτρονικό περιβάλλον της πλατφόρμας με χρήση μικροφώνων και καμερών. Πέρα από το γεγονός ότι πολλοί μαθητές αλλά και εκπαιδευτικοί δεν διαθέτουν τον ανάλογο εξοπλισμό, μιας και ουδέποτε υπήρξε ως προϋπόθεση η κατοχή τους για τη διδασκαλία, τίθενται ξεκάθαρα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως είναι το πρόσωπο, ο λόγος και η φωνή τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των ίδιων των μαθητών, που πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζουμε ότι είναι ανήλικοι. Οι μαθητές, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην πλατφόρμα και την ηλεκτρονική τάξη, δηλώνουν ότι συναινούν στη λήψη φωτογραφιών και στην ηχογράφηση. Πώς ακριβώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των ανήλικων μαθητών, τη στιγμή που υποχρεώνονται να εμφανίσουν το πρόσωπό τους στο ηλεκτρονικό περιβάλλον και το οποίο μπορεί να αποτυπωθεί σε στιγμιότυπο ή φωτογραφία; Πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα, όταν υποστηρίζεται η βιντεοσκόπηση του ηλεκτρονικού μαθήματος και καταγράφονται τα πάντα;

Πώς είναι δυνατόν τη στιγμή που στο κανονικό σχολείο απαγορεύεται η χρήση κινητών και καμερών ακριβώς για να προστατευτούν τα προσωπικά δεδομένα των ανήλικων μαθητών κυρίως, αλλά και των εκπαιδευτικών, να επιβάλλεται αυτή τη στιγμή στους ανήλικους μαθητές να εμφανίσουν το πρόσωπό τους στο διαδίκτυο μέσω της κάμερας, να ηχογραφηθεί η φωνή τους, να ληφθεί φωτογραφικό στιγμιότυπο με τα πρόσωπά τους και να βιντεοσκοπηθούν; Πώς είναι δυνατόν να επιτρέπεται να εισχωρεί η κάμερα στον προσωπικό χώρο των ανήλικων μαθητών, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της οικίας του κάθε μαθητή, αλλά και του εκπαιδευτικού; Τι γίνεται με την προστασία του οικογενειακού ασύλου, που μάλιστα προστατεύεται και από την ελληνική νομοθεσία και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Η αναγκαστική συναίνεση σε όλα αυτά των κηδεμόνων ή/και των μαθητών, αλλά και των εκπαιδευτικών, προκειμένου να συμμετάσχουν τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί στη σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, που επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι νομοθετημένη, δεν απαλλάσσει την πολιτεία από την υποχρέωση να παράσχει εκπαίδευση με τρόπο που δεν θίγει ακριβώς τον πυρήνα της ιδιωτικότητας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων, αλλά και των εκπαιδευτικών.

Τρίτο ζήτημα είναι η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων. Το εκπαιδευτικό υλικό που χρησιμοποιείται αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία είτε του δημιουργού του, που μπορεί να είναι άλλος από τον εκπαιδευτικό που το χρησιμοποιεί, είτε του ίδιου του εκπαιδευτικού, αν είναι ο δημιουργός του εκπαιδευτικού υλικού. Αλλά και το ίδιο το μάθημα ως πνευματικό έργο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία των συμμετεχόντων του. Ο εκπαιδευτικός οπωσδήποτε είναι αυτός που έχει την ευθύνη του περιεχομένου της διδασκαλίας καθ’ όλη τη διάρκειά της. Και φυσικά έχουν και οι μαθητές την πνευματική ιδιοκτησία των εργασιών που κάνουν, των κειμένων που παράγουν, αλλά και των σκέψεων που καταθέτουν και εκφράζουν κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Σε ποιον όμως ανήκει πνευματικά το τηλεμάθημα ως τελικό αποτέλεσμα; Ποιος άλλος έχει πρόσβαση στο τηλεμάθημα μετά το πέρας του ή και κατά τη διάρκειά του; Μπορεί το τηλεμάθημα να βιντεοσκοπηθεί και να ελεγχθεί το περιεχόμενό του από κάποιον άλλο. Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά σε μια αξιολόγηση του εκπαιδευτικού;

Το ίδιο ζήτημα περί προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, με όλες τις προεκτάσεις που δώσαμε παραπάνω, τίθεται φυσικά και στην περίπτωση της ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Ποιος άλλος πλην του εκπαιδευτικού έχει πρόσβαση στην ιστοσελίδα του κάθε εκπαιδευτικού στο e-class ή στο e-me; Μπορεί να αξιολογηθεί και να λογοκριθεί το περιεχόμενο που αναρτάται και σε αυτές τις πλατφόρμες του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου στην περίπτωση της ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Μπορεί αυτό να οδηγήσει σε αξιολόγηση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών ανάλογα με το τι υλικό έχουν αναρτήσει;

Η εμμονή του υπουργείου να αξιοποιηθούν αποκλειστικά τα εργαλεία που αυτό έχει δημιουργήσει, δηλαδή η πλατφόρμα Webex για τη σύγχρονη και οι ηλεκτρονικές τάξεις e-class και e-me για την ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, παρά τις περί του αντιθέτου αρχικές διακηρύξεις περί χρήσης όποιου μέσου θεωρεί κατάλληλο ο κάθε εκπαιδευτικός, δείχνουν ακριβώς ότι ο στόχος είναι ο έλεγχος του περιεχομένου και της διαδικασίας και συνεπώς ο έλεγχος του εκπαιδευτικού, τόσο ως προς το αν πειθάρχησε και συμμετείχε στη ΜΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΕΝΗ εξ αποστάσεως εκπαίδευση όσο και ως προς το τι ακριβώς έκανε. Σε κάθε περίπτωση, πάει περίπατο η παιδαγωγική ελευθερία που απολάμβανε ως τώρα ο εκπαιδευτικός μέσα στη φυσική τάξη. Παράλληλα, έφτασε στα αυτιά μας η πληροφορία ότι κάποιες διευθύνσεις ζητούν ακόμη και πρόγραμμα μαθημάτων που διεξάγεται μέσω Skype, για να συμπεριλάβουν αυτά τα μαθήματα στην καταγραφή ποσοστών! Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει! Το Πανοπτικό σε πλήρη δράση: Έλεγχος, πειθάρχηση, ποσοτικοποίηση, για να δείξει το υπουργείο ότι πέτυχε το εγχείρημα!

Τέταρτο ζήτημα, όχι τόσο νομικό αλλά περισσότερο παιδαγωγικό, είναι ο εξαναγκασμός των παιδιών σε μια μορφή εκπαίδευσης που προϋποθέτει την καθήλωσή τους επί ωρών μπροστά σε μια οθόνη, είτε αυτή είναι υπολογιστή/λάπτοπ είτε κινητού/τάμπλετ. Αλήθεια, πώς γίνεται ξαφνικά να απαιτεί το υπουργείο οι ανήλικοι μαθητές ακόμη και του δημοτικού να βρίσκονται 4 ώρες προσηλωμένοι στην ηλεκτρονική διδασκαλία και μάλιστα σε ωράριο 12-4, παραβιάζοντας το εργασιακό ωράριο των εκπαιδευτικών παρεμπιπτόντως, αφού προηγουμένως αυτοί οι μαθητές δημοτικού έχουν παρακολουθήσει και δύο ώρες εκπαιδευτικής τηλεόρασης από τις 10 το πρωί ως τις 12, δηλαδή συνολικά 6 ώρες ημερησίως μπροστά στην τηλεόραση, τον υπολογιστή/λάπτοπ/κινητό/τάμπλετ, μόνο για να παρακολουθήσουν μάθημα! Να προσθέσουμε και τις ώρες για να μελετήσουν το υλικό, να λύσουν ασκήσεις, να γράψουν εργασίες-κείμενα, να τις στείλουν στον εκπαιδευτικό κτλ.

Πόσες ώρες συνολικά μόνο για εκπαιδευτικούς λόγους επιβάλλει ουσιαστικά το υπουργείο να βρίσκονται τα παιδιά μπροστά στην οθόνη; Τι έχουν να πουν οι ειδικοί επιστήμονες για όλα αυτά; Πόσο ωφέλιμο τελικά είναι αυτό το σύστημα εκπαίδευσης για τα παιδιά; Ποιες οι συνέπειες αυτής της υπερέκθεσης στις οθόνες και την ακτινοβολία τους τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχολογία και το νου του μαθητή; Είναι νομικά υπεύθυνο το υπουργείο για τυχόν αρνητικές επιδράσεις και φαινόμενα που θα παρατηρηθούν σε επόμενο ίσως χρόνο ως απόρροια της υπερβολικής χρήσης κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών και μάλιστα σε συνθήκες εγκλεισμού των παιδιών, που από μόνες τους επιβαρύνουν την ψυχολογία των παιδιών και των εφήβων; Ποια επιστημονική προεργασία έγινε (αλήθεια, έγινε;) και άναψε το πράσινο φως για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, χωρίς αυτή να έχει νομοθετηθεί, ας μην το ξεχνάμε!

Και βέβαια, ποια η επίπτωση στην ψυχολογία εκείνων των μαθητών που εκ των πραγμάτων αποκλείονται από την τηλεκπαίδευση λόγω δυσμενών υλικών συνθηκών; Τι γίνεται με τη διόγκωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων; Τι γίνεται με τη σίτιση των μη προνομιούχων παιδιών που λάμβαναν δωρεάν σχολικά γεύματα όσο ήταν τα σχολεία ανοιχτά; Τι γίνεται με την επιβίωση των μαθητών που προέρχονται από οικογένειες που οι γονείς τους ήταν άνεργοι ή έμειναν άνεργοι λόγω κορονοϊού; Τι γίνεται με τα παιδιά που διαβιούν σε σπίτια χωρίς ρεύμα ή νερό; Γι’ αυτά θα έπρεπε να μεριμνήσει το υπουργείο Παιδείας και οι υπηρεσίες του και όχι για κατ’ όνομα εκπαίδευση σε συνθήκες εγκλεισμού, πανδημίας και απειλής κατά της ζωής.

Επιπρόσθετα, ποιος μεριμνά για την άμβλυνση των καταπιεστικών συνθηκών εγκλεισμού σε τοξικά πολλές φορές οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου ενδημούν φαινόμενα οικογενειακής βίας, που σύμφωνα με τους ειδικούς ψυχολόγους και ψυχιάτρους θα ενταθούν αυτή την περίοδο, αλλά και σε βάθος χρόνου, εξαιτίας του υποχρεωτικού εγκλεισμού; Αντί το υπουργείο και οι συμβουλευτικές του υπηρεσίες να ασχοληθούν με το μετριασμό του άγχους, της φοβίας, της ανασφάλειας, της ανίας και της αγωνίας που ο υπαρκτός κίνδυνος κατά της ζωής λόγω της πανδημίας δημιουργεί, αλλά και των κινδύνων που ο υποχρεωτικός εγκλεισμός εγκυμονεί για τα παιδιά ακόμη περισσότερο λόγω και τοξικού οικογενειακού περιβάλλοντος, έρχεται να δημιουργήσει μια πρόσθετη πηγή άγχους στους γονείς και τους μαθητές, που αγωνίζονται να συνδεθούν στις πλατφόρμες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και που νιώθουν υποχρεωμένοι να το κάνουν φοβούμενοι ότι τα παιδιά τους παίρνουν απουσίες, αν δεν συνδεθούν, γιατί κανείς δεν τους ενημέρωσε ότι δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά και να αυξήσει τον όγκο των σχολικών υποχρεώσεων των μαθητών, ενώ τα σχολεία είναι κλειστά.

Εδώ πρέπει να γίνει λόγος και για τις ατελείωτες ώρες που αφιερώνουν οι εκπαιδευτικοί, προκειμένου να συνδεθούν στις πλατφόρμες και να ανεβάσουν υλικό σε ένα Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο που κατά κοινή ομολογία σέρνεται, με αποτέλεσμα να ξενυχτούν και να εργάζονται καθ’ υπέρβαση κάθε έννοιας εργασιακού ωραρίου. Εργασιακά δικαιώματα, ωράριο, αργίες, πνευματικά δικαιώματα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, έχουν πάει όλα περίπατο με ευθύνη του υπουργείου, που φυσικά θα νίψει τας χείρας του -το σλόγκαν της περιόδου- σε περίπτωση καταγγελίας ή μήνυσης από κάποιον κηδεμόνα, μιας και οι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν οικειοθελώς και όχι υποχρεωτικά σε αυτό που δεν είναι νομοθετημένο. Άρα, έχουν ατομική ευθύνη για ό,τι συμβεί, όπως ακριβώς και όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας, σύμφωνα με τη στρατηγική που ακολουθούν οι υπεύθυνοι για τη σωτηρία μας από τον κορονοϊό. Τι γίνεται όμως με την κρατική ευθύνη; Έχει ευθύνη το υπουργείο Παιδείας για τυχόν νομικές περιπέτειες στις οποίες θα μπουν οι εκπαιδευτικοί λόγω της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Έχουμε την αίσθηση ότι, ακριβώς όπως το υπουργείο Υγείας στέλνει τους γιατρούς στην πρώτη γραμμή της μάχης απροστάτευτους, έτσι και το υπουργείο Παιδείας στέλνει τους εκπαιδευτικούς στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, χωρίς να τους προστατεύει. Ούτε αυτούς ούτε φυσικά τα παιδιά και τους γονείς τους.

Είναι όμως θλιβερό για έναν κλάδο με ιστορία αγώνων στην Ελλάδα να μην τολμά να υψώσει τη φωνή του για τα αυτονόητα. Είναι θλιβερό ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των εκπαιδευτικών δεν έχουν βάλει επί τάπητος το προφανές, που προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε σ’ αυτό το κείμενο. Προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη το οξύμωρο, εκπαιδευτικοί που όταν τους καλούμε να αντιδράσουν σε ψηφισμένα αντιεκπαιδευτικά μέτρα μας απαντάνε συνήθως «ναι, έχετε δίκιο, αλλά είναι νόμος και πρέπει ως δημόσιοι υπάλληλοι να υπακούσουμε», αυτή τη στιγμή να μη θέτουν το αυτονόητο ερώτημα: «Ποιος νόμος επιτρέπει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων στην Ελλάδα; Τι ορίζει αυτός ο νόμος; Πώς είναι δυνατόν να κάνουμε κάτι από τη στιγμή που δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο; Ποιος μας καλύπτει;».

Και επιπλέον, η βιασύνη και η προχειρότητα του υπουργείου Παιδείας θα έπρεπε να μας υποψιάσει για το ζοφερό μέλλον που ετοιμάζουν στην εκπαίδευση, ειδικά όταν η υπουργός και η υφυπουργός δηλώνουν ότι η τωρινή εξ αποστάσεως εκπαίδευση αφήνει παρακαταθήκη για το μέλλον και ότι ήρθε για να μείνει. Το υπουργείο δοκιμάζει την υποτακτικότητα των εκπαιδευτικών μέσα σε συνθήκες πανδημίας και, ενώ καμώνεται πως πασχίζει για την κανονικότητα, αποσκοπεί στην απορρύθμιση της εκπαίδευσης και των εργασιακών σχέσεων. Πώς διαφαίνεται το μέλλον της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, όταν το υπουργείο παλεύει να δημιουργήσει την ψευδή εικόνα της επιτυχίας της τηλεκπαίδευσης και της κοινωνικής συναίνεσης υπέρ αυτής; Γιατί να κάνει λοιπόν μόνιμους διορισμούς και προσλήψεις αναπληρωτών, όταν μπορεί να τους αντικαταστήσει με τηλε-εκπαιδευτικούς και τηλεμαθήματα; Γιατί να στείλει εκπαιδευτικούς στα απομακρυσμένα χωριά και νησιά, όταν μπορεί με τηλεκπαίδευση ή και πακέτα τηλεμαθημάτων να κάνει πως λύνει το πρόβλημα; Άλλωστε ο ΣΕΒ και η ΕΕ προωθούν την τηλεργασία. Ουδέν λοιπόν μονιμότερον του προσωρινού…

Οι πρωτόγνωρες συνθήκες που βιώνουμε μας φέρνουν όλους ενώπιον των ευθυνών μας για την προστασία των εργασιακών μας δικαιωμάτων και των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών. Αυτά τα δύο πάνε χέρι χέρι. Το υπουργείο Παιδείας, που έχει στην ηγεσία του μια νομικό, οφείλει να λειτουργήσει σύννομα και συνταγματικά. Οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να καταγγείλουν την παρανομία του υπουργείου και να μην είναι πειθήνια εκτελεστικά όργανα των μη σύννομων και αντισυνταγματικών εγχειρημάτων του υπουργείου. Για να προστατέψουν τους εαυτούς τους, αλλά πρωτίστως τους μαθητές και τους γονείς τους και την εκπαίδευση.

Οι εκπαιδευτικοί πρώτοι από όλους γνωρίζουν πώς να έρθουν σε επικοινωνία με τους μαθητές και τους κηδεμόνες τους αυτή την περίοδο. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πώς να δείξουν αλληλεγγύη και ενδιαφέρον γι’ αυτούς έμπρακτα. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν ότι οι μαθητές και οι γονείς τους έχουν ανάγκη την ανθρώπινη επικοινωνία αυτή τη στιγμή. Και το γνωρίζουν αυτό ως άνθρωποι. Όχι ως δημόσιοι υπάλληλοι. Και αυτό πράττουν πέρα και έξω από τις ιλουστρασιόν, κενές περιεχομένου πρακτικές του υπουργείου.

* Ελένη Καμπακάκη, ΠΕ02 (φιλόλογος) και Έφη Ψωίνου, ΠΕ78 – ΠΕ01 (νομικός, θεολόγος).

ΠΗΓΗ: 06.04.2020, http://infolibre.gr/wpinfolibre/2020/04/06/tilekpaideysi-paranomi-kai-antisyntagmatiki/

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Του Philippe Meirieu*

Ο Φιλίπ Μεριέ είναι διαπρεπής γάλλος παιδαγωγός, καθηγητής των Επιστημών της αγωγής στο Πανεπιστήμιο Lumière της Λυών. Χαίρει μεγάλης εκτίμησης στο διεθνή χώρο και η προσωπική του ιστοσελίδα https://www.meirieu.com είναι ένας πραγματικός θησαυρός για τους/τις εκπαιδευτικούς που γνωρίζουν γαλλικά. Η παιδαγωγική ομάδα «το Σκασιαρχείο» έχει την τιμή να συνεργάζεται μαζί του: έχει μεταφράσει κείμενά του και έχει υποτιτλίσει (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ κινηματογράφου Ολυμπίας)  4 εξαιρετικές παιδαγωγικές ταινίες μικρού μήκους («Σελεστέν Φρενέ», «Φερνάν Ουρί», «Γιάνους Κόρτσακ», «Αντόν Μακαρένκο») που αξιοποιήθηκαν πολλαπλά. Το (πολύ πρόσφατο) κείμενό του που ακολουθεί  δημοσιεύεται στα ελληνικά με την άδεια του. Γράφτηκε για τη Γαλλία αλλά διατηρεί την αξία του και για τη δική μας πραγματικότητα. Απευθύνεται στους γονείς, τώρα που τα σχολεία δεν λειτουργούν και τα παιδιά βρίσκονται κλεισμένα στα σπίτια τους. Με αφορμή τη σημερινή έκτακτη κατάσταση αναπτύσσει έναν καίριο παιδαγωγικό προβληματισμό και προτείνει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις για τη δουλειά στο σπίτι, χρήσιμες για εκπαιδευτικούς και γονείς.

Χ.Π.

******

«Το κλείσιμο των σχολείων και των πανεπιστημίων για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα επιβάλλεται για λόγους δημόσιας υγείας. Το Υπουργείο Παιδείας λέει ότι είχε προνοήσει γι’ αυτή την κατάσταση, αλλά τα προβλήματα είναι σίγουρα πολλά. Οι εκπαιδευτικοί της Β΄/βαθμιας εκπαίδευσης κλήθηκαν να οργανώσουν όσο γίνεται καλύτερα με τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία τα μαθήματα εξ αποστάσεως και την παρακολούθηση των μαθητών/μαθητριών τους.

Τα  πράγματα θα είναι πιο μπερδεμένα για το δημοτικό ενώ για το νηπιαγωγείο φαίνεται πολύ δύσκολο να εξασφαλιστεί με τη βοήθεια των ψηφιακών μέσων  η «παιδαγωγική συνέχεια» για την οποία μας μιλούν…

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Του Χαράλαμπου Κωνσταντίνου*

Αρχικά ξεκινάμε από την αδιαμφισβήτητη παραδοχή ότι η εκπαίδευση πραγματοποιείται στον χώρο του εκπαιδευτηρίου, δηλαδή στο σχολείο. Με την έννοια αυτή, το σχολείο είναι ο αδιαμφισβήτητος φυσικός χώρος διεξαγωγής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο συνιστά τον παιδαγωγικό και κοινωνικό θεσμό, ο οποίος διαθέτει τις δομές και υποδομές, που δίνουν τη δυνατότητα να διεξαχθεί με φυσικό και κατάλληλο τρόπο η σύνθετη και πολύπτυχη διαδικασία της εκπαίδευσης. Το πρόσωπό που καλείται να αναλάβει και να διεκπεραιώσει τη διαδικασία αυτή είναι ο εκπαιδευτικός, ο οποίος εκπαιδεύεται και προετοιμάζεται για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική του εκπαιδευτική κατάρτιση και προετοιμασία γίνονται με την προοπτική η εκπαιδευτική διαδικασία να εφαρμοστεί στον φυσικό χώρο της, δηλαδή στο σχολείο. Επομένως, η «κλήση» του εκπαιδευτικού από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να επιτελέσει το εκπαιδευτικό του καθήκον εκτός του προβλεπόμενου, θεσμικά και παιδαγωγικά, φυσικού του χώρου, τον βρίσκει, εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά και με βάση τον ρόλο του, ουσιαστικά απροετοίμαστο. Του ζητάμε, λοιπόν,  να υλοποιήσει έργο, για το οποίο θεσμικά και σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα δεν προβλέπεται σε τέτοιο επίπεδο. Το γεγονός αυτό από μόνο του αφοπλίζει αφενός κάθε επιχείρημα για να επιτύχει σε αυτό που καλείται να υλοποιήσει και αφετέρου προδιαγράφει και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Νέες μεθοδεύσεις για τον σχολικό χρόνο και το ωράριο των εκπαιδευτικών;

Νέες μεθοδεύσεις για τον σχολικό χρόνο και το ωράριο των εκπαιδευτικών;

Του Χρήστου Κάτσικα

Κάθε πόλεμος αρχίζει με τα λόγια και το υπουργείο Παιδείας βιάζεται να συμπληρώσει πολλά ένσημα στην προσπάθειά του να πείσει την κοινή γνώμη ότι ενδιαφέρεται για να μη χάνουν διδακτικές ώρες οι μαθητές. Οι περίπου 160.000 μόνιμοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι το υπουργείο Παιδείας ξεχνάει τις 100.000 ώρες που χάθηκαν μέχρι τώρα τη φετινή σχολική χρονιά, λόγω των ακάλυπτων κενών θέσεων.

«Εμείς αποκαταστήσαμε τη γιορτή, αλλά θα γίνονται και μαθήματα. Γιατί να μη γίνονται μαθήματα; Είναι μέλημά μας να μη χάνονται μαθήματα», είπε πρόσφατα η Νίκη Κεραμέως. «Σε κάποια συγκριτικά στοιχεία, είμαστε χαμηλότερα από άλλες χώρες του ΟΟΣΑ σχετικά με τις διδακτικές ώρες συνολικά. Άρα είναι μέλημά μας να μη χάνουν τα παιδιά μας ώρες», τόνισε η υπουργός Παιδείας.

«Συμπωματικά», οι εκπρόσωποι των σχολαρχών με δελτίο τύπου ζητούν να εφαρμοστούν οι «οδηγίες» του ΟΟΣΑ και να αυξηθεί το ωράριο των εκπαιδευτικών, ενώ, λίγες μέρες πριν, ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, κληθείς να σχολιάσει την απόφαση του υπουργείου Παιδείας αναφορικά με την εορτή των Τριών Ιεραρχών, χρησιμοποιώντας λόγο κοινωνικού αυτοματισμού, δήλωσε: «Έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει. Όλα τα άλλα είναι αστειότητες και προφάσεις. Η αργία είναι για τους τεμπέληδες».

Την περίοδο 2010-2011, το υπουργείο Παιδείας, για να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι εκπαιδευτικοί στη χώρα μας εργάζονται λίγο, «έδωσε τα ρέστα του» στη διαστρέβλωση των συγκριτικών στοιχείων του χρόνου εργασίας, δίνοντας στοιχεία στο Δίκτυο Ευρυδίκη και στον ΟΟΣΑ με διδακτικό ωράριο 16 ωρών! Στη συνέχεια, τα «πρόθυμα» ΜΜΕ «ανακάλυψαν» τους μαθητές «που βρίσκονται στην πιο κρίσιμη φάση της ζωής τους», συμμερίστηκαν τους γονείς «που αγωνιούν για την τύχη των παιδιών τους» και, τραβώντας το νήμα στα άκρα, έπαιξαν το γνωστό τους ρεφρέν με τους «βολεψάκηδες καθηγητές, τους ιδιαιτεράκηδες», παρουσιάζοντας τους εκπαιδευτικούς σαν «κοπανατζήδες», «τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας».

Στην πραγματικότητα, το διδακτικό ωράριο των καθηγητών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση άρχιζε, την περίοδο εκείνη, από τις 21 ώρες την εβδομάδα και αποκλιμακωνόταν ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας σε 19, 18 και τελικά 16 μετά την εικοσαετία. Αποτέλεσμα; Αφού προετοιμάστηκε η κοινή γνώμη, το υπουργείο Παιδείας, το 2013, αύξησε το διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών κατά 2 ώρες, ενώ την ίδια περίοδο «απογείωσε» τα εξωδιδακτικά τους καθήκοντα.

Επικοινωνιακά, το έδαφος για την αύξηση του διδακτικού ωραρίου το έστρωσε –ποιος άλλος;– ο ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τον οποίο οι Έλληνες εκπαιδευτικοί δίδασκαν μόλις 528 ώρες ετησίως, έναντι 663 (στην Κατώτερη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση) και 629 ωρών (στην Ανώτερη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση) των συναδέλφων τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βέβαια, αυτό που εντέχνως παραλείφθηκε να αναφερθεί ήταν ότι η συγκεκριμένη απόκλιση δεν οφειλόταν στο μικρό εβδομαδιαίο διδακτικό ωράριο –κάθε άλλο– αλλά στην εξεταστικολαγνεία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό αναλυτή Δημήτρη Τσιριγώτη, αυτό το στοιχείο χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να επιβληθεί η γνωστή αύξηση ωραρίου κατά 2 ώρες στους Έλληνες εκπαιδευτικούς. Όμως το στοιχείο αυτό ήταν ψευδές, γιατί δεν συμπεριελάμβανε και τις περίπου 5 εβδομάδες εξετάσεων (προαγωγικές, επαναληπτικές, πανελλήνιες κ.λπ.) που πραγματοποιούνταν εκείνη την περίοδο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άλλες χώρες και θεωρούν τις μέρες των εξετάσεων ως μέρες διδασκαλίας αλλά και έχουν πολύ λιγότερες μέρες εξετάσεων από το δικό μας σχολείο.

Παγκόσμια Τράπεζα: «Μαθήματα που πήραμε» από την εφαρμογή την πολιτικών της στην εκπαίδευση

Παγκόσμια Τράπεζα: «Μαθήματα που πήραμε» από την εφαρμογή την πολιτικών της στην εκπαίδευση

Της Αιμιλίας Τσαγκαράτου*

Το καλοκαίρι που μας πέρασε οι εκπαιδευτικοί του Περού απεργούσαν επί βδομάδες διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς τους, αύξηση του προϋπολογισμού για την Παιδεία, βελτίωση του ασφαλιστικού τους συστήματος, των υποδομών και των συνθηκών εκπαίδευσης των μαθητών και κατάργηση του νόμου ο οποίος συνδέει ουσιαστικά την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με τη συνδικαλιστική και κοινωνική τους δράση. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις τους ήταν τόσο μαχητικές, που η κυβέρνηση κήρυξε δώδεκα επαρχίες της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με τις διαδηλώσεις να αντιμετωπίζονται με βία και καταστολή και τους εκπαιδευτικούς να απειλούνται με απόλυση, εάν δεν έμπαιναν στις τάξεις τους.

«Οι μεταρρυθμιστικές στρατηγικές που βασίζονται στην αντιπαράθεση με τα συνδικάτα μπορεί να επιτυγχάνουν στη νομοθετική υιοθέτηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων, όχι όμως απαραίτητα και την εφαρμογή τους. Σε τρεις πρόσφατες περιπτώσεις (Μεξικό, Περού, Ισημερινός) η πολιτική της αντιπαράθεσης έχει επιφέρει τη νομοθετική /συνταγματική κατοχύρωση εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που παγκόσμια στοιχεία δείχνουν ότι είναι απαραίτητες για την ποιοτική εκπαίδευση: τεστ για τους μαθητές, αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, προσλήψεις και προαγωγές των εκπαιδευτικών συνδεδεμένες με τις δεξιότητες και την απόδοση αντί για τα χρόνια υπηρεσίας και απόλυση των εκπαιδευτικών που έχουν κακή απόδοση».

Το παραπάνω απόσπασμα από την πρόσφατη έκθεση με τίτλο «Σπουδαίοι Εκπαιδευτικοί: Πώς θα ανέβει η απόδοση των μαθητών στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική», με ιδιαίτερη αναφορά στο Περού, δίνει με κυνικό τρόπο το στίγμα του τρόπου με τον οποίο πρέπει πάση θυσία να εφαρμοστούν οι εκπαιδευτικές πολιτικές που υπαγορεύονται από το super think tank της εκπαιδευτικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες, που δεν είναι άλλη από την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ανοικτή επιστολή στο Νίκο Τεμπονέρα 2020

Ανοικτή επιστολή στο Νίκο Τεμπονέρα 2020

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Συνάδελφε Νίκο Τεμπονέρα, αγαπητέ μας Νίκο

Νάμαστε πάλι απόψε εδώ στο χώρο που σημάδεψες πριν τρεις περίπου δεκαετίες, στις 9 Γενάρη 1991, ενώνοντας σχολείο και εκπαιδευτικό κίνημα, καθηγητές και μαθητές σε άλλου είδους μάθημα: Αυτό της κοινωνικής γνώσης στο πεδίο των συλλογικών αγώνων. Δεν ήθελες να γίνεις «λαϊκός ήρωας», αλλά να συνεχίσεις να είσαι εκπαιδευτικός μαζί με το σωματείο σου, την Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας, κι ας μην ήσουν εκλεγμένος στο ΔΣ της. Έτρεξες μαζί με τα περισσότερα μέλη του κι έφτασες άοπλος από το Παράρτημα, την τότε έδρα του σωματείου, μέχρις εδώ να στηρίξεις τους αγωνιζόμενους μαθητές απέναντι σε οργανωμένους τραμπούκους που επιτίθονταν με λοστάρια και όχι μόνο.

Έπεσες νεκρός κτυπημένος με λοστό στο κεφάλι από το στέλεχος της τότε ΟΝΝΕΔ Γ. Καλαμπόκα, μετά από εισβολή ομάδας ροπαλοφόρων τραμπούκων μέσα σ’ αυτό το σχολικό συγκρότημα -τότε 3ου & 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας-, που τελούσε υπό μαθητική κατάληψη, όπως εκατοντάδες σχολεία στην επικράτεια. Ναι καταλήψεις πολύ μεγάλης κλίμακας και χρόνου, κι όχι «δυσλειτουργίες» όπως προσπαθούν να τις ονομάσουν οι εκσυγχρονιστές των τελευταίων ετών με τις αλλαγές όρων. 

Το όνομά σου Νίκο μας έγινε σύμβολο του λαϊκού κινήματος και ιδιαίτερα των καθηγητών, των μαθητών, των φοιτητών, της σπουδάζουσας νεολαίας. Γιατί εσύ, όχι μόνο στάθηκες στη πρώτη γραμμή του αγώνα συνεπής με τη πολιτική-συνδικαλιστική σου αντίληψη, σταθερός στο συλλογικό σου αξιακό σύστημα, αλλά και άοπλος αιματοβαμμένος μάρτυρας της παιδείας και του ευρύτερου εκπαιδευτικού κινήματος.

Νίκο μας,

Ο 21ος αι., όπως και τα τελευταία χρόνια του 20ου, διαπνέεται από μία παγκόσμια προσπάθεια να καθιερωθεί ένας «νέος τύπος ανθρώπου». Για όσους βλέπουν χωρίς μυωπικά γιαλιά, ο «νέος τύπος ανθρώπου» που προβάλλεται από της δυνάμεις της αγοράς, τους «δυνατούς» της εποχής μας, είναι ο «εξατομικευμένος άνθρωπος». 

Επιχείρηση «αξιολόγησης σχολείων και εκπαιδευτικών» και άλλα δαιμόνια

Επιχείρηση «αξιολόγησης σχολείων και εκπαιδευτικών» και άλλα δαιμόνια

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*

Φαίνεται ότι η κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας δεν μπορούν να προωθήσουν άμεσα, όπως σχεδίαζαν, με το νέο έτος την ψήφιση και εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση αντιλαμβανόμενοι συν τοις άλλοις και τις διαθέσεις αντιστάσεις των εκπαιδευτικών. Αναδιπλώνονται, σχεδιάζουν και  εξαπολύουν προπαγανδιστικές βολές για να προετοιμάσουν το έδαφος για την αρχή της επόμενη σχολικής χρονιάς, για να συνεχίσουν στον δρόμο των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ για την «εμπέδωση της κουλτούρας αξιολόγησης» σύμφωνα με τις κατευθύνσεις και τις συμβουλές των ΟΟΣΑ και ΔΝΤ.

 Αξιολόγηση:  οξυγόνο ή δηλητήριο για την εκπαίδευση;