Αρχείο κατηγορίας Θύραθεν και τοξικά

Κείμενα μερικής ιστορικής κατανόησης και άγνοιας της χριστιανικής οικονομίας

H υποκρισία είναι ελληνική

H υποκρισία είναι ελληνική

Για τις κινητοποιήσεις των μαθητών εντός και εκτός Λήμνου

Του Αθανάσιου Φατή*

Με το κείμενο που ακολουθεί θα ήθελα να εκφράσω κάποιες σκέψεις, προβληματισμούς αλλά και συμπεράσματα σχετικά με τις κινητοποιήσεις των μαθητών της περασμένης εβδομάδας τόσο εντός, όσο και εκτός νησιού.

Ένα πρώτο συμπέρασμα, θετικό κατά τη γνώμη μου, είναι πως τελικά οι πολίτες του νησιού μας δεν έχουν πρόβλημα με τις καταλήψεις, αλλά με το περιεχόμενο και τα αιτήματά τους. Είδαμε ανθρώπους που τα προηγούμενα χρόνια καταδίκαζαν τις καταλήψεις ως παράνομες, να εκθειάζουν τώρα τους μαθητές για την αγωνιστικότητά τους. Αυτή τη φορά ούτε αγανακτισμένοι γονείς φάνηκαν στις εξώπορτες των σχολείων να παραπονιούνται για τις χαμένες διδακτικές ώρες, ούτε απειλές για εισαγγελείς και αστυνόμους υπήρξαν, ούτε κλήθηκε η πυροσβεστική να σπάσει αλυσίδες, όπως συνέβη πριν τρία χρόνια σε σχολείο του νησιού. Οι μάσκες της νομιμοφροσύνης έπεσαν, έστω και αργά, και  αν φορεθούνε πάλι  θα είναι μόνο ως αποκριάτικο αξεσουάρ. Από τα προηγούμενα βέβαια εξαιρούνται όσοι δήλωναν και δηλώνουν αντίθετοι με τις καταλήψεις ανεξαρτήτως αιτημάτων.

Συνέχεια

Ἡ αὐτονόμηση της «ἐπιστήμης»

ατονόμηση της «πιστήμης»

Του (+) Κορνήλιου Καστοριάδη*

Αγνοώντας πρὸς τὸ παρὸν ὅτι ὁ Θεὸς πέθανε καὶ οὔτε κἂν ὑπῆρξε, ἡ ‘ἐπιστήμη’ κατόρθωσε νὰ ἀποδείξει ὅτι “ Ατοκρατορία το Παραδείσου… βρίσκεται σ πόσταση 1.799.955.500 μιλίων π μς”, ἐνῶ “ Κόλαση βρίσκεται σ πόσταση 3.758 ¼ μιλίων π μς” καὶ “ἔχει εὖρος 2.505 ½ μιλίων”![85] Ὁ ἴδιος ὁ Νεύτων, ἀπὸ τοὺς κύριους θεμελιωτὲς τῆς νεώτερης ‘ἐπιστημονικῆς’ μεθόδου, “δν γραψε μόνο τ Principia λλ κα μι πραγματεία περ τς τοπογραφίας τς Κολάσεως”.[86]

Συνέχεια

H πρέζα Captagon (από το Capitain και το Pentagon)

H πρέζα Captagon (από το Capitain και το Pentagon)

Του Περικλή Κοροβέση

Τον Οκτώβριο του 2015, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Αμπντέλ Μοσέν συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Βηρυτού να μεταφέρει ναρκωτικά, η αξία των οποίων ξεπερνούσε τα 200 εκατ. ευρώ.

Τι το σημαντικό υπάρχει σε αυτήν την είδηση για να την ξαναθυμίσουμε τη στιγμή που ο τζίρος των ναρκωτικών μετριέται σε δισ. και τρισ. ευρώ και είναι από τις πρώτες οικονομικές επενδύσεις στον κόσμο (μαζί με το πετρέλαιο, τα όπλα και το τράφικινγκ);

Η είδηση είναι πως από δω έγινε παγκοσμίως γνωστό ένα νέο ναρκωτικό με το όνομα Captagon.

Συνέχεια

Τα μυστικά των Ημερολογίων-Κριτικά αποσπάσματα από τΜτΒ

Τα μυστικά των Ημερολογίων

(Κριτικά αποσπάσματα και υπογραμμίσεις από τΜτΒ)

Του Γιώργου Τσαγκρίνου*

Η αρχιχρονιά, ή Πρωτοχρονιά, όπως έχουμε περισσότερο συνηθίσει να την λέμε, είναι μια από τις πιο αγαπημένες γιορτές των Ελλήνων, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της ανθρωπότητας. Έχει καθιερωθεί στους περισσότερους λαούς του κόσμου να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου και είναι γεγονός πλέον η ύπαρξη δορυφορικών εκπομπών από όλες τις χώρες προς όλες τις χώρες της γης, για μια όσο το δυνατόν πιο «συντονισμένη» αλλαγή του χρόνου, παρ’ όλη τη διαφορά της ώρας. Από την Αυστραλία και την Ιαπωνία μέχρι τη Βρετανία και την Ισλανδία, έως τις χώρες της Μεσογείου, οι άνθρωποι γιορτάζουν με χαρά και πανηγυρισμούς την Πρωτοχρονιά, ίσως γιατί κάθε νέος χρόνος φέρνει μαζί του την ελπίδα για καλύτερες μέρες.

Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν ημέρα της πρώτης του χρόνου από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Στο Βυζάντιο η 1η Ιανουαρίου υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε σαν ημέρα πρωτοχρονιάς το 1000 μ.Χ. 

Συνέχεια

Ιερό και όσιο

Ιερό και όσιο

Της Στεφανίας Λυγερού

Χθες άκουγα συζήτηση για το θέμα της γαλλίας όπου βγήκε ένας εξαιρετικός κύριος και είπε τα εξής απλά: είναι λάθος να γελοιοποιείται οτιδήποτε θεωρείται ιερό για μία μερίδα ανθρώπων. Δηλαδή θεωρείτε σωστή την τρομοκρατική επίθεση (πέσαν να τον φάνε). Όχι, είπε (καμιά δεκαριά φορές), δεν θεωρώ σωστή την επίθεση, αλλά λύση δεν ψάχνετε να βρείτε; Ε, η λύση δεν είναι να στοχοποιηθούν και να περιθωριοποιηθούν οι ισλαμιστές, αλλά να είμαστε (οι του δυτικού κόσμου, οι «πολιτισμένοι») πιο προσεκτικοί και να μην προκαλούμε.

Συνέχεια

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

Η ύπαρξη διαβόλου ως πνευματικού όντος είναι βασικό δόγμα της χριστιανικής πίστης. Στην Καινή Διαθήκη γίνεται κατ’ επανάληψη λόγος για δαιμονισμένους, τους οποίους θεράπευσε ο Χριστός. Στη μεταχριστιανική Δύση σημαντικό ποσοστό των πολιτών, που πιστεύουν στην ύπαρξη Θεού, δεν αποδέχεται την ύπαρξη διαβόλου. Η σύγχρονη τάση είναι να θεωρούνται οι δαιμονισμένοι των Ευαγγελίων ως ψυχικά ασθενείς. Το εντυπωσιακό είναι ότι πολύς ο λόγος σήμερα για ψυχικά ασθενείς ακόμη και από ανθρώπους, που αρνούνται την ύπαρξη πνευματικού κόσμου συνεπώς και ψυχής. Αυτά φανερώνουν την τρομακτική σύγχυση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο.

Συνέχεια

ΔΙΑΚΩΜΩΔΗΣΗ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΔΙΑΚΩΜΩΔΗΣΗ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

Βουλευτής της ελληνικής Βουλής και συγκεκριμένα του χώρου της μείζονος αντιπολίτευσης είχε την «φαεινή» έμπνευση να διακωμωδήσει το κεντρικό μυστήριό της Εκκλησίας, τη θεία Ευχαριστία! Αν ήταν η πρώτη φορά που εκπρόσωπος του πολιτικού αυτού χώρου έβαλλε κατά της Εκκλησίας, αν υπήρχε έστω και χλιαρή αντίδραση των κεντρικών οργάνων του κόμματος κατά της ενεργείας αυτής ή, έστω, αν δηλωνόταν αποστασιοποίηση κάποιων στελεχών αυτού, θα θεωρούσα ότι ήταν μία ατυχής για τον βουλευτή στιγμή.

Συνέχεια

Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ:

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά, ενώ ένοχος για τα δεινά της δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια ή/και η ανικανότητα των πολιτικών της – αφού η χώρα μας υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους «Δούρειους Ίππους» στο εσωτερικό της

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


"Τον τελευταίο αιώνα το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών χωρών του πλανήτη βυθίστηκε τέσσερις συνολικά φορές σε σοβαρότατες οικονομικές υφέσεις μεγάλης διάρκειας, οι οποίες διακρίνονταν από μία αυξανόμενη, δύσκολα διαχειρίσιμη ανεργία: οι Η.Π.Α. τη δεκαετία του 1930, η δυτική ανεπτυγμένη Ευρώπη το ίδιο χρονικό διάστημα, η δυτική Ευρώπη ξανά τη δεκαετία του 1980 και, τέλος, η Ιαπωνία μετά το 1990. Δύο από τις οικονομικές καταρρεύσεις, αυτή της Ευρώπης το 1980 και της Ιαπωνίας το 1990, σκέπασαν εκ των προτέρων, με τη μακρόχρονη και οδυνηρή σκιά τους, τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας – εμποδίζοντας την ομαλή διαδικασία εξυγίανσης.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις διαπιστώνεται πως όταν η Ευρώπη ή η Ιαπωνία επιστρέφουν σε πορεία ανάπτυξης, ανάλογη της επικρατούσας πριν από την εκάστοτε ύφεση, το επιτυγχάνουν μετά από αρκετές δεκαετίες – εάν φυσικά τα καταφέρουν. Η βασική αιτία αυτής της «συμπεριφοράς» είναι οι «παρεμβάσεις» στην ελεύθερη αγορά, με τις οποίες εμποδίζεται η «δημιουργική καταστροφή» – η ολοκληρωτική κατάρρευση δηλαδή του παλαιού, έτσι ώστε να λειτουργήσει το νέο σε καινούργιες βάσεις.      

Όσον αφορά την Ιαπωνία το 1990, δεν κατάφερε ακόμη να επιστρέψει στην ομαλότητα, αφού δεν ξέφυγε από τη βαθιά ύφεση. Στην περίπτωση δε της Ευρώπης, στο τέλος της δεκαετίας του 1930, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα επακολουθούσε, εάν η οικονομική κρίση δεν είχε τοποθετηθεί στο περιθώριο, από την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία και τη μετατροπή της ηπείρου σε ένα αιματηρό πεδίο μάχης".             

Ανάλυση

Η Ευρώπη ευρίσκεται αντιμέτωπη, αφενός με το μονοπωλιακό καπιταλισμό των Η.Π.Α., ο οποίος έχει στη διάθεση του πανίσχυρα «επιθετικά όπλα» (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, εταιρείες αξιολόγησης, ΜΜΕ, Wall Street, hedge funds κλπ.), αφετέρου με τον απολυταρχικό καπιταλισμό, ο οποίος επικρατεί σε πολλές από τις παραγωγικά ισχυρές, «ασύμμετρα» αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη (Κίνα κλπ.).

«Ελλοχεύει» δε ένας επί πλέον κίνδυνος στο εσωτερικό της, προερχόμενος από τις επεκτατικές βλέψεις της Γερμανίας, η οποία συμπεριφέρεται ηγεμονικά – ενώ κερδίζει «βασιλικά» από την Ελληνική κρίση, τόσο από την υποτίμηση του ευρώ, όσο και από τόκους (δανείζεται με το χαμηλότερο επιτόκιο της ιστορίας της, αποκομίζοντας παράλληλα τεράστιους τόκους από τα δάνεια της προς την Ελλάδα, ενώ απολαμβάνει «τη μερίδα του λέοντος» από τους επενδυτές).

Το νεωτεριστικό ευρωπαϊκό «κοινωνικό οικοδόμημα» τώρα, η Ευρωζώνη δηλαδή, ένα σύνολο από πλούσιες, δημοκρατικές, πολιτισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους χώρες, απειλείται από πάρα πολλές πλευρές – αποτελώντας μεταφορικά το «χρυσόμαλλο δέρας». Η σημερινή κρίση χρέους δε απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.

Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία, Φιλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ.).

Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους, τα οποία αυξάνονταν. 

Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ δεν υπήρξε τα δέκα τελευταία χρόνια μηχανισμός προειδοποίησης, τα δημόσια χρέη έφτασαν σε ανεξέλεγκτα υψηλά επίπεδα (εκτός Ευρωζώνης θα ήταν αδύνατη η επιβίωση με δημόσιο χρέος υψηλότερο του 80% του ΑΕΠ), με αποτέλεσμα κάποια κράτη να υποχρεώνονται σε καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.

Σε κάθε περίπτωση η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, η μη συμμετρική δηλαδή κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών στον πλανήτη (Πίνακας Ι), σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή ασυμμετρία (μη ισορροπημένη κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων εντός της Ευρωζώνης), συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Κυριότερες πλεονασματικές – ελλειμματικές χώρες σε δις $ το 2010

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

 

 

 

 

 

 

1

Κίνα

272,5

1

Η.Π.Α.

-561,1

2

Ιαπωνία

166,5

2

Ισπανία

-66,7

3

Γερμανία

162,3

3

Ιταλία

-62,0

4

Ρωσία

68,8

4

*Τουρκία

-56,4

5

Νορβηγία

60,2

5

Γαλλία

-53,3

* Το έλλειμμα στο ισοζύγιο της χώρας, αποτέλεσμα της λεηλασίας της εκ μέρους του ΔΝΤ, υπολογίζεται στα 79,2 δις $ – ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σημάδι, σε συνδυασμό με τη φούσκα ακινήτων. 

Πηγή: The World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

 Όπως φαίνεται λοιπόν από τον Πίνακα Ι, οι πλεονασματικές οικονομίες (αριστερά), οι οποίες αναπτύσσονται ουσιαστικά εις βάρος των ελλειμματικών (δεξιά), είναι αυτές οι οποίες απειλούν σήμερα τον πλανήτη – όπως επίσης η Γερμανία την Ευρωζώνη.         

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, θεωρούμε πως είναι αδύνατον να ξεφύγει από την κρίση, εάν δεν ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – εάν δεν ενωθεί δηλαδή δημοσιονομικά, οικονομικά και πολιτικά, κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α. Χωρίς να επεκταθούμε στις δυνατότητες ή μη ενός τέτοιου ενδεχομένου, αφού δεν είναι σε καμία περίπτωση «μονοσήμαντες» (οφείλουν να εξετασθούν όχι μόνο οικονομικά, αλλά εθνολογικά κλπ.), θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση δύο διαφορετικών στρατηγικών, με τις οποίες οι Η.Π.Α. αντιμετώπισαν το πρόβλημα της υπερχρέωσης των Πολιτειών τους, στο δρόμο για την πλήρη ενοποίηση τους.

(α) Ο A.Hamilton, το 1789 (υπουργός οικονομικών του πρώτου προέδρου των Η.Π.Α. G.Washington, στον οποίο πιστώνεται επίσης η οικοδόμηση του τραπεζικού συστήματος):

Πριν από περίπου 220 χρόνια, το 1789, υπήρξε η πρώτη και η τελευταία διάσωση δεκατριών Πολιτειών των Η.Π.Α., από την τότε ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η Washington ανέλαβε τα δημόσια χρέη των παραπάνω Πολιτειών, τα οποία είχαν δημιουργηθεί για να καλύψουν το κόστος του πολέμου ανεξαρτησίας εναντίον της Μ. Βρετανίας.

Έναντι αυτών, η ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση απαίτησε και έλαβε, με το καινούργιο Σύνταγμα, το αποκλειστικό δικαίωμα στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών – οι οποίοι, εκείνη την εποχή, αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές δημοσίων εσόδων. Τα μισά περίπου από τα έσοδα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των χρεών των δεκατριών Πολιτειών – με αποτέλεσμα να εξυγιανθούν και να διασωθούν.

Ο Hamilton λειτούργησε με αυτόν τον δραστικό τρόπο, επειδή δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στην εικόνα (image) των Η.Π.Α. και στην εμπιστοσύνη του υπόλοιπου πλανήτη απέναντι στο νέο κράτος. Στα πλαίσια αυτά, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο να ζημιώσει τους ιδιώτες δανειστές. Κατά την άποψη του, όταν πληρώνονται τα χρέη, τότε απολαμβάνει ο οφειλέτης μελλοντικά καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης από τους δανειστές του.

Το γεγονός αυτό αυξάνει τη δημοσιονομική ευελιξία μίας χώρας, λειτουργεί θετικά στην είσπραξη των φόρων (όταν δεν πληρώνει το κράτος, δεν πληρώνεται και από τους Πολίτες του), ενώ πολλαπλασιάζει τις πηγές εσόδων της – με αποτέλεσμα να μπορεί να καλύπτει μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, επενδύοντας προς όφελος των πολιτών της. 

(β)  Η δεκαετία του 1830: Μεταξύ των ετών 1820 και 1830 υπερχρεώθηκαν αρκετές Πολιτείες των Η.Π.Α. – αυτή τη φορά για τη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων υποδομής, τα οποία είχαν θεωρηθεί απαραίτητα. Οι δανειστές τους τώρα, ενθυμούμενες τις ενέργειες του Hamilton, ζήτησαν να εξοφληθούν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση – όπου όμως το Κογκρέσο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη των Πολιτειών.

Εκτός αυτού, με απώτερο στόχο να διασφαλιστούν οι Πολιτείες μελλοντικά από την υπερχρέωση, ψηφίσθηκε ένας νόμος στις Η.Π.Α., ο οποίος υποχρέωνε τις Πολιτείες να απαγορεύσουν συνταγματικά τη δημιουργία ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς τους (κάτι ανάλογο με το σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας που προωθείται σήμερα στην Ευρώπη). Η κυβέρνηση είχε λοιπόν τότε «διαφυλάξει το κύρος της» της, αναγκάζοντας τις Πολιτείες να καταλάβουν ότι, δεν θα συνέχιζε να διευκολύνει ή να στηρίζει τον τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους.

Με κριτήριο τις παραπάνω εμπειρίες των Η.Π.Α. συμπεραίνουμε ότι, η πορεία προς την ενοποίηση μίας ηπείρου, προς τη δημιουργία δηλαδή ενός ομοσπονδιακού κράτους, αποτελούμενου από ανεξάρτητες Πολιτείες, χαρακτηρίζεται από δύο διαδοχικά βήματα: Κατ' αρχήν εξασφαλίζεται η διάσωση των επί μέρους κρατών από ένα κοινό ταμείο, έτσι ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα και εθνικές διαμάχες – ενώ στη συνέχεια τα κράτη υποχρεώνονται να διαχειριστούν μόνα τους τα οικονομικά τους, χωρίς να υπολογίζουν σε μία δεύτερη διάσωση τους από το κοινό ταμείο.

Στην περίπτωση της Ευρωζώνης όμως και της Ελλάδας, η οποία «απαίτησε» πρώτη τη διάσωση της από το κοινό ταμείο, τα πράγματα λειτούργησαν διαφορετικά – γεγονός που μας κάνει να αμφιβάλλουμε, σε σχέση με τις προοπτικές μίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Σε ένα πρώτο στάδιο και με πολλές δυσκολίες, αποφασίσθηκε η δανειοδότηση της χώρας μας από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ – το οποίο δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να συμμετέχει. Έναντι της δανειοδότησης αυτής δεν απαίτησε τότε η Κομισιόν από την Ελλάδα την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, μέσω της εκχώρησης κάποιων φόρων, αλλά ζητήθηκε απλά η αναδιάρθρωση της οικονομίας της, κατά τα πρότυπα της διαχείρισης των κρίσεων των αναπτυσσομένων οικονομιών από το ΔΝΤ – ένα κρίσιμο σφάλμα.

Επίσης, δεν δόθηκε η δυνατότητα στην Ελλάδα να εξοφλήσει το δάνειο με εφικτές ετήσιες δόσεις (χρεολύσια) και με χαμηλό επιτόκιο – οπότε δεν εξασφαλίσθηκε η εμπιστοσύνη στη διαχείριση ή/και στη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους ούτε από τις αγορές, ούτε από τους Ευρωπαίους εταίρους, ούτε από τους ίδιους τους Έλληνες. 

Στη συνέχεια, όταν το πρώτο πρόγραμμα δεν λειτούργησε, η Ελλάδα δεν υποχρεώθηκε να αναλάβει μόνη της τις ευθύνες της, όπως συνέβη σε δεύτερο στάδιο στις Η.Π.Α., αλλά να υποθηκεύσει τη δημόσια περιουσία της και να «δημεύσει» την ιδιωτική, έναντι ενός δεύτερου δανείου – να μετατραπεί δηλαδή σε προτεκτοράτο της Ευρωζώνης, με την εγκατάσταση μίας σκιώδους διακυβέρνησης (Τρόικα) και όχι σε μία ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Πολιτεία.

Το αποτέλεσμα ήταν (είναι) φυσικά να δημιουργηθούν μεγάλες εχθρότητες και αντιπαλότητες, μεταξύ των κύριων συντελεστών της όλης διαδικασίας: της Γερμανίας από τη μία πλευρά, η οποία θεωρεί ότι αναλαμβάνει το κύριο μέρος της ελληνικής χρηματοδότησης και της Ελλάδας από την άλλη πλευρά, η οποία έχει την άποψη ότι οδηγήθηκε σκόπιμα στη χρεοκοπία, με στόχο, μεταξύ άλλων, να αποτελέσει το «παράδειγμα προς αποφυγή» για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να «ηγεμονεύσει» της ένωσης η Γερμανία.

Παράλληλα, η Ευρωζώνη ανάγκασε τους ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας να αποδεχθούν τη διαγραφή μέρους των οφειλών της, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ρίσκο των επενδύσεων σε ομόλογα δημοσίου – γεγονός που έχει οδηγήσει πολλές άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ σε μεγάλα προβλήματα, τα οποία πολύ δύσκολα θα επιλυθούν (εάν απαιτήσουν να παραμείνουν ελεύθερες, μη αποδεχόμενες την ηγεμονία της Γερμανίας).

Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αυτή τη στιγμή η Γερμανία απολαμβάνει ιδανικές συνθήκες δανεισμού της οικονομίας της, προσελκύοντας τη μερίδα του λέοντος των επενδυτών τόσο στα ομόλογα, όσο και στις επιχειρήσεις της, ο κίνδυνος να χάσει πάρα πολλά χρήματα (απαιτήσεις 500 δις € της Bundesbank από την ΕΚΤ, συμμετοχή σε ένα διαρκώς αυξανόμενο κοινό ταμείο διάσωσης όπως το EFSF, πιστώσεις των γερμανικών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό νότο κλπ.), καθώς επίσης να διαλυθεί η Ευρωζώνη, γίνεται καθημερινά όλο και πιο μεγάλος. 

Η ΕΛΛΑΔΑ

Η χώρα μας είναι μία από τις λίγες εναπομείναντες μικτές οικονομίες παγκοσμίως – όπου μικτή θεωρείται μία οικονομία, στην οποία το δημόσιο διαθέτει σημαντικές δικές του επιχειρήσεις, ιδίως τις κοινωφελείς (ύδρευσης, ηλεκτρισμού κλπ.), τις μονοπωλιακές κερδοφόρες (τυχερά παιχνίδια κοκ.) και τις στρατηγικές (λιμάνια κα.), παράλληλα με τους ιδιώτες, οι οποίοι κατέχουν όλες τις υπόλοιπες.

Αφενός μεν λοιπόν αποτελεί στόχο των μεγάλων πολυεθνικών, στα πλαίσια των επεκτατικών τους εξαγορών (ιδιωτικοποιήσεων), αφετέρου των Η.Π.Α. – οι οποίες τη χρησιμοποίησαν για την απόβαση τους στην Ευρωζώνη, με τη βοήθεια του ΔΝΤ. Επίσης της Γερμανίας, η οποία ανέκαθεν αναζητούσε το ιδανικό υποψήφιο θύμα, για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να υποκύψουν στις επεκτατικές της βλέψεις φοβούμενες ότι, σε περίπτωση άρνησης τους να υποταχθούν, θα υπέφεραν τα δεινά της Ελλάδας. 

Περαιτέρω, το πρόβλημα της Ελλάδας (της Ιταλίας επίσης) είναι το υψηλό δημόσιο χρέος της, σε αντίθεση με όλες τις άλλες «δυτικές» χώρες, στις οποίες υποφέρει ο ιδιωτικός τομέας. Το χρέος αυτό οφείλεται στη κακοδιαχείριση εκ μέρους των τελευταίων κυβερνήσεων της, στα μεγάλα έργα υποδομής, ιδιαίτερα σε αυτά που έγιναν για τους Ολυμπιακούς αγώνες, στα εξοπλιστικά της προγράμματα, στη λαθρομετανάστευση, στις αυξημένες δαπάνες και στα μειωμένα έσοδα του δημοσίου – σαν αποτέλεσμα κυρίως της δραστηριοποίησης των εμπορικών πολυεθνικών, οι οποίες καταστρέφουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μειώνουν τη φορολογική βάση των χωρών που τοποθετούνται, με τη βοήθεια της φοροαποφυγής.

Το δημόσιο χρέος βέβαια είναι πιο εύκολο στην επίλυση του από το ιδιωτικό – αφού απαιτείται απλά και μόνο αύξηση των εσόδων και μείωση των δαπανών. Δυστυχώς όμως, η τελευταία ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα – με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί σε μία εγκληματική υφεσιακή πολιτική η οποία, αντί να μειώσει το δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ, το αύξησε από 115% το 2008 στα περίπου 160% τέλη του έτους, μετά την περιβόητη διαγραφή (με την οποία πυροβολήσαμε τα πόδια μας). 

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ τόσο το δημόσιο χρέος, όσο ο ανέκαθεν ασθενής ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της – ειδικά οι εξαιρετικά χαμηλές εξαγωγές της (Πίνακας ΙΙ), οι οποίες έπαψαν ουσιαστικά να αυξάνονται, όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός. 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μεγέθη 2011 (εκτιμήσεις) σε δολάρια

Μεγέθη

Ελλάδα

Ολλανδία

Αυστρία

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

4.972.000

7.785.000

3.663.000

ΑΕΠ (ονομαστικό) σε δις $

312,00

858,30

351,40

Κατά κεφαλή εισόδημα

27.600

42.300

41.700

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ*

165,40%

64,40%

72,10%

Εξαγωγές σε δις $

26,64

575,90

180,70

Εισαγωγές σε δις $

65,79

514,10

183,10

Εμπορικό Ισοζύγιο

-39,15

81,80

-2,40

Εξωτερικό χρέος

583,3

2.655,0

883,50

Πηγή: World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, στον οποίο συγκρίνεται η Ελλάδα με χώρες σχετικού μεγέθους, εάν το ΑΕΠ της ήταν αντίστοιχο της Ολλανδίας, με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων, τότε το ύψος του θα διαμορφωνόταν στο 550 δις $ – οπότε το δημόσιο χρέος των 480 δις $ (πριν τη διαγραφή), θα αποτελούσε το 87% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές της δε, πάντα σε σχέση με την Ολλανδία, θα έπρεπε να ήταν στα 367 δις $ – από το αμελητέο σημερινό μέγεθος των 26,64 δις $.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, διαπιστώνουμε από τον ίδιο Πίνακα ΙΙ, το πολύ χαμηλό συγκριτικά εξωτερικό χρέος της Ελλάδας – σχεδόν πέντε φορές χαμηλότερο από αυτό της Ολλανδίας και μιάμιση φορά από αυτό της μικρότερης σε πληθυσμό Αυστρίας (στο 187% του ΑΕΠ, όταν της Ολλανδίας είναι στο 310% και της Αυστρίας στο 252%).        

Εάν λοιπόν η Ελλάδα καταφέρει να αλλάξει την πολιτική που της επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και τη Γερμανία, επιλέγοντας μία ικανή πολιτική ηγεσία, το μικρό ιδιωτικό χρέος της, σε συνδυασμό με τη μεγάλη δημόσια περιουσία της (επιχειρήσεις, ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), καθώς επίσης με τον ανεκμετάλλευτο υπόγειο πλούτο και τις πολεμικές επανορθώσεις που της οφείλει η Γερμανία (υπολογίζονται μεταξύ 165 δις € από την κεντρική της τράπεζα και 560 δις € από Γάλλους οικονομολόγους), θα μπορούσε να την οδηγήσει με σχετική ευκολία στην έξοδο από την κρίση.

Ολοκληρώνοντας, το πλεονέκτημα των χωρών με χαμηλό συνολικό χρέος, όπως η Ελλάδα, είναι η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να χρεωθεί – μεταξύ άλλων για να δανείσει (τράπεζες), για να επενδύσει (επιχειρήσεις) και για να καταναλώσει (νοικοκυριά). Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι η δημιουργία ενός σωστού φορολογικού-επενδυτικού περιβάλλοντος, η εγκατάσταση ενός Κράτους Δικαίου, καθώς επίσης η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των Πολιτών στην Πολιτεία – μέσα από την εύρεση και την παραδειγματική τιμωρία όλων αυτών, οι οποίοι οδήγησαν την πατρίδα μας στα νύχια του ΔΝΤ και στη χρεοκοπία.   

Στα πλαίσια αυτά, εάν για παράδειγμα χρεωνόταν (δανειζόταν) ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας (167% του ΑΕΠ χρέος), κατά 100%, φτάνοντας στο ύψος του ιταλικού ιδιωτικού χρέους (257%), τότε θα μειωνόταν μακροπρόθεσμα, με τις κατάλληλες κινήσεις (επενδύοντας στις επιχειρήσεις και τα ακίνητα του δημοσίου, για παράδειγμα), το δημόσιο χρέος στα 67% – με το συνολικό να παραμένει ως έχει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά – ενώ «ένοχος» για την κατάσταση της δεν είναι μόνο η πολιτική ανικανότητα, η ανεπάρκεια και η διαφθορά των δημοσίων «λειτουργών» της. Μεταξύ άλλων, η Ελλάδα υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους Δούρειους Ίππους στο εσωτερικό της – σε σημείο που πολύ συχνά να μην μπορούμε να κατηγορήσουμε τρίτους για τα δεινά της, αλλά ορισμένους από τους ίδιους τους Πολίτες της.

Σε σχέση με τα παραπάνω, η «πρωτοβουλία» ενός Έλληνα να εκδώσει σήμερα ένα πολύ παλαιό βιβλίο του στα γερμανικά (γράφτηκε πριν από περίπου 37 χρόνια), με τον τίτλο «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», παρέχοντας ταυτόχρονα συνεντεύξεις σε έντυπα της ηγετικής δύναμης της Ευρωζώνης, μάλλον εξευτελιστικές για την Ελλάδα, είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρισθεί – εάν δεν θέλει κανείς να τον κατηγορήσει άδικα για ανοησία και για πνευματική ανεπάρκεια (πόσο μάλλον για προσπάθεια απόκτησης δόξας ή/και χρημάτων, εις βάρος της πατρίδας του – ειδικά όταν ο ίδιος αναφέρει ότι, πάντοτε πληρωνόταν για τις «υπηρεσίες» του, ακόμη και αν τις παρείχε για ευχαρίστηση του).

«Το βιβλίο είναι οδυνηρό για έναν Έλληνα», αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, τον οποίο ευχόμαστε να (εκ)τιμήσουν οι Έλληνες, στον επίλογο της γερμανικής έκδοσης. «Ισχύει», θριαμβολογεί το γερμανικό έντυπο "Die Presse", αφού κατά τον συγγραφέα «Ο Έλληνας δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, ζει δύο φορές πάνω από τις δυνατότητες του (εδώ απορεί κανείς, γνωρίζοντας ότι το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων είναι το χαμηλότερο στη Δύση), υπόσχεται τα τριπλά από αυτά που μπορεί να κρατήσει, γνωρίζει τέσσερις φορές περισσότερα, από αυτά που έχει σπουδάσει, παριστάνει δηλαδή τον παντογνώστη κλπ. κλπ.».

Ο συμπατριώτης μας γράφει περαιτέρω ότι, οι Έλληνες πάσχουν από ένα εθνικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, το οποίο προέρχεται αφενός μεν από τους μύθους και το ένδοξο παρελθόν της χώρας τους, αφετέρου από τη σύγκρισή της με την Ευρώπη – μία σύγκριση η οποία, κατά τον ίδιο, είναι οδυνηρή για την Ελλάδα. «Ποτέ δεν θέλησαν οι νεοέλληνες να αναλάβουν τις ευθύνες τους», συνεχίζει απτόητος, «Πάντοτε κάποιος άλλος ήταν ο ένοχος: η CIA, το ΝΑΤΟ…» – σήμερα η Γερμανία και η Ευρωζώνη, συμπληρώνει το έντυπο.

Αν και δεν μπορούμε να μην συγχαρούμε τη χώρα-πατρίδα του Goebbels για την ευρηματικότητα της να εκδώσει αυτό το βιβλίο σήμερα και να πείσει αυτό το συγγραφέα να δώσει συνεντεύξεις για τους «συμπλεγματικούς» Έλληνες, καθώς επίσης για την ικανότητα της να εκβιάζει (υπενθυμίζουμε τους φακέλους Siemens με τους πολιτικούς «άνδρες» και με τα κόμματα που χρηματίσθηκαν, με αποτέλεσμα να είναι «εκβιαστέα», την πρόσφατη απόφαση Ελληνικού δικαστηρίου να αθωώσει το Focus με την προσβλητική φωτογραφία της Αφροδίτης, την τοποθέτηση της γερμανικής κυβέρνησης για τις πολεμικές επανορθώσεις, οι οποίες ποτέ δεν απαιτήθηκαν επίσημα από την Ελλάδα κλπ.), έχουμε την άποψη ότι, δεν θα είναι τελικά προς όφελος της – γεγονός που θα αποδειχθεί στο απώτερο μέλλον.

Ειδικότερα, μέχρι στιγμής οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην Ευρωζώνη έχουν ταχθεί υπέρ του Ευρώ, εξετάζοντας το «θέμα» από οικονομικής πλευράς. Εάν όμως αρχίσει να εξετάζεται από άλλες πλευρές, όπου αυτόματα θα συνδεθεί με τις ηγεμονικές βλέψεις, με τον εθνικισμό και με την απίστευτη αλαζονεία της (πρωσικής) Γερμανίας, η διάλυση της Ευρωζώνης, η (ελεγχόμενη ευχόμαστε) «συλλογική επιστροφή» στα εθνικά νομίσματα και η (ακόμη μία φορά) απομόνωση της χώρας του Goethe, δεν είναι απίθανο να συμβεί. 

Κλείνοντας, συντασσόμενοι με την άποψη ενός άλλου Έλληνα, ο οποίος δεν ανήκει στο χώρο της «υπερφίαλης διανόησης», θα θέλαμε να τονίσουμε με τη σειρά μας ότι, δεν μας εκπροσωπούν αυτοί οι πολιτικοί και αυτοί οι συμπλεγματικοί δήθεν διανοούμενοι – όπως συμβαίνει και με τους σημερινούς Γερμανούς που έχουν «αποκηρύξει» τους ναζί (την τότε πολιτική ηγεσία τους δηλαδή), οι οποίοι τους «ανάγκασαν» να στείλουν στα κρεματόρια εκατομμύρια αθώους, καθώς επίσης να αιματοκυλίσουν μία ολόκληρη ήπειρο (λαμβάνοντας ως «ανταμοιβή» από όλους εμάς τους Ευρωπαίους τη διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους, την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης με δόσεις, συνδεδεμένες με την ανάπτυξη των εξαγωγών τους!).

Επίσης ότι, κάποια στιγμή θα καταφέρουμε, όπως και οι Γερμανοί, να απελευθερωθούμε από τους δικούς μας ναζί, οι οποίοι μας εξευτελίζουν διεθνώς, λεηλατούν την πατρίδα μας, δεν μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια μας και μας κρατούν δέσμιους, για πάνω από τριάντα χρόνια – ελπίζοντας ότι μέχρι τότε δεν θα αιματοκυλήσουν την Ελλάδα, όπως οι τότε «πολιτικοί ηγέτες» των Γερμανών αιματοκύλησαν τον πλανήτη. Σύμφωνα δε με αυτά που έγραψε ένας άλλος Έλληνας, 

"Με ονειρικές υποθέσεις ή χωρίς, είναι εξωφρενικός παραλογισμός, είναι αυτοκτονία να αναθέτουμε στους αυτουργούς της καταστροφής να μας σώσουν από την καταστροφή. Η στοιχειώδης λογική αυτοάμυνας σήμερα επιβάλλει να παραμεριστεί το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας, να εξαφανιστεί από το δημόσιο βίο. Όλοι, χωρίς εξαίρεση.

Γιατί και οι θεωρούμενοι ως καλοί, ως αδιάφθοροι, συνεργάστηκαν. Ανέχθηκαν, δεν κατήγγειλαν……Στερούμαστε την οποιαδήποτε θεσμική δυνατότητα να αποκαταστήσουμε ένα δημοκρατικό, λειτουργικό, έντιμο κράτος. Δεν ζητάμε οίκτο, ούτε να μας υποκαταστήσουν άλλοι στις ευθύνες μας. Ζητάμε απλώς να πληροφορηθούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας ότι, το 91% του λαού μας απορρίπτει αυτούς που οι ηγέτες της ΕΕ συναντούν σαν «εκπροσώπους» μας".

Κάποια στιγμή λοιπόν οι Έλληνες θα πάψουν να φοβούνται, θα σταματήσουν να ελπίζουν στον «από μηχανής Θεό», θα αποκτήσουν τις θεσμικές δυνατότητες και θα ανακτήσουν την ελευθερία τους, υπερασπιζόμενοι την πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη πατρίδα τους, από τους πάσης φύσεως «σφετεριστές» της – ειδικά από εκείνους τους «συμπατριώτες» τους, οι οποίοι την διασύρουν, αδικαιολόγητα και ανερυθρίαστα, στη διεθνή κοινότητα. Άλλωστε, όπως είπε ο Αριστοτέλης, «το κύριο γνώρισμα του Πολίτη, είναι η συμμετοχή του στην απονομή δικαιοσύνης και στην άσκηση εξουσίας» – γεγονός που οφείλει να επιδιωχθεί άμεσα, από όλους εμάς τους Έλληνες Πολίτες. 

ΥΓ: Καλό Πάσχα σε όλους, με αισιοδοξία για το μέλλον, με υγεία και με ευτυχία, ευχόμενοι να επιτύχουμε τη «διακομματική» ένωση και την αλληλεγγύη όλων των Ελλήνων, κάτω από τους κοινούς εθνικούς στόχους της λειτουργίας ενός Κράτους Δικαίου με ικανή διοίκηση, της απελευθέρωσης, της ανεξαρτησίας και της ανάπτυξης της οικονομίας μας, με τις δικές μας δυνάμεις.       

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 08. Απριλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια [Απόσπασμα από το βιβλίο της]

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

 Μια ματιά σε οποιαδήποτε συλλογή Μεσαιωνικών ντοκουμέντων αποκαλύπτει το γεγονός ότι η λέξη «πανεπιστήμιο-universitas» σημαίνει απλώς έναν αριθμό, μια πολλαπλότητα, ένα σύνολο ανθρώπων. Ο όρος universitas, που συναντούμε στα μεσαιωνικά κείμενα, είναι κάτι αντίστοιχο ή ισοδύναμο με το ρωμαϊκό «collegium» (όρος του ρωμαϊκού δικαίου), αν και ο όρος universitas αναφέρεται αρχικά σε ενώσεις εμπόρων και καλλιτεχνών που συγκροτούνταν για την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων, επαγγέλματα που η εμφάνισή τους σχετίζεται με την αναβίωση των πόλεων. Αυτή ακριβώς η διάκριση αφορά και το Πανεπιστήμιο, αφού και αυτού η εμφάνιση συμπίπτει χρονικά με την ανάπτυξη των πόλεων.

Στο τέλος του 12ου και στις αρχές του 13ου αι. βρίσκουμε τη λέξη universitas να σημαίνει συσσωματώσεις-ενώσεις είτε καθηγητών, είτε φοιτητών. Στην αρχή ποτέ δεν χρησιμοποιείται απολύτως για να δηλώσει τις «σχολαστικές» αυτές ενώσεις, αλλά πάντα η φράση είναι universitas magistrorum ή universitas Scholarium, ή ακόμη universitas magistrorum at Scholarium («ένωση» καθηγητών και φοιτητών) ή  universitas studium. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι ο όρος universitas υποδηλώνει μόνο το σώμα των καθηγητών ή των φοιτητών κι όχι τον τόπο ή τα κτιριακά συγκροτήματα όπου ήταν εγκατεστημένο. Η λέξη που χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει αφαιρετικά τον ακαδημαϊκό θεσμό – δηλαδή τα σχολεία (σχολές) και την πόλη όπου βρίσκονταν – ήταν το studium generale. Το studium generale υποδηλώνει όχι τον τόπο όπου διδάσκονται όλες οι επιστήμες, οι γνωστές σε κείνη την εποχή, αλλά τον τόπο όπου οι φοιτητές απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης συγκεντρώνονται. Πραγματικά λίγα μεσαιωνικά studia κατείχαν τη δυνατότητα της παροχής γνώσεων πάνω σ’ όλους τους τομείς. Ακόμη και στο Παρίσι, στις μέρες του μεσουρανήματός του, δεν διδασκόταν καθόλου αστικό δίκαιο.

Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του 13ου αι., η θεολογική παιδεία ήταν το αποκλειστικό προνόμιο του Πανεπιστημίου του Παρισιού και των Αγγλικών Πανεπιστημίων. Ο όρος studium generale έγινε κοινός μόνο ως το τέλος του 13ου αι. Τότε φαίνεται ότι αρχίζει να συμπυκνώνει στο άκουσμά του τρία χαρακτηριστικά: 1. Το σχολείο αυτού του είδους προσελκύει φοιτητές (Scholars) απ’ όλες τις χώρες, κι όχι μόνο από μια συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια. 2. Ότι ήταν χώρος ανώτερης εκπαίδευσης. Δηλαδή, ότι ένας τουλάχιστον απ’ τους ανώτερους τομείς γνώσεως (higher faculty) μπορούσε να διδαχτεί (θεολογία, νομική, ιατρική). 3. Αυτές οι επιστήμες διδάσκονταν από μεγάλο αριθμό καθηγητών. Απ’ αυτές τις ιδέες η πρώτη ήταν η πιο βασική: ένα studium generale ήταν σχολείο γενικής καταφυγής, αλλά απ’ την αρχή η σύστασή του δεν έγινε αποδεκτή βάσει νομικής κατοχύρωσης κάποιου καταστατικού χάρτη, αλλά βασίστηκε στο έθιμο και τη χρήση.

Εντούτοις, στην αρχή του 13ου αι., υπήρχαν τρία studia,  για τα οποία καθιερώθηκε κατεξοχήν ο όρος studium generale, και τα οποία απολάμβαναν έναν άνευ προηγουμένου σεβασμό: Το Παρίσι για τη θεολογία και τις ελεύθερες τέχνες, η Μπολώνια για τη νομική, και το Σαλέρνο για την ιατρική. Ένας καθηγητής που είχε διδάξει και είχε γίνει δεκτός στο καθηγητικό σώμα σε μια απ’ τις παραπάνω πόλεις ήταν σίγουρο ότι θα αποκτούσε έμμεση αναγνώριση και άδεια εισόδου για να διδάξει σ’ όλα τα κατώτερα studia της Ευρώπης. Αυτή η «οικουμενική» ισχύς του καθηγητικού τίτλου (magisterial title), συντέλεσε στο ν’ αποκτήσει η εμφάνιση των Πανεπιστημίων στην Ευρώπη μια αξιοσημείωτη ενότητα, που ιχνηλατείται στα κοινά σχολεία της συγκρότησής τους.

Σ’ όλο το 13ο αι., πολλά σχολεία, εκτός απ’ το Παρίσι και τη Μπολώνια, διεκδίκησαν τον τίτλο του studium generale. Πραγματικά- τουλάχιστον στην Ιταλία όπου ο όρος χρησιμοποιούνταν περισσότερο- υιοθετήθηκε από κάθε σχολείο που μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να υπαινιχτεί ότι πρόσφερε ισοδύναμη μόρφωση μ’ αυτή του Παρισιού και της Μπολώνια. Και βέβαια η επέκταση του τίτλου διευκολύνθηκε κι απ’ το γεγονός ότι τα περισσότερα απ’ τα νέα σχολεία ιδρύθηκαν από καθηγητές που είχαν διδάξει στα παλιότερα studia generalia. Η ιδέα ότι τα studia generalia  αποκτούσαν νόμιμη κι επίσημη  ίδρυση με την κατοχή στ’ αρχεία τους παπικής ή αυτοκρατορικής βούλας είναι μεταγενέστερη (μέσα 13ου αι.), και ίσχυσε αρχικά για την ίδρυση ή την σταθεροποίηση της θέσης υποδεέστερων studia σε σχέση με το Παρίσι και τη Μπολώνια (π.χ. 1224: Νεάπολη 1229, 1244-45: Toulouse). Αλλά σταδιακά το ειδικό προνόμιο του ius ubique docendi που μπορούσε να το απονέμει μόνο ο πάπας ή ο αυτοκράτορας επεκτάθηκε και στα πανεπιστήμια-αρχέτυπα (Μπολώνια-Παρίσι).

Το 1291-92, ακόμη κι αυτά επενδύθηκαν τυπικά με το ίδιο προνόμιο, με βούλες του Νικολάου IV.  Απ’ αυτήν την εποχή κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι το ius ubique docendi αποτελεί  την ουσία ενός stadium generale και ότι όποιο σχολείο δεν κατείχε αυτό το προνόμιο δεν μπορούσε να το αποκτήσει παρά μόνο με βούλα απ’ τον αυτοκράτορα ή τον Πάπα. Απομένει να δείξουμε τη σχέση ανάμεσα στους όρους «studium generale» και universitas. Απ’ την αρχή δεν υπήρχε καμιά απαραίτητη σύνδεση ανάμεσα στο θεσμό που δηλώνεται με τον όρο studium generale. Ενώσεις καθηγητών ή φοιτητών σχηματίστηκαν προτού ο όρος studium generale χρησιμοποιηθεί συχνά. Και σε λίγες περιπτώσεις τέτοιες ενώσεις είναι γνωστό ότι υπήρξαν σε σχολεία, τα οποία δεν έγιναν ποτέ studia generalia. Το Πανεπιστήμιο ήταν εξαρχής ένας «σχολαστικός σύνδεσμος» είτε καθηγητών (magisterial), είτε φοιτητών (scholarium). Τέτοιες ενώσεις (σύνδεσμοι, σωματεία), χωρίς καμία τυπική καθιέρωση από βασιλιά, πάπα, πρίγκηπα ή άλλη θρησκευτική ή κοσμική αρχή, υπήρξαν πηγαία προϊόντα εκείνου του ενστίκτου για συσσωμάτωση που σάρωσε σαν μεγάλο κύμα τις πόλεις της Ευρώπης κατά τον 11ο και 12ο αι.

Αλλά ειδικά στο Παρίσι και στη Μπολώνια οι «σχολαστικές ενώσεις» (scholastic guilds) απέκτησαν τέτοια ανάπτυξη και σπουδαιότητα που δεν παρατηρείται αλλού. Σχεδόν όλα τα δευτερεύοντα studia generalia που εμφανίστηκαν αυθόρμητα (universities spontanees), δηλαδή χωρίς παπικό ή αυτοκρατορικό καταστατικό χάρτη, δημιουργήθηκαν από καθηγητές ή φοιτητές που αποσπάστηκαν απ’ το Παρίσι ή τη Μπολώνια. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που τα σπέρματα ενός πανεπιστημίου ή μιας ένωσης καθηγητών εμφανίστηκαν ανεξάρτητα απ’ την επίδραση αυτών των δύο, η περαιτέρω ανάπτυξή τους οφειλόταν περισσότερο ή λιγότερο σε συνειδητή μίμηση των «σχολαστικών ενώσεων» των δύο μεγάλων Πανεπιστημίων.

Τα δύο αυτά «αρχέτυπα» εμφανίστηκαν περίπου την ίδια εποχή ανάμεσα στο 1170-1200. Το Πανεπιστήμιο της Μπολώνια, με την ένωση των φοιτητών η οποία αναπτύχθηκε αργότερα απ’ την ένωση των καθηγητών του Παρισιού, συμπλήρωσε τη διαδικασία ανάπτυξης του οργανισμού του νωρίτερα. Και παρ’ όλο που και τα δύο αλληλοεπηρεάστηκαν κατά την ανάπτυξή τους, η Μπολώνια, κατά πάσα πιθανότητα άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στο Παρίσι απ’ ό,τι το Παρίσι στη Μπολώνια.

Όσον αφορά στην κατανομή της ακαδημαϊκής δύναμης στα άλλα Πανεπιστήμια ανάμεσα στην «ένωση των καθηγητών» (magisterial college) και στην «ένωση των φοιτητών» (student guild), υπήρχε μεγάλη ποικιλία. Ακόμη περισσότερο αυτή η κατανομή μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις χρονικές στιγμές. Έτσι μερικά studia πλησιάζουν σε κάποια φάση την «ένωση τύπου Μπολώνιας» και σε κάποια άλλη την «ένωση τύπου Παρισίων». Αν και μια κατάταξη των πανεπιστημίων σε student universities και master universities, θα έφερνε στο φως το παράξενο γεγονός ότι τα γαλλικά Πανεπιστήμια είναι περισσότερο παιδιά της Μπολώνιας απ’ ότι του Παρισιού κι ότι τα  Πανεπιστήμια της Σκωτίας σχετίζονται πιο στενά με τη Μπολώνια παρά με το Παρίσι ή την Οξφόρδη, εντούτοις θ’ αποκάλυπτε σ’ όλη του την έκταση το φαινόμενο της ένταξης των Πανεπιστημίων στο αστικό οργανωτικό και διανοητικό επίπεδο – διότι οι ευγενείς και η εκκλησία δεν συγκροτούσαν τέτοιους συλλόγους-ενώσεις.

Όπως ο γοτθικός καθεδρικός ναός, έτσι και το Πανεπιστήμιο υπήρξε προϊόν της μεσαιωνικής πόλης. Η ανάπτυξη των πόλεων το 12ο αι., προκάλεσε την παρακμή των παλιών μοναστηριακών σχολείων, των μόνων κέντρων κοσμικής και θεολογικής μαθήσεως κατά τους προηγούμενους αιώνες. Αυτά στις περιοχές βόρεια των Άλπεων υπερκεράστηκαν απ’ τα καθεδρικά σχολεία, που παρ’ όλη την προηγούμενη μακρόχρονη ύπαρξή τους, μόνο τώρα αρχίζουν ν’ αποκτούν σπουδαιότητα. Πολλά απ’ αυτά τα σχολεία γίνονται κέντρα ανώτερης μόρφωσης ενός είδους, που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει η Ευρώπη και που οφείλεται στην πνευματική και πολιτιστική Αναγέννηση του 12ου αιώνα. Οι εγγραφές αυτών που διψούν για μόρφωση αυξάνονται σταθερά στα καθεδρικά σχολεία παράλληλα με τη βελτίωση και την αύξηση των προγραμμάτων σπουδών, και τελικά μερικά απ’ αυτά εξελίσσονται σε Πανεπιστήμια. Τέτοια καθεδρικά σχολεία έπαιξαν το ρόλο κεντρικού πυρήνα στην περίπτωση του Παρισιού. Μάλιστα φαίνεται ότι η παροχή απ’ τα Πανεπιστήμια, εκτός απ’ την ανώτερη (θεολογία, νομική, ιατρική) και στοιχειώδους μορφώσεως (βασικό πρόγραμμα, εισαγωγή στις παραδοσιακές 7 ελευθέριες τέχνες – trivium+quadrivium-: γραμματική, ρητορική, διαλεκτική/ αστρονομία, γεωμετρία, αριθμητική, μουσική), έχει κάποια σχέση με την παραγωγική προέλευσή τους απ’ τα καθεδρικά σχολεία.

Στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, το κυρίαρχο στοιχείο ήταν ακριβώς οι  «ελευθέριες τέχνες» (συνδετικό-κοινό στοιχείο όλων των Πανεπιστημίων), που αποτελούνταν σαν τομέας από νεαρούς καθηγητές, οι οποίοι έχοντας προετοιμαστεί έξι χρόνια τις δίδασκαν ενώ παράλληλα συνέχιζαν να σπουδάζουν θεολογία, νομική ή ιατρική. Μ’ άλλα λόγια η ομάδα διακανονισμού των υπολοίπων ήταν οι καθηγητές του trivium-quadrivium στη σύνδεσή της με τους ανώτερους τομείς (advanced degrees). Για την προαγωγή ενός καθηγητού των artes liberales, δηλαδή ενός artista  σε magister (doctor,professor), τίτλος που τον καθιστούσε ικανό να διδάξει θεολογία, νομική ή ιατρική, απαιτούνταν, εκτός από επιτυχείς εξετάσεις στον αντίστοιχο τομέα, και τυπική εισδοχή του στην «ένωση των καθηγητών».

Αυτή σήμαινε την αρχή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Δεν υπήρχε στο δρόμο του κανένα νομικό κώλυμα να τον εμποδίσει για κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια κενή αίθουσα πάνω από μια ταβέρνα και αρκετούς ακροατές για να εξοικονομεί απ’ τα δίδακτρα τα έξοδά του. Στο Παρίσι πολλές τέτοιες αίθουσες βρίσκονταν στη Rue du Fouarre (άχυρο), ένα δρόμο στην Αριστερή όχθη του Σηκουάνα. Γι’ αυτό το μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο χαρακτηρίστηκε ως κατεξοχήν κινητικός θεσμός (higlily mobile institution), πράγμα που, τουλάχιστον ως τα μέσα του 13ου αι., καθόρισε την ευρωπαϊκή του διάσταση. Βέβαια αργότερα, όταν πλούσιοι πάτρωνες και πρίγκηπες καθώς και δημοτικές αρχές παρείχαν τα υλικά μέσα για μια πιο ανθρώπινη διεξαγωγή των διαλέξεων, η μονιμότητα της θέσης του κτιριακού συγκροτήματος, κατατάσσεται στους παράγοντες που συντελούν στο ν’ αποκτήσει το Πανεπιστήμιο εθνικό (κατεύθυνση) χαρακτήρα. Τότε ακριβώς εμφανίζονται για τους πτυχιούχους λαμπρές ευκαιρίες: ανοίγονται θέσεις με μέλλον στο κράτος και την εκκλησία για τους εκπαιδευμένους θεολόγους και νομικούς, κι έτσι τα Πανεπιστήμια πρωτοστατούν στην εδραίωση της γραφειοκρατικής μηχανής των εθνικών μοναρχιών.

Ωστόσο, το 12ο αι. τα Πανεπιστήμια αποτελούσαν ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το Παρίσι και η Μπολώνια συγκέντρωναν φοιτητές απ’ ολόκληρη την Ευρώπη, για να γίνουν κοινωνοί μιας γνώσης που ήταν κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά και που το 12ο αιώνα παρουσιάζει μια ευρεία ανανέωση. Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια έλαβαν την αρχή τους παράλληλα με την ανανέωση της Μεσαιωνικής σκέψης κι επιστήμης που ονομάζεται Αναγέννηση του 12ου αι. Στην Ιταλία αυτή η Αναγέννηση εκφράστηκε περισσότερο μέσα απ’ την αναβίωση της μελέτης του Ρωμαϊκού Δικαίου, που άρχισε απ’ την Μπολώνια. Στη Γαλλία πήρε τη μορφή ενός ξεσπάσματος της διαλεκτικής και της θεολογίας, που βρήκε το ύστατο λίκνο του στο Παρίσι, κατά το 13ο αι.

Απ’ το 12ο αι. η εκπαιδευτική δραστηριότητα των μοναχών περνά στον κοσμικό «κλήρο». Σ’ όλον αυτό τον αιώνα, οι Ευρωπαίοι λόγιοι διψασμένοι για γνώση συρρέουν στην Ισπανική Χερσόνησο για ν’ αποκτήσουν τη σοφία των Αράβων, ενώ μια μικρότερη ομάδα έκανε ένα μακρινό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για να μυηθεί στα μυστικά των Ελλήνων. Τη Σικελία επισκέφτηκαν λίγοι λόγιοι απ’ την Ευρώπη, αλλά εκεί οι Νορμανδοί βασιλείς ενθάρρυναν τους Μωαμεθανούς υπηκόους τους να συνεχίσουν την επιστημονική τους εργασία και τους Χριστιανούς να μεταφράσουν ή να συνοψίσουν βιβλία απ’ τα Αραβικά στα Λατινικά. Το Τολέδο στην Ισπανία, το Παλέρμο στη Σικελία, και η Κωνσταντινούπολη ήταν τα τρία σημεία απ’ τα οποία εισάγονταν η επιστημονική παράδοση στην Δ. Ευρώπη. Οι λόγιοι (scholars) του 12ου αι. αναζητούσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, και τις περισσότερες απ’ αυτές θα μπορούσαν να τις βρουν μόνο στον Αριστοτέλη. Όμως αναμφίβολα ανάμεσα στις ποικίλες αναζητήσεις και στις συγκρουόμενες γνώμες των μεσαιωνικών στοχαστών τρία κεντρικά προβλήματα κατέχουν εξέχουσα θέση: α) η σχέση μεταξύ πίστης και λόγου, β) η αντίθεση μεταξύ της Πλατωνικο-Αυγουστινιανής και Αριστοτελικής  πνευματικής παράδοσης, και γ) κατά πόσο είναι πραγματικά τα πλατωνικά «αρχέτυπα» ή «universalia». Είναι φανερό ότι το τρίτο ερώτημα απορρέει κι έχει άμεση σχέση με το δεύτερο.

Στο 12ο αι. αυτοί που προσέγγιζαν τον γύρω τους κόσμο και σκέφτονταν ακολουθώντας την παλιότερη παράδοση ήταν γνωστοί ως «ρεαλιστές» (realists) – γιατί πίστευαν ότι τα universalia ήταν αληθινά, είχαν οντότητα. Όμως η γνώση και των «Φυσικών» του Αριστοτέλη, εκτός απ’ τα «Μεταφυσικά», την ηθική και τη Λογική του, που ήδη ήταν γνωστά, άνοιξε καινούργιες προοπτικές στην αντιμετώπιση του θέματος: η ολοκληρωμένη αριστοτελική παράδοση (αυτή η ολοκλήρωση συντελέστηκε σίγουρα ως το τέλος του 12ου αι.) προκάλεσε μια καινούργια άποψη για τα universalia: ότι δηλαδή υπήρχαν, αλλά μόνον όσον αφορά ξεχωριστά μέρη και η γνώση αυτών των ξεχωριστών αρχετύπων θα μπορούσε ν’ αποκτηθεί μελετώντας τα αντίστοιχά τους πράγματα μέσα στον κόσμο των φαινομένων. Οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι που έκλιναν προς αυτή την άποψη ονομάστηκαν moderate realists.

Μια τρίτη άποψη πάνω στο ίδιο θέμα διατυπώθηκε απ’ τον Rosselinus (αρχές 12ου αι.) και συνοψίζεται σε μια απλή φράση: universalia sunt nomina, δηλαδή τα καθολικά (οι γενικές έννοιες) είναι ονόματα. Ο Rosselinus υποστηρίζει ότι οι γενικές έννοιες δεν έχουν οντότητα, αλλά πρόκειται για flatus vocis, για απλές λέξεις, με τις οποίες σχηματίζουμε τις ταξινομήσεις εκείνες που μας χρειάζονται. Όμως για τη διάδοση και την εδραίωση αυτής της άποψης στη σχολαστική φιλοσοφία θα περάσουν σχεδόν δύο αιώνες. Κύρια αιτία γι’ αυτό στάθηκε το γεγονός ότι πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες θεώρησαν αυτή τη θεωρία επικίνδυνη, γιατί η έμφασή της στο μερικό αντί του γενικού φαινόταν να υπονοεί ότι η Καθολική εκκλησία δεν ήταν το μοναδικό παγκόσμιο σώμα, αλλά μάλλον μια τεράστια συνάθροιση μεμονωμένων ατόμων. Όμως, μιλώντας γενικά, όλοι οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου είναι γνωστοί σαν «σχολαστικοί», γιατί σχεδόν όλοι τους συνδέονταν με διάφορα σχολεία –  είτε μοναστικά, είτε καθεδρικά, είτε Πανεπιστήμια. Οι φιλόσοφοι του 12ου αι., μεθώντας απ’ τις φαινομενικά ατέλειωτες δυνατότητες του νου και της λογικής, έφτασαν σε άγνωστα ως τότε διανοητικά σύνορα, προχωρώντας τολμηρά  σε σχέση με τους προκατόχους τους.

Ο Peter Abelard (1079-1142) υπήρξε ο κορυφαίος λογικός φιλόσοφος του 12ου   αι. Γράφοντας αρκετές δεκαετίες πριν τη μεγάλη αποκάλυψη της αριστοτελικής σκέψης σε λατινική απόδοση, υιοθέτησε την αριστοτελική θέση στην ερώτηση σχετικά με την ύπαρξη των «universalia», αποδεχόμενος ένα μέσο ρεαλισμό (moderate realism). Ο Abelard πίστευε ότι τα «αρχέτυπα» δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά μέσω μιας αφαιρετικής διαδικασίας εξάγονται από κάθε ξεχωριστό πράγμα. Στο περίφημο έργο του «sic et Non», ο Abelard συνέλεξε γνώμες απ’ τη Βίβλο, τους Λατίνους πατέρες, τα εκκλησιαστικά συνέδρια, και τις κατά καιρούς αποφάσεις του παπισμού πάνω σε μια μεγάλη ποικιλία θεολογικών ζητημάτων, καταδείχνοντας ότι πολλές απ’ αυτές τις θεωρούμενες αυθεντίες πολύ συχνά διαφωνούσαν σε καίρια θρησκευτικά ζητήματα. Κι άλλοι πριν απ’ τον Abelard είχαν συλλέξει τέτοιες γνώμες για ποικίλα νομικά και θεολογικά θέματα αλλά όχι συστηματικά όπως αυτός. Ο Abelard στο «Sic et Non» εισάγει μια μέθοδο ερώτησης που αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε αργότερα απ’ τους νομικούς του κανονικού δικαίου και τους φιλοσόφους.

Αλλά οι συνεχιστές της μεθόδου του ζητούν να συμβιβάσουν τ’ αντίθετα και φτάνουν σε συμπεράσματα, ενώ ο Abelard αφήνει πολλά απ’ τα κείμενά του χωρίς λύση κι έτσι προκαλεί την εχθρότητα ορισμένων συντηρητικών συγχρόνων του. Ο πιο δριμύς του κατήγορος ήταν ο Bernard του Clairvaux, ο οποίος πίστευε ότι η πίστη κατακτάται μόνο με τον μυστικισμό και τη διαίσθηση, παρά με τη λογική και την προσπάθεια εξεύρεσης λογικών στηριγμάτων της. Όμως ο St. Bernard του  Clairvaux (1090-1153) με την έμφαση που δίνει στην εσωτερική διαίσθηση αποτελεί εξαίρεση στην επικρατούσα σ’ όλο το 12ο αι. έμφαση στη λογική και την a priori αιτιολόγηση των φιλοσοφικών και θεολογικών προβλημάτων. Βέβαια αυτή η a priori λογική καταδικάστηκε αργότερα από πολλούς, απ’ την Αναγέννηση μέχρι σήμερα. Όμως είναι άδικο να κατηγορούμε σήμερα τους λογίους του 12ου αι. επειδή σπαταλούσαν τον καιρό τους σε επιδείξεις λεκτικής δεξιοτεχνίας, παίζοντας με τις λέξεις, ενώ αγνοούσαν τελείως βασικά γεγονότα του γύρω τους κόσμου, γιατί η μελέτη των λέξεων και των λογικών τους σχέσεων δεν ήταν χάσιμο χρόνου για τον 12ο αι.

Άλλωστε είναι αδύνατο να σκεφτούμε χωρίς λέξεις και εφόσον το νόημά τους δεν έχει καθοριστεί επακριβώς, η σκέψη μας είναι φυσικό να παίρνει μορφή μπερδεμένη. Είναι ακόμη αδύνατο να μελετήσει κανείς ένα αντικείμενο σοβαρά χωρίς να χρησιμοποιήσει λογικές τεχνικές και κατηγορίες, πάνω στις οποίες θα χτιστεί η επιστήμη. Επομένως, οι Ευρωπαίοι στοχαστές έπρεπε να μάθουν λογική προτού ασχοληθούν με τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες. Και ακριβώς στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στο κύριο πεδίο των πνευματικών συγκρούσεων στο Μεσαίωνα, άνθισε, αρχικά μα τον Γουλιέλμο του Σαμπώ και τον Peter Abelard, και αργότερα (όπως θα δούμε παρακάτω) με τους Albertus Magnus, Thomas Aquinas και  William Ockham, έφτασε στο ξέσπασμά της η ενασχόληση με τη λογική και τη διαλεκτική της θεολογίας και της φιλοσοφίας.

Eνδεικτική   Βιβλιογραφία

1) Abelson Paul, The seven liberal arts, Columbia Thesis, New York 1906.

2) The Cambridge medieval history, planned by J. B. Burys, ed by H. M. Guatkin, volume III: Germany and the western Europe, Cambridge 1924.

3) Cannon William Ragsdale, History of Christianity in the middle ages. From the fall of Rome to the Fall of Constantinople. Copyright 1960 by Abingdon Press, New York, Nashville.

4) Collection V Série “Histoire médiévale” dirigée par Georges Duby-Ch-M. de la Ron-ciere-Ph. Contamine-R. Delort. L’Europe eu Moyen Age (Documents expliques). Tome III: Fin XIII e siecle-fin XVe siècle, Librairie Armand Colin, Paris 1971.

5) Heer Friedrich, L’univers du Moyen Age, Traduit par l’allemand par Maurice de Gandillac, Librairie Fayard, Paris 1970.

6) Haskins Homer Ch., Studies in the history of Mediaeval Science, New York, Second Printing 1967, Copyright 1924.

7) Leff G., Medieval Thought (Pelican 1958).

8) Rashdall Hastings, The University of Europe in the middle Ages, New ed. by F. Powicke – A. Emden, Oxford 1964, τ.1-3.

9) Rowling Marjorie, Everyday life in Mediaeval times, μτφρ. απ’ το αγγλ. Έλλης Ι. Αγγέλου – Η καθημερινή ζωή στο Μεσαίωνα, εκδ. «Ωκεανίς» Τάκης Δρακόπουλος.

10) Stephenson and Lyon, Mediaeval History, fourth edition, New York, Evanston London.

11) Strayer Joseph R., and the late Dana C. Munro, The middle ages (395-1.500) 4th, ed. copyright by Appleton Gentury J. Grafts, Inc. New York 1959.

12) Verger Jacques, Les universités au moyen age. Presses, universitaires de France, 1973.

13) Warren C. Hollister, Mediaeval Europe, A short history, copyright 1964, London Sydney.

14) A source book of Medieval History, ed. by Frederic Austin Ogg. A. M. New York 1972.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι Φιλόλογος-Ιστορικός, ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

Σκέψεις: σχέσεις Επιστήμης Θρησκείας ΙΙ

Σκέψεις για τις σχέσεις Επιστήμης και Θρησκείας

 

Του Αλέκου Αναγνωστάκη*

 

[Συνέχεια από το μέρος Ι] …Μπορεί, επιμένουν, αφού κατά διάφορους ιεράρχες οι βάσεις αρμονικής συνύπαρξης και επαναπροσέγγισης θρησκείας και επιστήμης ενυπάρχουν στην κοινή ανάγκη, τόσο από τη θρησκεία όσο και από την επιστήμη, της πίστης, αφού οποιαδήποτε θεώρηση του κόσμου προϋποθέτει ένα αρχικό άρθρο πίστης ή το ανάλογό της στην επιστήμη, την παραδοχή σε αρχικές προϋποθέσεις – αξιώματα στη βάση των οποίων αναπτύσσεται ένα επιστημονικό πεδίο.

 

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν.…» σημειώνει στο χαιρετισμό του εκ μέρους της ελλαδικής εκκλησίας ο Χωροεπίσκοπος Αρσινόης Γεώργιος την ημέρα του προστάτη των Χημικών Αγίου Μενίγνου του Κναφέως στις 23.11.003 Αυτή είναι η θρησκευτική παραδοχή και στη βάση αυτή η χριστιανική θεολογία τοποθετείται στο πρόβλημα της σχέσης ύλης και πνεύματος θεωρώντας την ύλη δημιούργημα του άχρονου Θεού που δημιουργεί το σύμπαν μετά του χρόνου και του χώρου. «Εν αρχή ην η Μεγάλη Έκρηξις. Η Έκρηξις ην αυτογέννητος και δεν υπάρχει νόημα εις τυχόν ερώτησιν περί του αιτίου της ή περί του εκραγέντος. Η Έκρηξις ην εν Αρχή (προς τον εαυτό της). Πάντα (περιλαμβανομένου του χρόνου, του χώρου και της αιτιότητος) δι’ αυτής εγένετο. Εν τη Εκρήξει ζωή ην περιλαμβανομένης της ζωής των ανθρώπων…» είναι η επιστημονική αρχική παραδοχή σημειώνει με νόημα στον ίδιο χαιρετισμό ο χωροεπίσκοπος.

Η θρησκευτική κοσμοαντίληψη λοιπόν θεμελιώνεται σε δόγματα (Την ύπαρξη και αιωνιότητα του Θεού, τη Δημιουργία του σύμπαντος κόσμου από αυτόν κ.α.). Η επιστημονική κοσμοαντίληψη, π.χ. η υλιστική, θεμελιώνεται σε αξιώματα τα οποία τίθενται: (Την αυθυπαρξία της ύλης, το άπειρο του χρόνου και του χώρου κ.λ.π.).

Το θρησκευτικό δόγμα και το επιστημονικό αξίωμα είναι όμως ισοδύναμα από λογική, επιστημονική και κοινωνική άποψη; Το θρησκευτικό δόγμα δεν μπορεί, δεν πρέπει και δεν επιτρέπεται να τεθεί στη δοκιμασία της διάψευσης. Είναι αυτοαποδεικνυόμενη άρνηση της αμφιβολίας, κατήχηση του απόλυτου. Επομένως το θρησκευτικό δόγμα ενέχει ως εσωτερικό του συστατικό την, με διάφορα μέσα, επιβολή.

Το επιστημονικό αξίωμα όμως έχει ιστορικό χαρακτήρα αφού είναι αυστηρή παραδοχή επί της οποίας θεμελιώνεται μέσω του πειράματος και της παρατήρησης ένα επιστημονικό πεδίο. Επομένως είναι ταυτόχρονα αμφιβολία, επαλήθευση ή διαψευσιμότητα. Από τη γένεσή της, για παράδειγμα, ως το τέλος του 18ου αιώνα χρειάστηκε να περάσουν δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια, μετά την αφάνεια στην οποία την οδήγησαν η επίθεση των επικρατουσών ιδεών του Πλάτωνα και Αριστοτέλη, για να επανέλθει σε ισχύ η θεωρία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, οι οποίοι προσπαθώντας να διεισδύσουν στην ενδοδομή της ύλης υποστήριξαν πως αυτή αποτελείται από αδιαίρετα σωματίδια, τα άτομα. Σε λίγες δεκαετίες, με την ανακάλυψη του ηλεκτρονίου από τον Τόμσον, στο τέλος του 19ου αιώνα, η αντίληψη της έλλειψης εσωτερικής δομής του ατόμου κατέρρευσε, μετατοπιζόμενη στα νέα όρια της: Στα ενδότερα της ύλης, στα σωμάτια από τα οποία αυτό αποτελείται. Η ανθρωπότητα μέχρι το 1932 πίστευε πως η δομή των σωμάτων βασίζεται τελικά σε τέσσερα σωμάτια τα οποία μάλιστα δεν υποδιαιρούνται: Τα πρωτόνια, τα ηλεκτρόνια, τα νετρόνια και τα φωτόνια, με τα τρία πρώτα να δομούν το άτομο. Μεταξύ όμως του 1930 και του 1950, αλλά και στη συνέχεια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ανακαλύφθηκαν ή δημιουργήθηκαν νέα σωμάτια, που αποτελούν τον εσωτερικό μικρόκοσμό του από αυτά δομημένου μεγάκοσμου που ζούμε. Αυτά έχουν πλέον – συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονίων, νετρονίων και πρωτονίων – εσωτερική ενδοδομή. Αποτελούνται δηλαδή από επιμέρους σωματίδια τα οποία αυτά προς το παρόν, θεωρούνται πως είναι άτμητα και προσδιορίζουν τα νέα ανθρώπινα όρια. Προς το παρόν. Αφού ήδη φυσικοί εικάζουν ότι τα κουάρκς και τα λεπτόνια έχουν και αυτά εσωτερική δομή, δηλαδή με τη σειρά τους, αποτελούνται από άλλα σωματίδια που δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί.

Αυτό το διαρκές και συναρπαστικό ταξίδι της επιστήμης στο πιο κοντινό και ταυτόχρονα το πλέον μακρινό, στο εσωτερικό της ύλης, οδήγησε σε πρωτόγνωρα επιστημονικά άλματα, ανακαλύψεις και εφαρμογές που με τη σειρά τους άλλαξαν τους όρους και τρόπους επικοινωνίας και αποξένωσης του ανθρώπου. Μετέβαλλαν δραστικά τους τρόπους και τις δυνατότητες στην οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας, στην κίνηση των κεφαλαίων.

Δημιούργησαν νέες δυνατότητες για την κοινωνική απελευθέρωση αλλά και την καταδυνάστευση των λαών. Συνέτειναν καθοριστικά στη δημιουργία επιστημονικών αλμάτων σε άλλα επιστημονικά πεδία όπως στη βιολογία – βιοτεχνολογία κλπ. Η ίδια η διαρκής κίνηση, η δυναμική εμφάνισης, εξαφάνισης και μετασχηματισμού των σωματίων, η γένεση και το σβήσιμο αστέρων στο μεγάκοσμο, επιβεβαιώνουν πως η φύση είναι μια διαρκής κίνηση, μια αέναη ανανεούμενη ενότητα εμφάνισης και εξαφάνισης. [3] Κάθε επομένως επιστημονική κατάκτηση είναι ένα πρόσκαιρο όριο που πλουτίζοντας τις γνώσεις του ανθρώπου ανοίγει ταυτόχρονα νέες περιοχές άγνοιας και επομένως νέες απαιτήσεις. Είναι μια περίπλοκη κατασκευή που συνθέτει, οργανώνει και ερμηνεύει «προφανή» και εμπειρικά δεδομένα, επιστημονικές γνωστικές κατακτήσεις, μαζί με πολιτισμικές και φιλοσοφικές τάσεις. Δίχως αυτό το ταξίδι προς την ασυμπτωτική γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας να τελειώνει ποτέ.

Όχι, αντιτείνει ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Πάνος Λιγομενίδης, φυσικός με ερευνητικό έργο στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και καθηγητής στα πανεπιστήμια του Stanford, της Μαδρίτης και Maryland, στο λόγο του στην Ακαδημία Αθηνών στις 2.01 του 2010. “Η αδυναμία, τονίζει, ορθολογικής επιστημονικής εξήγησης ορισμένων φυσικών φαινομένων αποκαλύπτει τους περιορισμούς της ανθρώπινης επιχειρηματολογίας και καταδεικνύει πως, ίσως, ο δρόμος προς την «αλήθεια» βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη νόηση”. Αλλά ποια είναι αυτά τα φυσικά φαινόμενα, ποιοι είναι οι περιορισμοί , οι οποίοι μάλιστα αποκαλύπτονται και πώς η ανθρώπινη νόηση προσλαμβάνει το αναγκαίο της ύπαρξης της αλήθειας έξω από τον εαυτό της, έξω από την ανθρώπινη νόηση;

Η επιστήμη σαν μια ανθρώπινη δημιουργία, απόπειρα του ανθρώπου να κατανοήσει τον πραγματικό κόσμο, συνεπάγεται σχετικά υποκειμενικούς βαθμούς ελευθερίας γι’ αυτόν που δημιουργεί. Ως δημιουργία κατά ένα μέρος καθορίζεται από το αξιωματικά αυθαίρετο. Αλλά ως κατανόηση του αντικειμενικά υπάρχοντος εξελισσόμενου κόσμου μια επιστημονική θεωρία οφείλει να είναι αντικειμενική. [4] Δηλαδή να περιέχει, επαληθευόμενα στοιχεία αλήθειας, γνωστικές κατακτήσεις οι οποίες αφήνουν αποστάγματα που αντιστοιχούν στο αντικειμενικά εξελισσόμενο υπάρχον ώστε να μπορούμε π.χ. να προγραμματίζουμε και υλοποιούμε ένα ταξίδι στη σελήνη χωρίς να χανόμαστε στο διάστημα. Η επιστήμη φυσικά παραμένει ανθρώπινο δημιούργημα και συνεπώς όχι αλάνθαστο. Μπορεί να γνωρίσει σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα, δίχως όμως να φθάνει ποτέ στην πλήρη και οριστική κατάκτησή της. Τα όρια και το περιορισμένο επομένως της ανθρώπινης δυνατότητας εμφανίζονται στην ανάπτυξη των επιστημών. Τα όρια και το πεπερασμένο υπάρχουν και ταυτόχρονα αναιρούνται για να επανεμφανισθούν ξανά ως νέα όρια και νέοι περιορισμοί στην ασυμπτωτική συγκλονιστική πορεία του ανθρώπου για την κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η επιστήμη όμως δεν είναι αυτόνομη περιοχή και ιδανικό βασίλειο του ορθού λόγου, τόπος καθαρής ορθολογικότητας. Είναι κοινωνική πρακτική που συνδέεται οργανικά με την τεχνολογία, την παραγωγή, το σύνολο των υπερδομών. Υπηρετείται από επιστήμονες που φέρουν διαμορφούμενες αντιλήψεις και προκαταλήψεις και κατέχουν συγκεκριμένη θέση στην κοινωνία. Η επιστήμη είναι εσωτερικό πραγματικό στοιχείο αυτής της κάθε φορά κοινωνίας στην εξέλιξη της! Γι’ αυτό στο χώρο της επιστήμης και των επιστημόνων ο θεολογικός προβληματισμός, οι κοινωνικές διεργασίες που την προκαλούν, την αποτρέπουν ή και την συντηρούν, εμφανίζονται ως εγγενές στοιχείο πολλών επιστημονικών έργων. Η ίδια η επιστήμη δια επιστημόνων εκτρέφει και την άρνηση της! Εκτρέφει δηλαδή παλαιά και σημερινά κυρίαρχα θρησκευτικά ρεύματα, παλαιά και σύγχρονα ρεύματα μυστικισμού και ανορθολογισμού.

Παρόλο λοιπόν που τα θρησκευτικά ρεύματα και το χριστιανικό φάνηκαν πως είναι υποχρεωμένα να υποχωρούν συνεχώς μπροστά στην επιστημονική γνώση και στην εξέλιξη της, παρόλο που ο θεός εκδιώκεται από τα φαινόμενα που υποτίθεται ότι καθόριζε (δημιουργία έμβιων όντων, κίνηση πλανητών, δημιουργία ανθρώπου, κ.α.), εντούτοις η θρησκεία, σύμφωνα με την επίσημη εκκλησία και επιστήμονες, επιστρέφει με νέα ρούχα και νέα πανοπλία. Επιστρέφει δια της αρχής της απροσδιοριστίας του Heisenberg, [5] δια του πιθανοκρατικού χαρακτήρα της κβαντομηχανικής που εκθρονίζει δήθεν το θεμελιώδες αξίωμα της αιτιότητας και τα σωμάτια ελευθέρα τη βουλήσει να επιλέγουν πλέον τις καταστάσεις ύπαρξης τους. Επανέρχεται δια της άυλης ενέργειας – Θεού που αποκαλύπτεται δήθεν από την ειδική θεωρία της σχετικότητας. Η επιστήμη δια της εκκλησίας, η επιστήμη δια επιστημόνων όχι μόνο διαπλέκεται με τα θρησκευτικά δόγματα αλλά επιχειρείται να τα ενισχύσει!

 

Η άυλη πυρά των επιστημονικών ανακαλύψεων

 

Αλλά τι συνεπάγεται η οικειοποίηση από την εκκλησία επιστημονικών κατακτήσεων για την ίδια την επιστήμη; Η παραδειγματική προσέγγιση του θέματος περιορίζει και αδικεί. Ωστόσο ας αμαρτήσουμε! Όπως είναι γνωστό στον κόσμο της μικροφυσικής, στον κόσμο των σωματιδίων θεωρείται ότι ισχύει η αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg. Άρα, κατά το σπουδαίο Δανό φυσικό, «πάει» η αιτιοκρατία [6]. Επαληθεύεται επίσης η γνωστή ποσοτική σχέση του Einstein μεταξύ μάζας και ενέργειας E=mc2,. Επομένως ζήτωσαν η ενέργεια, το άυλο, το πνεύμα, η αφυλοποίηση της ύλης, η θεϊκή παρουσία. Το φωτόνιο επιπροσθέτως είναι ένα ιδιότυπο σωμάτιο που εμφανίζεται με τη μορφή ηλεκτρομαγνητικού κύματος και σωματίου. Άρα ο κόσμος συντίθεται τελικά από κύματα, από άυλες οντότητες, το πνεύμα, δια του οποίου “επιστρέφει” ο θριαμβεύοντας Θεός. Δεν υπάρχει ιστός στο internet εκκλησιαστικού ιδρύματος, ομιλία ιερωμένων όλης της ιεραρχίας που να μην στηρίζεται σε αυτήν την επιχειρηματολογία επικαλούμενη τον Einstein ή Heisenberg.

Ταυτίζεται όμως η μάζα με την ύλη ή η μάζα, η ενέργεια, τα πεδία είναι μορφές εκδήλωσης της ύλης όταν κατά τον ίδιο τον Einstein, “μαζικά σωμάτια, ηλεκτρικό και μαγνητικό πεδίο συνθέτουν την ύλη”; Και η σχέση αμοιβαίας μετατροπής της μάζας σε ενέργεια και το αντίθετο είναι σχέση τελικής επικράτησης της ενέργειας “από την οποία το παν αναδύεται και όπου το παν επιστρέφει” κατά τον γνωστό ανθρωπολόγο ιερωμένο Chardin, ή σχέση ενότητας μέσα στη διαφορά τους;[7]

Καταργείται η αιτιοκρατία γενικά, ή η αρχή της αβεβαιότητας αναφέρεται σε φαινόμενα που συμβαίνουν σε σχετικά πολύ μικρά μήκη ή πολύ μεγάλες ταχύτητες όπου κατά τον ίδιο τον Heisenberg η οντολογία του υλισμού δεν είναι επεκτάσιμη στην ατομική κλίμακα; Η αρχή της αβεβαιότητας ισχύει ταυτόχρονα για μεγέθη που μετριώνται σε όλους τους άξονες ή σύμφωνα πάλι με τον ίδιο τον Heisenberg, μόνο σε ένα και τον ίδιο άξονα ενώ όλα τα υπόλοιπα ζεύγη μεγεθών σε διαφορετικούς άξονες μπορούν να μετρηθούν ταυτόχρονα με απόλυτη ακρίβεια; Αλλά γιατί οι πιθανότητες σημαίνουν και συνεπάγονται έλλειψη αιτίων και καθορισμού του αποτελέσματος από αυτές; Οι νόμοι του τυχαίου είναι χαοτικό προϊόν άγνοιας και θεϊκής τελικά παρέμβασης, ή έκφραση του πολυδύναμου χαρακτήρα του μικρόκοσμου και του μεγάκοσμου; Οι πιθανές τελικές καταστάσεις και αντίστοιχες πιθανότητες να βρεθεί ένα σύστημα στην κατάσταση που τελικά θα βρεθεί είναι απρόβλεπτη, χαοτική και προϊόν ελεύθερης (θεϊκά εντέλει) παρεχόμενης βούλησης [8], ή καθορίζονται από την αρχική κατάσταση του συστήματος πολλώ μάλλον αφού ποτέ δεν καθορίσθηκε κατάσταση ή κατανομή πιθανοτήτων έξω από την κβαντομηχανικά προβλεπόμενη;

Αλλά και στην ατομική κλίμακα, καταργείται η αιτιοκρατία, ή κατά τον μεγάλο γάλλο διανοητή και επιστήμονα Langevin συμπληρώνεται με μιας νέας μορφής αιτιοκρατία, την πιθανοκρατική αιτιοκρατία, σε μια συζήτηση που συνεχίζεται 80 χρόνια τώρα, αποκρύβεται από την εκκλησία και επαναφέρεται στην ανάπτυξη της για πολλοστή φορά από τον Ε Μπιτσάκη; [9] Και πώς θεμελιώνεται το συμπέρασμα ότι, η γνώση της ύλης πληρέστερα και βαθύτερα (σωμάτια, αντισωμάτια, μετατροπές τους, ατομικές μεταστοιχειώσεις, δυϊσμός φωτονίου), το πέρασμα δηλαδή από το μηχανιστικό αμετάβλητο κόσμο των σωματίων (Newton), στο δυναμικό κόσμο των αλληλοεξαρτώμενων σωματείων, οδηγεί στην αναίρεση της ύπαρξης της ύλης, όταν μάλιστα η αναζήτηση συνεχίζεται;

Αυθαίρετες παραδοχές, αποκρύψεις προβληματισμών, τέλος σε αναζητήσεις που συνοδεύεται από τις αντιλήψεις περί της ολοκλήρωσης δήθεν της επιστήμης, λήψη αυτού που πρέπει να αποδειχθεί ως δεδομένου, αλλοιώσεις επιστημονικών θεωριών! Ο σύγχρονος Άμβωνας που παραχωρεί με μεγαλοκαρδία δήθεν η εκκλησία στην επιστήμη είναι εντέλει το δογματικό κούρνιασμα στην ακινησία και στο υπάρχον. Είναι μια άυλη πυρά των επιστημονικών ανακαλύψεων. Είναι το μέσον, το όχημα, μιας δήθεν και μάταιης δραπέτευσης στον επέκεινα κόσμο! Είναι η συνέχιση της διαπάλης σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια και στην επιστημονική γνώση η οποία ωθείται τελικά στην αναζήτηση και ανακάλυψη των σχέσεων ανάμεσα σε εκείνο που, στο υποκειμενικό δεδομένο της συνείδησης, αντιστοιχεί αντικειμενικά.

Και αν αξίζει κάτι είναι ότι «Η κριτική της θρησκείας οδηγεί στη διδαχή ότι ο άνθρωπος είναι το υπέρτατο ον για τον άνθρωπο, δηλαδή στην κατηγορική επιταγή της ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο» (Ένγκελς). Η θρησκεία, μορφή κοινωνικής συνείδησης, ενταγμένη στις κοινωνικές δομές, είναι ενταγμένη στην πάλη των τάξεων. Και ακριβώς αυτό ερμηνεύει το άνοιγμα της βεντάλιας στην κοινωνική συμπεριφορά των θρησκευόμενων και του κλήρου. Υπεραντιδραστική συμπεριφορά από τη μια αλλά και με τα όπλα στο χέρι στο πλευρό των επαναστατών στη Νικαράγουα, στο Μεξικό, δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη ο παπα-Ανυπόμονος και άλλοι ιερωμένοι. Αυτό ακριβώς επαληθεύει στην πράξη τη θέση πως «δεν είναι όρος ένταξης ή μη στο εργατικό και αριστερό κίνημα, οι αθεϊστικές ή όχι αντιλήψεις των αγωνιστών». Προϋπόθεση όμως για να εμφανιστούν οι νέοι παπα-Ανυπόμονοι είναι να υπάρξει ο συλλογικός, εργατικός Άρης του 21ου αιώνα!

 

  * Ο Αλ. Αναγνωστάκης είναι φυσικός

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΙΙ

 

[6]. W. Heisenberg: “Physik und Philosophie” (“ Ο νόμος της αιτιότητας δεν ισχύει πλέον στην κβαντική θεωρία..”)

[7]. Ευτύχης Μπιτσάκης, ό.π.

[8]. N. Bohr, Ατομική Θεωρία και Περιγραφή της Φύσης.

[9]. Ε Μπιτσάκη: “Από τη Πυρά στον Άμβωνα”, “Η εξέλιξη των Θεωριών της Φυσικής” εκδόσεις Δαίδαλος- Ι. Ζαχαρόπουλος, “Ο νέος επιστημονικός Ρεαλισμός”, 1999, εκδόσεις Gutenberg.

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/details.php?id=1975