Αρχείο κατηγορίας Θρησκευτική αγωγή εν μέσω συγχίσεων

Σε εποχή που όλα μετατρέπονται σε θρησκείες από τους εμπορευματοποιημένους φορείς των εξουσιαστών, ο δρόμος της αγωγής είναι δύσβατος

ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ

ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

Στην παράδοση της Δύσης το πάθος του Κυρίου μας βιώνεται ως συναισθηματική μέθεξη με αναπαραστάσεις, μεταξύ των οποίων κεντρική είναι αυτή της σταύρωσης. Κάποιοι πιστοί έχουν τάμα να γευθούν έστω με τρόπο μετρίως οδυνηρό το μαρτύριο επί του σταυρού του Σωτήρα μας. Στα πλαίσια ίσως αυτής της παράδοσης εμφανίζονται στις ημέρες μας κατά τις παραμονές του Πάσχα εθελοντές σταυρωτές. Δεν πρόκειται για σιδηρουργούς που θα ετοιμάσουν τα καρφιά, αφού άλλωστε οι πάσχοντες καθ’ ομοίωση του Χριστού δεν καρφώνονται, ούτε για ξυλουργούς, που θα ετοιμάσουν τον σταυρό. Οι σταυρωτές αυτοί είναι μορφωμένοι, είναι στοχαστές, είναι διαπρεπείς επιστήμονες, που προβάλλουν στον κόσμο την «επιστημονική αλήθεια», για να τον βοηθήσουν να αποφύγει τις πλάνες! Το ερώτημα, που δεν τίθεται για να απαντηθεί είναι: Γιατί αυτοί δεν εμφανίζονται κάποια άλλη χρονική περίοδο του έτους παρά τις παραμονές του Πάσχα των δυτικών; Και γιατί όλα τα μαζικά μέσα ενημέρωσης (πολύ χαρακτηριστικός ό όρος μαζικά, ώστε να συνειδητοποιήσουμε πώς οι κρατούντες θεωρούν τους λαούς) ενορχηστρωμένα σπεύδουν να προβάλουν την είδηση, δηλαδή τη νέα σταύρωση του Σωτήρα μας με συκοφαντία, που δεν θα άντεχε αν οι λαοί δεν είχαν απολέσει πλήρως τα λογικό και ηθικό αισθητήρια;

Συνέχεια

"ΚΑΙΡΟΣ": ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ για το Φθινόπωρο

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ για το Φθινόπωρο

Χολαργός  20-10-2013

 

Ανακοίνωση του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου "ΚΑΙΡΟΣ"


 

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ – για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου επιθυμεί να γνωστοποιήσει στα μέλη του, ότι υλοποιώντας συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσεων, επισκέπτεται και ενημερώνει για τους σκοπούς του συλλόγου αλλά και για τα προβλήματα του χώρου στην εκπαίδευση, συλλογικούς φορείς και παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τον τρόπο άσκησης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, τη φυσιογνωμία του μαθήματος των θρησκευτικών αλλά και το πλαίσιο εργασίας των θεολόγων εκπαιδευτικών.

Για το σκοπό αυτό υλοποιώντας συγκεκριμένο σχέδιο δράσης επισκέπτεται πολιτικά κόμματα, εκπαιδευτικούς συλλογικούς φορείς αλλά και πολιτειακά θεσμικά όργανα. Έτσι ήδη συζήτησε εποικοδομητικά με την επιτροπή θρησκευμάτων του τομέα παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, επισκέφθηκε και ενημέρωσε το ΔΣ της ΟΛΜΕ για τα ζητήματα του κλάδου μας, ενώ επίκειται επίσκεψη σε άλλα πολιτικά κόμματα και στο υπουργείο παιδείας. Παράλληλα παρακολουθώντας άγρυπνα την εκπαιδευτική επικαιρότητα παρεμβαίνει συνεχώς με ανακοινώσεις και δημόσιες τοποθετήσεις σε ζητήματα αιχμής (ωράριο μαθήματος, αδιοριστία θεολόγων, πρόγραμμα σπουδών για τα θρησκευτικά δημοτικού-γυμνασίου, επιμόρφωση, αναθέσεις μαθημάτων σε θεολόγους) αλλά ταυτόχρονα συμπράττει με άλλες θεολογικές ενώσεις που συμμερίζονται την προβληματική του και βρίσκουν κοινό τόπο συνάντησης για συντονισμένη δράση όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, όπως συνέβη το καλοκαίρι με την κοινή ανακοίνωση των θεολογικών ενώσεων της χώρας προ της επικείμενης παρουσίασης του ωρολογίου προγράμματος της λυκειακής βαθμίδας. Η συνεχής επαφή με τις θεολογικές σχολές (βλ. συναντήσεις με κοσμήτορες – προέδρους τμημάτων αλλά και κοινή εκδήλωση με τη Θεολογική Σχολή Αθήνας) επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον του συλλόγου και για την πλευρά αυτή της θρησκευτικής εκπαίδευσης δημιουργώντας νέα δεδομένα στη σχέση τους με την «μαχόμενη» εκπαίδευση, καθώς δημιουργεί προϋποθέσεις ουσιαστικής σύμπραξης με τον σχεδιασμό και υλοποίηση κοινών προγραμμάτων, που θα εξυπηρετήσουν ουσιαστικά και σε βάθος χρόνου την δια βίου επιμόρφωση των θεολόγων εκπαιδευτικών.

Με τη λειτουργία των τεσσάρων παραρτημάτων μας που ήδη δραστηριοποιούνται  και  συντονίζονται με το πρόγραμμα δράσης του ΔΣ  ελπίζουμε σε μια ουσιαστικότερη και αναβαθμισμένη παρουσία των μελών μας στο χώρο της εκπαίδευσης καθώς υποστηρίζουν την έκφραση μιας καινής θεολογικής γλώσσας, προσαρμοσμένης στις σύγχρονες ανάγκες του μαθητή. Στο πλαίσιο αυτό λειτουργεί ήδη από τριετίας-μεταξύ των άλλων-και το νέο πρόγραμμα σπουδών για τα θρησκευτικά στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο, το οποίο παρά την ασκούμενη πολεμική φαίνεται αργά αλλά σταθερά να εδραιώνεται στη συνείδηση των θεολόγων ως μια αξιοσημείωτη πρόταση για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας. Στη συνέχεια της εργώδους αυτής προσπάθειας και με ευθύνη των συντελεστών του νέου ΠΣ συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν σε καλαίσθητο τόμο με τον τίτλο «Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο» (εκδ. Αρμός) ενδιαφέροντα κείμενα που απηχούν τις κυριότερες απόψεις από τον θεολογικό, εκπαιδευτικό, παιδαγωγικό και εκκλησιαστικό χώρο, σχετικά με τη φυσιογνωμία, το περιεχόμενο και τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στο σύγχρονο δημόσιο σχολείο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο διάλογο και την κριτική και για το νέο Πρόγραμμα σπουδών.

Το ΔΣ του συλλόγου στην πρόσφατη συνεδρίασή του (Αθήνα, 19/10/2013) επαναβεβαίωσε την ανάγκη για τον προγραμματισμό – συντονισμό δράσεων (σε κεντρικό αλλά και περιφερειακό επίπεδο) που υπηρετούν αποτελεσματικά τόσο τα προβλήματα της καθημερινότητας των θεολόγων εκπαιδευτικών όσο και τα ζητήματα που σχετίζονται με τους τρόπους έκφρασης της θεολογίας σήμερα στη χώρα μας. Ήδη σχεδιάζονται προγράμματα σύμπραξης με ακαδημαϊκά ιδρύματα για ουσιαστική επιμόρφωση των θεολόγων εκπαιδευτικών, λειτουργία ηλεκτρονικού επιστημονικού περιοδικού με τον τίτλο «Παιδεία και Θρησκεία», αναβάθμιση της ιστοσελίδας μας, ταχύρρυθμα θεολογικά σεμινάρια, θεματικές ημερίδες.

Η επιτυχία των δραστηριοτήτων αυτών εξαρτάται φυσικά και  από τη δική σας συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα (σχεδιασμός, οργάνωση, υλοποίηση, παρακολούθηση). Το ΔΣ είναι ανοικτό σε προτάσεις που διατυπώνονται είτε ατομικά είτε μέσω των παραρτημάτων, τα οποία ήδη συσπειρώνουν πολλούς συναδέλφους της περιφέρειας. Η συνεχής συνεργασία και σύνδεση των συναδέλφων – μελών μας με το σύλλογο και τις δραστηριότητές του, αφενός τονώνει την ανάγκη ανατροφοδότησης του έργου μας στο σχολείο και αφετέρου τροφοδοτεί το σύλλογο και τα όργανά του με πολύτιμες πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στη σχολική καθημερινότητα, υποστηρίζοντας με τον τρόπο αυτό τις αναγκαίες παρεμβάσεις του στα θεσμικά όργανα της πολιτείας για την «θεραπεία» προβλημάτων . Για την εξυπηρέτηση  θεμάτων που αφορούν στα μέλη μας παραθέτουμε τα e-mail του προέδρου & του Γ. Γραμματέα μέσω των οποίων θα είναι εφικτή αυτή η συνεργασία και αλληλοπληροφόρηση: arganda@sch.gr (Αργυρόπουλος Ανδρέας) και pidasos@otenet.gr (Παπαδόπουλος Γιώργος).

Με την ευκαιρία  έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς που ήδη διανύουμε όλοι μας σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες στον εργασιακό μας χώρο και σε αναμονή της ανακοίνωσης με τις λεπτομέρειες των παραπάνω δράσεων του συλλόγου, το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί μέσω της παρούσης επικοινωνίας να ευχηθεί δύναμη, υγεία και φωτισμό για την διακονία του έργου σας, που σίγουρα αποτελεί για όλους  σημείο αναφοράς και κατάθεση ψυχής.

                                            Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

                                         

Ο Πρόεδρος                           Ο Γ. Γραμματέας                           Τα μέλη       

Το Μάθημα των Θρησκευτικών

Το Μάθημα των Θρησκευτικών

 

Του Γιώργου Καλαντζή*

 

Το ΜτΘ αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης όχι για το ίδιο το μάθημα αλλά για την εθνική μας ταυτότητα. Η Μ. Ρεπούση φρόντισε μάλιστα η συζήτηση να πάρει ακραία μορφή συμπεριλαμβάνοντας και τα Αρχαία Ελληνικά. Η επιλογή της δεν έχει σχέση με κάποιο συνολικό φιλοσοφικό ή πολιτικό διακύβευμα αλλά αποτελεί μιαν εντελώς λαϊκίστικη προσωπική στρατηγική. Η Χρυσή Αυγή και η Μ. Ρεπούση παίζουν το ίδιο παιχνίδι για να εξασφαλίσουν την θέση τους στην Δεξιά και την Αριστερά αντιστοίχως.

Προσπαθούν να μας εγκλωβίσουν στο δίλημμα αν το Κράτος θα επιβάλλει την αθεΐα (δηλαδή έναν «αντίστροφο» προσηλυτισμό) ή την εθνοφυλετική «Ορθοδοξία» του μίσους. Για το καλό όλων δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε στις ακραίες μειοψηφίες να διαμορφώσουν το ερώτημα που θα απαντήσει η πλειοψηφία.

Το ίδιο το μάθημα των Θρησκευτικών ή των Αρχαίων Ελληνικών ή της Ιστορίας δεν θα είναι ποτέ προς διαπραγμάτευση -ακόμα και αν Υπουργός Παιδείας γίνει η Μ. Ρεπούση. Προς διαπραγμάτευση είναι πάντα οι μέθοδοι και οι στόχοι διδασκαλίας. Πώς, δηλαδή, τα παιδιά μας θα αποκτήσουν τα καλύτερα εφόδια για να επιτύχουν σ' έναν έντονα ανταγωνιστικό κόσμο. Πώς θα γίνουν Ευρωπαίοι πολίτες χωρίς να χάσουν την εθνική τους ταυτότητα. Πώς θα καταλάβουν γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία είναι αδιαπραγμάτευτες αρχές. Πώς θα μπορούν να αντέξουν το βάρος και την ευθύνη να είναι Έλληνες. Πώς θα κατανοήσουν ότι όποτε ο Ελληνισμός κουλουριάζεται σαν τον σκαντζόχοιρο, οι ήττες και οι καταστροφές είναι αναπόφευκτες, ενώ όποτε ανοίγει τα φτερά του ως δικέφαλος Αετός γράφει νέες σελίδες δόξας.

Τι σχέση, όμως, έχει μ' αυτούς τους στόχους το ΜτΘ; Σημαντικότατη, γιατί τελικά η Ορθοδοξία καθορίζει την ηθική και πολιτισμική συγκρότηση του Έθνους μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν η πίστη μας, μας οδηγεί να χαρακτηρίσουμε την Χρυσή Αυγή «γλυκιά ελπίδα» ή «μαύρη νύχτα» αφορά τους πάντες ανεξαρτήτως θρησκεύματος γιατί τελικά όλοι θα υποστούν τις συνέπειες της απάντησης.

Η ελληνική Αριστερά διαπράττει θανάσιμο λάθος όταν αντί να κατανοήσει την ανάγκη των καιρών, επιμένει σε ξεπερασμένες αναλύσεις που αφορούν άλλες κοινωνίες με διαφορετική ιστορία και εμπειρίες παίζοντας έτσι το παιχνίδι της ακροδεξιάς.

Το ΜτΘ κινδυνεύει λιγότερο από την Αριστερά και περισσότερο από εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως οι πιο φανατικοί υπερασπιστές του επιδιώκοντας να του προσδώσουν ένα σκληρό κατηχητικό χαρακτήρα. Η κατήχηση είναι ευθύνη της Εκκλησίας και όχι της Πολιτείας γι' αυτό παρέχεται από Ιερείς στις Εκκλησίες κι όχι από επιστήμονες της Θεολογίας στα σχολεία. Ένα κατηχητικό μάθημα δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικό (διότι είναι ευθύνη του γονέα αν και σε ποιον θα επιτρέψει να κατηχήσει το παιδί του σε θέματα πίστης) και δεν μπορεί να βαθμολογείται, διότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να βαθμολογήσει την πίστη. Μόνο η γνώση μπορεί να βαθμολογηθεί.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, για το μέλλον των Θρησκευτικών δεν είναι αν θα διδάσκονται, αλλά ποια Θρησκευτικά θα διδάσκονται. Στο ερώτημα αυτό έχουν ήδη απαντήσει οι εντεταλμένοι προς τούτο από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο Ιεράρχες μας (Εισήγηση Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου 4/5/2012 και Εισήγηση Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου 5/11/2012), τα Τμήματα Θεολογίας, σημαντικότατοι Θεολόγοι διεθνούς κύρους (πχ Μ. Μπέγζος ή Χ. Σταμούλης) αλλά και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής με το πιλοτικό πρόγραμμα για το ΜτΘ (βλ. «Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο», Αρμός). Όποιος διαβάσει αυτά τα κείμενα θα αντιληφθεί το έγκλημα της Μ. Ρεπούση αλλά και γιατί η Χρυσή Αυγή είναι στρατηγικός εχθρός του ΜτΘ.

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος Β' έχει πει ότι η παράδοση για να μένει ζωντανή πρέπει να αλλάζει. Κάθε μέρα, λοιπόν, που περνά χωρίς να αλλάζει το ΜτΘ, τόσο απονομιμοποιείται μέσω των μαζικών απαλλαγών από την διδασκαλία του, τόσο υπονομεύεται με την άτυπη υποκατάστασή του από άλλα μαθήματα ώστε να γίνουν πιο «ανταγωνιστικά» τα σχολεία και τόσο χάνουμε μια μοναδική ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

* Ο Γιώργος Καλαντζής είναι Γεν. Γραμματέας Θρησκευμάτων

ΠΗΓΗ: "Τα Νέα". Το είδα: 4 Οκτωβρίου 2013, http://www.amen.gr/article15507

Η κ. Ρεπούση, ο κ. Κουράκης & ο Ροβεσπιέρος

Η κ. Ρεπούση, ο κ. Κουράκης και ο Ροβεσπιέρος

 

Του Λευτέρη Κουσούλη


 

Κάθε τόσο μια μερίδα της ψευδοριζοσπαστικής Αριστεράς επαναφέρει με ποικίλες προσεγγίσεις το ζήτημα. Να καταργηθούν τα θρησκευτικά! Το σύνθημα έχει απήχηση. Φιλοξενείται στον Τύπο, αναπαράγεται και διαδίδεται με ταχύτητα. Οι εκφραστές της θέσης – η κ. Ρεπούση από τη ΔΗΜΑΡ και ο κ. Κουράκης από το ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαβάζω, ο καθένας με τον τρόπο του – περήφανοι αυτοπροβάλλονται, με άλλοτε φανερή και άλλοτε κεκρυμμένη την αλαζονία, που χαρακτηρίζει στην ιστορία όλους τους διεκδικητές της τελικής αλήθειας.

Πρόκειται για ιδεοληπτική στάση, με αφορμή ένα θέμα απολύτως δευτερεύουσας σημασίας, σε μια εποχή συγκλονιστικής αναζήτησης και αμφισβήτησης βεβαιοτήτων και ιδεολογικών αναφορών. Οι αυτοεπαναλαμβανόμενοι ψευδοριζοσπάστες της Αριστεράς δεν έχουν απάντηση για τα προβλήματα της εποχής. Με παρόμοιες δηλώσεις παλαιού τύπου καλύπτουν το άγχος της πολιτικής τους αμηχανίας. Την απόλυτη αδυναμία πολιτικής καινοτομίας. Είναι μια κίνηση γύρω από το τίποτα. Είναι στο βάθος μια αγωνιώδης αναζήτηση ταυτότητας. Αλλά η θεμελίωση μιας νέας ταυτότητας σήμερα, προϋποθέτει την αμφισβήτηση της παλαιάς. Και οι άνθρωποι – ας τους κατανοήσουμε – δεν το μπορούν. Για αυτούς τα προσχήματα αρκούν. Για αυτούς οι διακηρύξεις είναι πολιτική. Η ιδεοληψία ο μόνος τους δρόμος.

Στη μεγάλη επανάσταση, στη Γαλλική Επανάσταση, στο έτος ΙΙ, επιχειρήθηκε μια ριζική αποχριστιανοποίηση. Ο Ροβεσπιέρος υπερασπίστηκε τη λατρεία του Υπέρτατου Όντος και ο ίδιος, μέσα στην επαναστατικότητά του, πήρε την πρώτη θέση ως πρωθιερέας στις λιτανείες που καθιερώθηκαν τότε στο Παρίσι, μοιράζοντας στάχυα στους πολίτες που πλημμύριζαν τους δρόμους! Θυμίζω ότι η λατρεία του Υπέρτατου Όντος καθιερώθηκε από τη Συμβατική στις 18 Φλορεάλ (Μάιος 1794). Το ύφος Ροβεσπιέρου επανέρχεται από εποχή σε εποχή. Και την ώρα που οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από ένα ποιοτικό άλμα αυτουπέρβασης και νέας θεμελίωσης, οι αιχμάλωτοι της ιδεοληψίας είναι εδώ, συμβάλλοντας στο τέλμα και στην καθυστέρηση της συνείδησης.

Ασφαλώς και πρέπει αυτό που ονομάζουμε «Θρησκευτικά» στο σχολείο να αλλάξει ή και να καταργηθεί. Εξάλλου, ποτέ το Ευαγγέλιο – αυτό είναι στο βάθος ο αντίπαλος της ψευδοριζοσπαστικής αντίληψης – δεν παρουσιάστηκε στο ελληνικό σχολείο, ως αυτό που πραγματικά είναι: ως ένα μανιφέστο ελευθερίας.

Σε λίγες μέρες, ανοίγουν τυπικά τα σχολεία. Κανένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν αρκεί για να μεταφέρει γνώση ή γνώσεις στους νέους ανθρώπους. Στο πάθος της δασκάλας και του δασκάλου, στην αφοσίωση της καθηγήτριας και του καθηγητή, στη συνείδησή τους, βρίσκεται το ζήτημα. Τους παρακαλώ να δεχθούν τις ευχές μου για καλή χρονιά.

 

Υ.Γ. Ας μου επιτρέψει η κ. Ρεπούση και ο κ. Κουράκης να επισημάνω ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε θρησκεία. Αλλά αυτό είναι, πράγματι, μια μεγάλη συζήτηση.

ΠΗΓΗ:

 ΛΕΓΕΙΝ & ΠΡΑΤΤΕΙΝ <landpgr@landp.gr>

προς:

 ΛΕΓΕΙΝ & ΠΡΑΤΤΕΙΝ <landpgr@landp.gr>

ημερομηνία:

 6 Σεπτεμβρίου 2013 – 2:33 μ.μ.

θέμα:

 Από Λευτέρη Κουσούλη

Η κοινωνική λειτουργία των Θρησκευτικών

Η κοινωνική λειτουργία του μαθήματος των Θρησκευτικών

 

Του Γιώργου Φιλιππίδη*



Πολύς λόγος γίνεται από χθες για την αναγκαιότητα της ύπαρξης του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες της σύγχρονης εκπαίδευσης. Πολλές απόψεις έχουν κατατεθεί με αφορμή την τοποθέτηση της κας Ρεπούση αν θα πρέπει το εν λόγω μάθημα να διδάσκεται υποχρεωτικά ή προαιρετικά, αν θα πρέπει να έχει Ορθόδοξο Θρησκευτικό ή Θρησκειολογικό χαρακτήρα, αν θα πρέπει να υπάρχει αιτιολογημένη απόφαση του μαθητή για την απαλλαγή του από το μάθημα ή όχι και άλλα πολλά.

Σίγουρα η κάθε άποψη είναι σεβαστή και έχει τη δική της βαρύνουσα αξία και σημασία. Θα ήθελα ωστόσο, ως κοινωνικός επιστήμων, να σταθώ στα σημεία εκείνα σύμφωνα με τα οποία το μάθημα των Θρησκευτικών, εφόσον διδάσκεται σωστά, μπορεί να συμβάλλει στην πρόληψη διαφόρων μορφών αντικοινωνικής συμπεριφοράς.  

Σύμφωνα με το Νόμο πλαίσιο (1566/1985 άρθρ. 1-παρ.1.), «Σκοπός της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές: α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι σε κάθε περίπτωση απαραβίαστη».

Με άλλα λόγια βασικός σκοπός της εκπαίδευσης είναι η καλλιέργεια του ανθρώπου και η δημιουργία ελεύθερων και δημοκρατικών χαρακτήρων. Ο σκοπός αυτός, όπως είναι φυσικό, επιδιώκεται από τα λεγόμενα ανθρωπιστικά μαθήματα, στα οποία ανήκει και το μάθημα των Θρησκευτικών που έχει ηθική, κοινωνική, ψυχοθεραπευτική, πολιτιστική και παιδαγωγική αξία.

 Το μάθημα των Θρησκευτικών στοχεύει στο να καλλιεργεί το χαρακτήρα των μαθητών και τις αρετές ώστε να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ανεπηρέαστες από κάθε λογής αντικοινωνικές συμπεριφορές. Επίσης, το μάθημα των Θρησκευτικών καταπραΰνει τα πάθη της ψυχής και διδάσκει την αγάπη. Προσανατολίζει τους μαθητές σε μια αγωνιστική πορεία στη ζωή για την επικράτηση υπέρτατων αξιών όπως η ισότητα όλων των ανθρώπων, η δικαιοσύνη, η συναδέλφωση, η ελευθερία, κ.α. Ο υπουργός Παιδείας της Αγγλίας δρ. Μπόϋσον έγραψε σε σχετικό άρθρο: «Η καθημερινή συλλογική λατρεία και θρησκευτική διδασκαλία είναι καθήκον. Η θρησκεία είναι όχι μονάχα υπόσχεση και ελπίδα, αλλά εμβολιασμός ενάντια σε ολέθριες δυνάμεις που φθονούν σήμερα και απειλούν την κοινωνία».

Είναι γεγονός ότι οι νέοι που διακατέχονται από Θρησκευτική συνείδηση, εμφανίζουν ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να παρασυρθούν σε αντικοινωνικές συμπεριφορές όπως η βία και η εγκληματικότητα, η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, η επιθετικότητα, η μισαλλοδοξία, τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας, η καταστροφή του περιβάλλοντος κ.α. Οι νέοι αυτοί δεν ισχυρίζεται κανείς ότι είναι καλύτεροι από τους υπολοίπους, απλά διαθέτουν ισχυρά  κοινωνικά αντισώματα διότι μέσω της Θρησκευτικής τους παιδείας έμαθαν να αγαπούν τη δημοκρατία, να σέβονται την ισονομία, να είναι γαλήνιοι, να καλύπτουν τα υπαρξιακά τους κενά, να μη δέχονται την αδικία, να υπακούουν στους θεσμούς και να διατηρούν τις παραδόσεις. Απόρροια όλων αυτών είναι να έχουν άρτια ψυχοσωματική ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και να είναι απαλλαγμένοι από κάθε μορφής αντισυμβατικές συμπεριφορές. Η εκδήλωση της θρησκευτικότητας από μικρή ηλικία, ως ένα στοιχείο της ταυτότητας του προσώπου, συμβάλλει στην ψυχική υγεία και ισορροπία του ανθρώπου, ενώ αντίθετα η καταπίεση της εκδήλωσης της έμφυτης θρησκευτικότητας, η οποία εκδήλωση αποτελεί ψυχική ανάγκη, οδηγεί σε διάφορες ψυχικές διαταραχές. Ως εκ τούτου με το μάθημα των Θρησκευτικών ικανοποιείται, ως ένα βαθμό, η ψυχική αυτή ανάγκη του ανθρώπου με ευεργετικά αποτελέσματα γι' αυτόν τον ίδιο, την οικογένειά του και την κοινωνία.

Η πρώην πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ, αναγνωρίζοντας την αξία των θρησκευτικών στα σχολεία δήλωσε ότι, «προτιμά να πληρώνει θεολόγους στα Σχολεία με ασήμαντα χρηματικά ποσά, παρά να βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με τα ογκώδη ποσά που χρειάζονται για την αντιμετώπιση των ναρκωτικών».

Το 2004 η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» ανέφερε ότι: «η γενιά των 40-50 ετών απαιτεί από τη σύγχρονη εκπαίδευση τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών…Απέναντι στην κρίση της οικογένειας και των θεσμών ανακαλύπτονται ξανά οι πιο παραδοσιακές γονικές κινήσεις όπως η θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών. Πάρα πολλοί γονείς γνώρισαν πολλές αποτυχίες με τα παιδιά τους για να εξακολουθήσουν να περιφρονούν τη θρησκεία».      

Από όλα τα παραπάνω είναι προφανής η τεράστια συμβολή του μαθήματος των Θρησκευτικών (εφόσον διδάσκεται σωστά) στην πρόληψη φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, σε όλες τις βαθμίδες τις εκπαίδευσης. Ίσως είναι ένα από τα βασικότερα ανθρωπιστικά μαθήματα που δίνει στο νέο ουσιαστικά εφόδια για την αντιμετώπιση καθημερινών πολύ προβληματικών καταστάσεων που καλείται να αντιμετωπίσει, απέναντι σε μια τεχνοκρατική κοινωνία που προβάλλει συνεχώς τον άκρατο υλισμό και καταναλωτισμό ως μόνη μορφή ευτυχίας.

Γι' αυτό το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να το αντιμετωπίζουμε όλοι (πιστοί, αμφισβητίες, προβληματισμένοι κ.α.) ως αξία η οποία καλλιεργεί τον άνθρωπο και τον ολοκληρώνει ως κοινωνική προσωπικότητα και όχι ο καθένας από τη «θέση» που κατέχει ή τα υποκειμενικά ιδεολογικά «δίοπτρα» που φορεί.        

* Φιλιππίδης Γιώργος, Κοινωνικός Λειτουργός, Υποψήφιος Διδάκτωρ  Μsc Παιδαγωγικής


ΠΗΓΗ: Πέμ, 05/09/2013, http://www.alfavita.gr/arthron/…B7#ixzz2e0wIeczq

Για τις Αναθέσεις των Θεολόγων και όχι μόνο

Για τις Αναθέσεις των Θεολόγων και όχι μόνο

 

 Από Συνδέσμους θεολόγων και Παραρτήματα του Καιρού*

 

Από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους έως και σήμερα το θρησκευτικό μάθημα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Συνταγματικά κατοχυρωμένο και μόνιμα παρόν στα αναλυτικά προγράμματα  του νεότερου ελληνικού σχολείου συμβάλλει με τον τρόπο του στην ανάδειξη της πνευματικής παράδοσης αλλά και της πολιτιστικής ταυτότητας της πατρίδας μας, καθώς έχει γαλουχήσει γενιές Ελλήνων, αντλώντας από τον πλούτο της Ορθόδοξης πίστης και ζωής που διαλέγεται ταυτόχρονα με κάθε θρησκευτική ή άλλη ετερότητα.

Οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί διακονούν διαρκώς με ζήλο και υπευθυνότητα τους μαθητές στοχεύοντας στην ελεύθερη και πέρα από φανατισμούς ανάπτυξη της προσωπικότητας και της θρησκευτικής τους συνείδησης, κατά τα οριζόμενα στο Σύνταγμα της χώρας μας.   

Ωστόσο, παρά την εγνωσμένη αξία και προσφορά του μαθήματος, τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί  μια προσπάθεια υποβάθμισης ή περιθωριοποίησης της θρησκευτικής παιδείας στο δημόσιο σχολείο. Τα διάφορα σενάρια με προτάσεις για το μάθημα των Θρησκευτικών και το ωράριο διδασκαλίας του προβληματίζουν έντονα τον κλάδο μας και δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό.

– Καλούμε στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία την ηγεσία του Υπουργείου αλλά και τον πολιτικό κόσμο της χώρας να αξιοποιήσει το θρησκευτικό μάθημα το οποίο αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο μορφωτικό αγαθό (Άρθρα 3 και 16 § 2 Συντάγματος), αναδεικνύοντας το ανθρωπιστικό του περιεχόμενο που συμβάλλει στην πνευματική, ηθική και ψυχική ολοκλήρωση των μαθητών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

– Για τους λόγους αυτούς απαιτούμε την μη παραβίαση του ισχύοντος ωρολογίου προγράμματος για το μάθημα των Θρησκευτικών, σε όλους τους τύπους της Λυκειακής βαθμίδας.

– Οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί διεκδικούμε επίσης την κατοχύρωση της διδασκαλίας σε β΄ ανάθεση της Ιστορίας της Β΄ Λυκείου καθώς και την κάλυψη οποιασδήποτε διδακτικής ανάγκης που αφορά σε διδασκόμενο μάθημα και συνάδει φυσικά με τα προγράμματα σπουδών των Θεολογικών Σχολών.

– Σχετικά με το ζήτημα των απαλλαγών, το θρησκευτικό μάθημα να αντιμετωπίζεται όπως προβλέπεται για όλα τα υποχρεωτικά μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος. Εξυπακούεται ότι είναι επιβεβλημένη η ανάκληση όλων των εγκυκλίων του 2008, οι οποίες με την ασάφειά τους και την διγλωσσία τους δημιούργησαν μείζον θέμα σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο χορήγησης απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών στο Ελληνικό σχολείο. Για μια ακόμη φορά, επισημαίνουμε την επιτακτική ανάγκη για την έκδοση μιας νέας εγκυκλίου που θα ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα αυτό.

– Προσκαλούμε τέλος όλους τους θεολόγους και τις επιστημονικές ενώσεις θεολόγων της χώρας σε κοινό αγώνα για την προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών και την προώθηση των δίκαιων αιτημάτων μας.

Οι υπογράφοντες το παρόν υπόμνημα, δια των διοικητικών συμβουλίων και των εκπροσώπων μας, τονίζουμε πως δεν είμαστε διατεθειμένοι να μείνουμε αδρανείς και να σιωπήσουμε. Σε μια εποχή όπου τα μαθήματα που προάγουν ανθρωπιστικές αξίες υποβαθμίζονται συνεχώς και οι μαθητές έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με φαινόμενα ανέχειας, συγκρούσεων και φανατισμού, η θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα προσδοκά ότι το θρησκευτικό μάθημα θα τύχει  του ενδιαφέροντος της πολιτείας εφόσον μαρτυρεί με τον ευαγγελικό λόγο ότι οι σύγχρονες προκλήσεις και αντιφάσεις έχουν απάντηση και λύση.

10-07-2013

 

* Οι υπογράφοντες την παρούσα επιστολή

 

    1.     ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΞΑΝΘΗΣ

    2.     ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

    3.     ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

    4.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

    5.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

    6.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

    7.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

    8.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΑΤΡΑΣ

    9.     ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ (υπό σύσταση)

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ:

 

1.      ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ Κ. ΚΩΝ/ΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

2.      ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ Κ. ΣΥΜΕΩΝ ΚΕΔΙΚΟΓΛΟΥ

3.      ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ Κ. ΚΩΝ/ΝΟΣ ΓΚΙΟΥΛΕΚΑΣ

4.      ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

5.      ΙΕΡΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

6.      Μ.Μ.Ε.

Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη – Δ.Τ.

Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

AΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ – ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ


Με μαζική συμμετοχή το Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη

–        Αίτημα για θρησκευτική εκπαίδευση χωρίς σκοπιμότητες,

–         με σεβασμό στη θρησκευτική παράδοση του τόπου

Θεσσαλονίκη, 14.03.2013

Με μαζική συμμετοχή θεολόγων εκπαιδευτικών και φοιτητών πραγματοποιήθηκε το διήμερο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Το Μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί – επισημάνσεις – προτάσεις» που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. υπό την Αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, η Έναρξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το πρωί της Δευτέρας, στις 09.30 στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τις εργασίες του Συνεδρίου ευλόγησε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, με Πατριαρχικό Γράμμα που απήυθυνε στους οργανωτές του Συνεδρίου και αναγνώστηκε κατά την Έναρξη, επισημαίνοντας ότι "το πρόγραμμα της εκπαιδεύσεως πρέπει να είναι χριστοκεντρικόν και να έχη ως βαθύτερον στόχον την πνευματικήν καλλιέργειαν των μαθητών", προσθέτοντας ότι "επιθυμία και προσπάθεια της Εκκλησίας ημών είναι η παιδεία να προσφέρη εις τον σύγχρονον παίδα αυτήν την εμπειρίαν της γνώσεως του αληθινού Θεού, και μόνον υπό μίαν τοιαύτην προοπτικήν νοηματοδοτείται η εκπαίδευσις και παροχή γνώσεως". Χαιρετισμό απέστειλε προς τους Συνέδρους και ο Υπουργός Μακεδονίας – Θράκης κ. Καράογλου. Το Συνέδριο επίσης χαιρέτησε με επιστολή του, λόγω υπηρεσιακής απουσίας του από τη Θεσσαλονίκη, ο Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Καθηγητής κ. Μυλόπουλος, σημειώνοντας ότι: «το συνέδριο αφορά στην αγωγή των μαθητών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μέσα από το μάθημα των θρησκευτικών, που ίσως περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα, είναι επιφορτισμένο με την ευθύνη για τη διαμόρφωση των παιδιών σε ολοκληρωμένες πνευματικές και ηθικές προσωπικότητες, σε ώριμους και ενεργούς πολίτες».

Την Έναρξη του Συνεδρίου κήρυξε, με εκτενή χαιρετισμό του, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. κ. Άνθιμος, ο οποίος και παρακολούθησε το σύνολο των εργασιών του. Χαιρετισμό απηύθυναν στους Συνέδρους και ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Καθηγητής κ. Τρίτος, ο Πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Καθηγητής κ. Καραθανάσης, ο Διευθυντής του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής Καθηγητής κ. Ρεράκης. Χαιρετισμό απηύθυναν επίσης η Βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης, Θεολόγος κ. Ξουλίδου, καθώς και ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων κ. Φραγκόπουλος.

Από τις εργασίες του Συνεδρίου αναδείχτηκε η σημασία του Μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολείο ως ευκαιρία μετάδοσης του ορθόδοξου χριστιανικού μηνύματος, των παναθρωπίνων αξιών της ελευθερίας, της αγάπης, της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας, καθώς και ο σημαντικός ρόλος του Θεολόγου σε αυτό. Παράλληλα, εκφράστηκαν προβληματισμοί ως προς  το ασαφές θεσμικό καθεστώς των απαλλαγών των μαθητών, αλλά και ως προς την επιχειρούμενη ανακατεύθυνση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από το περιεχόμενο και την εν γένει παιδαγωγική και θεολογική ταυτότητα του Προγράμματος Σπουδών που εφαρμόζεται πιλοτικά σε σχολεία της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης από το έτος 2011.

Επίσης, αναδείχτηκε η ανάγκη για απόσυρση του Πιλοτικού Προγράμματος και σύνταξη ενός νέου Προγράμματος για τα Θρησκευτικά, απαλλαγμένου από κάθε μορφής σκοπιμότητες, με τη συμμετοχή των ειδικών επιστημόνων των  Θεολογικών Σχολών, εκπροσώπων της Εκκλησίας, εκπροσώπων της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων και των άλλων περιφερειακών Συνδέσμων και Παραρτημάτων Θεολόγων καθώς επίσης και ενεργών θεολόγων της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης με ειδικά προσόντα, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη την ιστορική και θρησκευτική ταυτότητα του τόπου, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το νομικό και δικαιοπολιτικό καθεστώς, ελληνικό και διεθνές, για τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών.

Με βάση τα στοιχεία της Γραμματείας του Συνεδρίου, τις εργασίες του παρακολούθησαν μεταξύ των άλλων Συνέδρων και περισσότεροι από οκτακόσιοι (800) Σύνεδροι – εκπαιδευτικοί θεολόγοι και φοιτητές. Τις εργασίες παρακολούθησε επίσης το σύνολο σχεδόν των μελών ΔΕΠ του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, πολλά μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας, πλήθος ομοτίμων Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής, αλλά και Καθηγητές άλλων Σχολών.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ – ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:

Κτίριο Θεολογικής Σχολής (4ος όροφος) 54 124 Θεσσαλονίκη,

Τ: 2310 997103 F: 2310 997103

Μ: plab.past.auth.gr@gmail.com

W: plab.past.auth.gr B: plab-epopsis.blogspot.com

Θρησκευτικά: ΑΝΟΙΚΤΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ 16 εμπειρογνωμόνων

ΑΝΟΙΚΤΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου*

 

Αθήνα, 8  Μαρτίου 2013

 

Τον τελευταίο καιρό, τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου παρακολουθούμε εμβρόντητοι διάφορες ανακοινώσεις που αφορούν σε ενημερωτικές εκδηλώσεις για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Συνήθως πληροφορούμαστε εκ των υστέρων τη διοργάνωση, το πρόγραμμα, τους εισηγητές και σε ορισμένες περιπτώσεις τα πορίσματα αυτών των εκδηλώσεων από δημοσιεύματα στο διαδίκτυο. Κοινό χαρακτηριστικό των εκδηλώσεων είναι η μεροληπτική επιλογή ομιλητών, συχνά των ίδιων προσώπων, με απόλυτη ταυτότητα προσεγγίσεων και απόψεων, αλλά και η ιδεολογική και συχνά στρεβλή παρουσίαση των θέσεων και των περιεχομένων του νέου Προγράμματος Σπουδών.

Σε πρόσφατη ημερίδα στη Θεσσαλονίκη για το ίδιο θέμα, ομιλητές ήταν τα ίδια ακριβώς πρόσωπα που είχαν συμμετάσχει και σε προηγούμενη παρόμοια εκδήλωση στην Αθήνα, προβαίνοντας σε απαράδεκτες κρίσεις και χαρακτηρισμούς για την Επιτροπή και το έργο της. Γι' αυτό, μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων ζήτησαν να τους δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσουν τις θέσεις τους. Παρ' όλα αυτά, το αίτημά τους δεν έγινε αποδεκτό από την οργανωτική επιτροπή της εκδήλωσης, για ακατανόητους σε εμάς λόγους.

Με έκπληξη διαπιστώνουμε ότι η αντιεπιστημονική και αντιδεοντολογική αυτή τακτική συνεχίζεται.

Όπως διαβάσαμε στο διαδίκτυο και χθες σε δημοσίευμα της «Καθημερινής» (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_07/03/2013_513450), επίκειται η πραγματοποίηση Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου για το μάθημα των Θρησκευτικών, με θέμα «Το Μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί, Επισημάνσεις, Προτάσεις» (Θεσσαλονίκη, 11-12 Μαρτίου). Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Οργανωτικής Επιτροπής, στο πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλαμβάνονται τουλάχιστον επτά εισηγήσεις οι οποίες αναφέρονται ρητά στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, με εισηγητές που ήδη έχουν δημοσιεύσει επικριτικές απόψεις γι' αυτό. Επισημαίνουμε, λοιπόν, ότι και αυτό το πρόγραμμα του Συνεδρίου διαμορφώθηκε αποκλειστικά από τους διοργανωτές, χωρίς προηγουμένως να γίνει απολύτως καμία πρόσκληση στην Επιτροπή του νέου Προγράμματος Σπουδών ή έστω να δοθεί βήμα και σε εισηγητές που αντιμετωπίζουν θετικά το νέο αυτό Πρόγραμμα. Για λόγους ηθικής τάξεως και επιστημονικής δεοντολογίας θα περιμέναμε να έχουμε τη δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής σε επίπεδο εισηγήσεων, για την παρουσίαση των απόψεών μας, του νέου Προγράμματος Σπουδών και του έργου της Επιτροπής.

Θεωρούμε ότι πρόκειται για σκοπίμως μεροληπτική και παραπληροφορούσα πρακτική, η οποία είναι απαράδεκτη επειδή δεν προάγει τον επιστημονικό διάλογο, διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα και είναι ηθικά και επιστημονικά επιλήψιμη. Η έκπληξη μας είναι ακόμη μεγαλύτερη, επειδή στην προκείμενη περίπτωση ο διοργανωτής είναι ένας ακαδημαϊκός θεσμός, το Εργαστήριο Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής – Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ., το οποίο οφείλει να σέβεται την επιστημονική δεοντολογία, καθώς επίσης επειδή η σχεδιαζόμενη εκδήλωση φιλοδοξεί να είναι επιστημονικό συνέδριο. Καθώς τονίζει στο εν λόγω δημοσίευμα και ο αρθρογράφος της «Καθημερινής», Α. Λακασάς, «Βέβαια, οι διοργανωτές θεωρούν ότι "η πολλαπλότητα και η ένταση των αντιδράσεων κατά του πιλοτικού προγράμματος έχουν εκ των πραγμάτων καταστήσει προβληματική την εφαρμογή του". Όμως, η παραπάνω εκτίμησή τους έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την παραδοχή των ίδιων ότι "ενισχύονται οι φωνές που τάσσονται εναντίον του χαρακτήρα και του περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών". Γιατί, λοιπόν, να σταματήσει η πιλοτική εφαρμογή του; Μήπως αντί να στήνονται διελκυστίνδες ο διάλογος να γίνει χωρίς αγκυλώσεις και θέσφατα;»

Για τους παραπάνω λόγους εκδηλώνουμε την έντονη διαμαρτυρία μας προς την Οργανωτική Επιτροπή του εν λόγω Συνεδρίου, δηλώνοντας ταυτόχρονα την προσήλωσή μας στο αίτημα για έγκυρο και έντιμο επιστημονικό, παιδαγωγικό και θεολογικό διάλογο.

 

Η Επιτροπή εκπόνησης του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά

 

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων / Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, υπεύθυνος επιστημονικού πεδίου

Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Παναγιώτης Υφαντής, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Δημήτρης Μόσχος,  Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Άγγελος Βαλλιανάτος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Γιώργος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Παναγιώτης Ταμβάκης, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Γιώργος Στάθης, ε.τ.  Μόνιμος Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Όλγα Γριζοπούλου, Δρ. Θεολογίας

Κωνσταντίνος Ζορμπάς, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος, καθηγητής Θεολόγος

Παντελεήμων Καλαϊτζίδης, Δρ. Θεολογίας, τ. Πάρεδρος ε.θ. του Π.Ι., καθηγητής Θεολόγος

Αθανάσιος Νευροκοπλής, MTh, καθηγητής Θεολόγος

Φώτιος Διαμαντής, Δάσκαλος, MEd & Θεολόγος, MTh

Αντώνης Παναγάκης, Δάσκαλος και Θεολόγος

Γιώργος Παπαδόπουλος, καθηγητής Θεολόγος, Φιλόλογος

Ζωή Πλιάκου, Θεολόγος

——————————————————–

Πίνακας αποδεκτών:

–        Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης

–        Σύγκλητος Α.Π.Θ.  

–        Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

–        Τμήμα Ποιμαντικής – Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.

–        Οργανωτική Επιτροπή του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου για το μάθημα των Θρησκευτικών, με θέμα «Το Μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί, Επισημάνσεις, Προτάσεις» (Θεσσαλονίκη, 11-12 Μαρτίου)

–        Μ.Μ.Ε.

Το τέλος των Θρησκευτικών στο σχολείο – εικόνες

Το τέλος των Θρησκευτικών στο σχολείο-εικόνες από ένα ζοφερό μέλλον

 

Του Μάριου Κουκουνάρα – Λιάγκη*

 

                                                                                                                                           …Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο…  

                                                                                                                                    Ν. Καρούζος

 Παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό μία έντονη συζήτηση για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) του μαθήματος των Θρησκευτικών στην υποχρεωτική εκπαίδευση, που γίνεται ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ενδιαφερομένους. Διαβάζουμε απόψεις των ενώσεων των θεολόγων, θεολόγων, από αυτούς άλλοι εκπαιδευτικοί και άλλοι όχι, δασκάλων, κάποιων καθηγητών των θεολογικών σχολών και άλλων σχολών και τμημάτων Πανεπιστημίων, λίγων εκπροσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ά.

Μέρος αυτών των επικριτικών, βέβαια, βρίσκουν πρόσφορο έντυπο, τηλεοπτικό και ηλεκτρονικό βήμα και εκφράζουν συχνότερα την προσωπική – συνήθως ματιά τους. Αυτή πολλάκις αναπαράγεται από άλλους που είτε τη δημοσιοποιούν άκριτα είτε τη χρησιμοποιούν ως «έγκυρη» πηγή, για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Δυστυχώς χωρίς να έχουν ασχοληθεί βασικά με το ΠΣ, το οποίο κρίνουν. Ομολογούν στα κείμενά τους ότι «κάπου πληροφορηθήκαμε για το νέο Πρόγραμμα…» ή «σύμφωνα με τον κ. τάδε ή τον π. τάδε καταστρέφεται το μάθημα» και άλλα παρόμοια. Ενίοτε αναφέρονται σε ονόματα και προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς που δεν τιμούν ούτε τους ίδιους ούτε όλους όσοι τους αναπαράγουν στα επί της γης blogs.

Σε αυτό το τοπίο διακρίνουμε δύο ουσιαστικά απόψεις: Υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι το νέο ΠΣ πρέπει να αποσυρθεί, διότι μεταλλάσσει το μάθημα των Θρησκευτικών από Ορθόδοξο σε θρησκειολογικό. Υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι το νέο ΠΣ πρέπει να εφαρμοσθεί, αφού αξιολογηθεί κατά την πιλοτική του εφαρμογή. Για τους δεύτερους το μάθημα με το νέο ΠΣ γίνεται γνωσιακό, ανοιχτό στους άλλους, χωρίς όμως να χάνει το Χριστιανικό-Ορθόδοξο χαρακτήρα του. Είναι σαφές ότι, εφόσον το αντικείμενο κριτικής είναι κοινό, μεταξύ τους υπάρχει διαφορά στην οπτική τους για το ρόλο του μαθήματος στο σχολείο και στην κοινωνία. Οπωσδήποτε διαφορετικές είναι και οι επιστημονικές προϋποθέσεις στις αιτιάσεις τους για την απόρριψη ή μη του συγκεκριμένου ΠΣ, αλλά και των προτάσεων που διατυπώνουν για το μάθημα. Τέλος, μερίδα αυτών αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον αγώνα για τις απόψεις τους, αφού η κριτική γίνεται στο στόμα τους επίθεση, κάποιες φορές προσωπικά στοχοποιημένη και ανήθικη.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι το ευρύτερο περιβάλλον, όσοι δε σχετίζονται άμεσα με τη Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΘΕ), παρατηρεί μόνο τον καπνό της «μάχης», αφού δεν ενδιαφέρεται για τα όπλα – και το είδος τους – της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, είναι σε κάποιο βαθμό εχθρικό με την παρουσία και μόνο της ΘΕ στο σχολείο και αναμένει για να επιχειρηματολογήσει, όχι προς υπεράσπιση της μίας από τις δύο πλευρές, αλλά για να διατρανώσει την αντίθεσή του και με τις δύο. Παράλληλα, στους παρατηρητές της διαμάχης για την ευρεία εφαρμογή ή μη του νέου ΠΣ βρίσκουμε τους πολιτικούς που σχετίζονται με την απόφαση της εφαρμογής ή όχι (Υπουργός και Υφυπουργοί παιδείας, βουλευτές κ.ά.) και άλλες ομάδες, θρησκευτικές ή πολιτιστικές, οι οποίες ενδιαφέρονται, άλλες πολύ και άλλες λίγο ακόμη, να εισέλθουν στο σχολείο προσφέροντας εκείνες, και όχι η επίσημη Πολιτεία, τη ΘΕ στα παιδιά μας.

Όσοι γνωρίζουν τι συμβαίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια στον κόσμο και στην Ευρώπη, έχουν υπόψη τους την ιστορία και την εμπειρία του μαθήματος στο ελληνικό σχολείο και μελετούν τις πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας ίσως να συμφωνήσουν ότι μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον της ΘΕ στην Ελλάδα και το τέλος της διαμάχης. Πρόκειται για το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ή θα εξοβελιστεί από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου και ουσιαστικά θα καταργηθεί ως μάθημα ή θα παραδοθεί στις θρησκευτικές ομάδες και θα μετατραπεί σε κατήχηση. Φυσικά δε θεωρούμε καμία από τις δύο εξελίξεις επιστημονικά, παιδαγωγικά, θεολογικά και εκπαιδευτικά βιώσιμη και κυρίως ζητούμενη για τη ΘΕ στο ελληνικό σχολείο.

Η απόσυρση του ΠΣ ή η εκ θεμελίων αναδιαμόρφωσή του αποτελεί ήττα της ΘΕ για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Θα προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις των «προοδευτικών», που θα δικαιωθούν πλήρως. Έτσι, θα οδηγηθούμε, σε επόμενο στάδιο, στην κατάργησή του ή στην παράδοσή του στις θρησκευτικές κοινότητες, στο πνεύμα δήθεν της ισοτιμίας. Στην πρώτη περίπτωση η εξέλιξη είναι ζοφερή, αν και ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν χριστιανοί με φόβο Θεού που ομολογούν μέσα τους ότι, αν είναι να γίνουν τα Θρησκευτικά «Παν-Θρησκευτικά», σύμφωνα με την κριτική τους, καλύτερα να καταργηθούν. Στη δεύτερη περίπτωση, το μάθημα θα μετατραπεί σε προαιρετικό, διαχωρίζοντας ουσιαστικά τα παιδιά σε ομάδες άθεων ή πιστών και μη πιστών, με πιθανότητες να γίνουν βορά διαφόρων φονταμενταλιστών ή δασκάλων με πιστοποιητικά και υπογραφές υψηλής πίστης. Μάλιστα κάποιοι ανεύθυνα, ακόμη και στους κόλπους ενώσεων θεολόγων, εργάζονται με αυτό το σκοπό, ξεχνώντας ότι στο ομολογιακό μάθημα που ανήκει στις θρησκείες, εισέρχονται στο σχολείο όλες οι γνωστές θρησκείες και επιλέγει ο γονέας και, μετά την εφηβεία, ο ίδιος ο μαθητής αν θα παρακολουθήσει και ποιας θρησκευτικής κοινότητας μάθημα θα παρακολουθήσει, ανεξάρτητα από την ένταξη του παιδιού σε μία θρησκεία. Έχουμε αναρωτηθεί στο «εχθρικό» για την Ορθόδοξη Εκκλησία περιβάλλον, που ζούμε, πόσοι έφηβοι θα επιλέξουν να έρθουν στο μάθημα της Ορθοδοξίας και πόσοι απόφοιτοι του σχολείου, έλληνες πολίτες, αν επιλέξουν να μην κάνουν καθόλου Θρησκευτικά, θα γνωρίζουν στα αλήθεια τι πρεσβεύει η θρησκεία του Ισλάμ και πώς ερμηνεύονται σύγχρονα φαινόμενα που την αφορούν;

Το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών δεν θα οφείλεται μόνο στους «προοδευτικούς» πολέμιους του. Αυτοί λαθεμένα το θεωρούν τόσα χρόνια, εξαιτίας κυρίως κακών προσωπικών εμπειριών, παράσιτο στη φιλελεύθερη και δημοκρατική εκπαίδευση των Ελλήνων. Εκτιμούμε το ίδιο καταστροφική τη στάση αυτών που, ενώ φαινομενικά είναι υπερασπιστές του μαθήματος, στην πραγματικότητα γοητεύονται από τις λύσεις, που σας παρουσιάσαμε, και χρησιμοποιούν τα όπλα τους προς λάθος κατεύθυνση. Οι ίδιοι από το παρελθόν προετοιμάζουν το τέλος των Θρησκευτικών στην κανονική σχολική εκπαίδευση. Πολέμησαν την εφαρμογή των προηγούμενων Αναλυτικών Προγραμμάτων (2003) και τα βιβλία που προέκυψαν, με αποτέλεσμα να μην αποδώσει όσα στόχευε η αλλαγή, και τώρα αντιπαλεύουν ό,τι καινούριο ενστερνίζεται το νέο ΠΣ, επιχειρηματολογώντας θετικά για το προηγούμενο Α.Π., που πρότινος πολεμούσαν. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι οι ίδιοι μάχονται εναντίον των ίδιων των σκοπών που επιδιώκουν. Εξηγείται μόνο από τυφλό και υπερβάλλοντα ζήλο. Αποτελειώνουν ένα από τα πιο σημαντικά και ιστορικά μαθήματα της ελληνικής εκπαίδευσης. Ένα μάθημα που ακολούθησε το δικό του εθνικό δρόμο, αφομοιώνοντας τις τελευταίες δεκαετίες επιρροές από τις εμπειρίες των υπόλοιπων χωρών. Και το οποίο κατάφερε, τέλος, να διατηρήσει την συνολική λειτουργία του, τον καθορισμό του περιεχομένου του και αντίστοιχα τον διορισμό των εκπαιδευτικών, που το υπηρετούν, στην ευθύνη αποκλειστικά του  κράτους. Οι κατακτήσεις αυτές θα μείνουν στην ιστορία της εκπαίδευσης και τα Θρησκευτικά στο παρελθόν.

Αυτό είναι το ζοφερό μέλλον. Τελικά, όταν θα κοπάσει ο καπνός της μάχης δε θα υπάρχουν σίγουρα θριαμβευτές ανάμεσα στις δύο πλευρές, αφού το θύμα θα είναι η ΘΕ και οι νέοι της Ελλάδας. Δάφνες θα δρέψουν οι παρατηρητές, που κατονομάστηκαν παραπάνω.

Είναι όμως δυνατόν οι θεολόγοι να επιθυμούν το τέλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολείο;

Δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι πολλοί θεολόγοι επιδιώκουν να καταργηθεί το μάθημα ή να παραδοθεί στις θρησκευτικές κοινότητες και να αποσπασθεί από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου. Μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα ότι πολλοί θεολόγοι, παρόλο που οι προθέσεις τους είναι αγαθές είτε από ζήλο είτε από ελλιπή  πληροφόρηση είτε από περιορισμένη ή παλαιωμένη επιστημονικότητα είτε από έλλειψη εκπαιδευτικής εμπειρίας, υποσκάπτουν ουσιαστικά την ύπαρξη του σχολικού μαθήματος των Θρησκευτικών.

Ακτινογραφώντας αυτήν την ομάδα διακρίνουμε αρχικά αυτούς που απορρίπτουν την αλλαγή του μαθήματος, γιατί υποθάλπουν ιδέες και οράματα, που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Αυτά συνήθως έχουν την αναφορά τους στο παρελθόν, το βυζαντινό ή του κρυφού σχολειού -στην χειρότερη περίπτωση. Η λέξη «παράδοση» γι' αυτούς περιλαμβάνει τα πάντα και, αντίθετα, η λέξη «νεωτερικότητα» αποτελεί εχθρό ολκής. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα και μέσα στον ρου της οφείλουμε όλοι να βρούμε την πορεία μας. Αντίθετα, βρίσκουν βράχους και κρατιούνται με όνειρο να πάνε αντίθετα στο ρεύμα. Το μόνο που καταφέρνουν, βέβαια, είναι να καθυστερούν. Μάλιστα, αγρεύουν και άλλους, για τους παραπάνω λόγους και ονειρεύονται όλοι μαζί κάτι που δεν υπάρχει. Αυτοί οι θεολόγοι προτείνουν αλλαγές, περιεχόμενα και στόχους, για το μάθημα που απλά δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο, δεν έχουν εφαρμοσθεί ποτέ και δε στηρίζονται συνήθως σε καμία σοβαρή επιστημονική θεωρία. Δεν υπάρχει όμως τόπος στις επιστήμες της αγωγής για θεωρίες που δεν δοκιμάζονται και υφίστανται μόνο σε ένα φανταστικό χωροχρόνο. Έτσι, αυτό που πετυχαίνουν είναι σύγχυση, προσωπική και ομαδική, καθολική αντίθεση και τελικά περιθωριοποίηση και μαρασμό της θρησκευτικής αγωγής.

Υπάρχουν, ακόμη, θεολόγοι που στον αγώνα τους κατά της αλλαγής βρίσκουν δυνατούς συμπαραστάτες και αδελφούς, ιεράρχες συνήθως, που αντιστέκονται σθεναρά στο ρεύμα. Σε αυτούς είναι έτοιμοι να χαρίσουν τα πάντα και, γιατί όχι, να τους αφήσουν να εισέλθουν οι ίδιοι στο σχολείο. Κι αν ακόμη αυτοί δεν μπορούν να διδάξουν, τους παραχωρούν το δικαίωμα να επιλέγουν εκείνοι τους θεολόγους του σχολείου, που θα είναι «τα δικά μας πιστά παιδιά». Βέβαια, αγνοούν ότι υπάρχουν επίσημα κι άλλοι δυνατοί. Άλλοι με ξυρισμένο κεφάλι ή άλλοι με φέσι, που έχουν κι αυτοί έτοιμους πιστούς φίλους να λάβουν υπογραφή, για να μπουν στο σχολείο να κατηχήσουν τα δικά τους παιδιά. Πρόκειται γι' αυτούς που ομολογήσαμε από την αρχή ότι ενδιαφέρονται άμεσα να αναλάβουν την κατήχηση των πιστών τους μέσα στους τέσσερις τοίχους του σχολείου. Δηλαδή, άλλες γνωστές θρησκείες, αιρέσεις και ομάδες. Αυτοί οι θεολόγοι που είναι έτοιμοι να εκχωρήσουν το μάθημα των Θρησκευτικών στις θρησκευτικές ομάδες δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει η είσοδος των θρησκευτικών κοινοτήτων στο ελληνικό σχολείο. Πρώτον, οι μαθητές θα διαχωρίζονται στις τάξεις ανάλογα με τη θρησκεία, που θα διαλέγουν. Δεύτερον το μάθημα θα μετατραπεί σε κατήχηση της κάθε θρησκείας, συνήθως στο παρα-πρόγραμμα του σχολείου. Και τέλος, οι θεολόγοι θα πάψουν να είναι επαγγελματίες διορισμένοι εκπαιδευτικοί του ελληνικού κράτους.

Υπάρχουν, σήμερα, κι αυτοί οι θεολόγοι που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα σχετικό με το μάθημά τους. Βασικό θέμα τους είναι η συνταξιοδότηση ή η διεκδίκηση κάποιας θέσης διευθυντή. Είναι συνήθως οι κατά λάθος θεολόγοι, οι οποίοι αντιδρούν σε ο,τιδήποτε τους προκαλεί να σκεφτούν ή να εργαστούν. Υπάρχουν, τέλος, κι αυτοί που κραυγάζουν άκριτα, οι «επαναστάτες» θεολόγοι, που σηκώνουν το λάβαρο σε οποιαδήποτε αλλαγή γενικά και κυρίως σε αυτές που δεν τους θυμίζουν κάτι από το παρελθόν, το πρόσφατο βέβαια της δεκαετίας του 1970 ή προηγούμενων νοσταλγικών ετών. Αυτοί, βέβαια, δεν προτείνουν τίποτε, απλά αντιδρούν.

Δεν υπάρχουν, όμως, θεολόγοι που αντιλαμβάνονται το ρόλο του μαθήματος των Θρησκευτικών και επιθυμούν τη διατήρηση του μαθήματος στο σχολείο;

Όλα αυτά τα χρόνια το μάθημα διατηρείται ζωντανό και πετυχαίνει παιδαγωγικά πολλά και σημαντικά ακριβώς γιατί υπάρχουν και θεολόγοι που βλέπουν μπροστά στον ορίζοντα. Αυτοί σκέφτονται και εργάζονται περισσότερο επιστημονικά και σαφώς κατά βάσει παιδαγωγικά. Και οι μεν και οι δε τα ίδια Πανεπιστήμια τέλειωσαν, αλλά φαίνεται ότι κάποιοι φωτισμένοι δάσκαλοι τους προκάλεσαν περισσότερο και τους έμαθαν να μελετούν, να αναζητούν την ποικιλία απόψεων, να μην πείθονται εύκολα και να σκέφτονται πρώτα από όλα τους μαθητές τους, τι θα μάθουν αυτοί και πώς θα ανοίξει το μυαλό τους. Έμαθαν ότι τα κριτικά πνεύματα γίνονται καλοί πολίτες, ηθικοί άνθρωποι και ίσως πραγματικά καλοί πιστοί. Ευτυχώς τρεις δεκαετίες τώρα στο, διαλυμένο πια, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο επικράτησε -όχι εύκολα- αυτή η θεολογία.

Η άλλη πλευρά, βέβαια, έκανε και κάνει περισσότερη φασαρία. Βρίσκει ισχυρούς συμμάχους και μπαίνει με ερωτήσεις στη βουλή ή με κηρύγματα στους ναούς. Παρόμοια βρίσκει συμμάχους στην δημοσιογραφία, στον Τύπο ή στο διαδίκτυο και δημοσιοποιεί επανειλημμένα την αντίθεσή της. Δημιουργεί ομάδες με διάθεση αντίδρασης και καλλιεργεί παρασκηνιακά, με ραντεβού και επισκέψεις σε επίσημα γραφεία, φήμες και κατηγορίες, πολλές φορές επί προσωπικού.

Όμως, στην εποχή που ζούμε, ευτυχώς ακόμη, επικρατεί – όχι χωρίς κριτική οπωσδήποτε – η λογική. Αυτή η κυρίαρχη, σήμερα, τάση στους θεολόγους είναι φανερή και στην κρατική μηχανή και στα περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα και στους εκπαιδευτικούς κύκλους. Από αυτούς, προφανώς, προήλθε και η ομάδα εμπειρογνωμόνων που σχεδίασε το νέο ΠΣ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Γι' αυτό και το νέο ΠΣ δεν είναι κατηχητικό, αλλά παραμένει Χριστιανικό και Ορθόδοξο, ενώ εμπνέεται από σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις της ΘΕ, δοκιμασμένες σε άλλες χώρες και προσαρμοσμένες σε κάποιο βαθμό στην εμπειρία του ελληνικού σχολείου και στην παράδοση του τόπου. Δεν είναι θρησκειολογικό-ενώ κατηγορείται άκριτα ότι είναι, αλλά περιέχει σε κάποιο περιορισμένο ποσοστό μόνο γνώσεις για τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου. Είναι πρωτοποριακό, γιατί είναι ένα πρόγραμμα διαδικασίας, αφήνει, δηλαδή, στους θεολόγους την ευθύνη να διαμορφώσουν, ανάλογα με τους μαθητές τους, το περιεχόμενο του μαθήματος, κάνοντας προτάσεις για θέματα και δραστηριότητες, που δεν είναι δεσμευτικές

Η άλλη πλευρά, όμως, που ζητά με πάθος την απόσυρση ή την εκ θεμελίων αναδιαμόρφωση εμμένει μόνο σε επιμέρους στοιχεία του ΠΣ και δεν κατανοεί ότι η παιδαγωγική γενικά του Νέου Σχολείου ξεπερνά το περιεχόμενο όλων των μαθημάτων και επιδιώκει όλα τα μαθήματα-και τα Θρησκευτικά- να προσφέρουν αγωγή κριτικής, διαλόγου και κατανόησης. Αυτή η πλευρά κρίνει το Πρόγραμμα όχι από την φιλοσοφία και το περιεχόμενό του, αλλά απομονώνοντας φράσεις, λέξεις, δραστηριότητες ή θέματα και βλέποντας σε αυτά τα επιμέρους, που δεν τα εγκρίνουν, γιατί είναι «βλάσφημα» ή «αντιχριστιανοπαιδαγωγικά» ή «ετερόθρησκα και αλλόδοξα», βράχους για να κρατηθούν να μην παρασυρθούν από το ρεύμα. Να σώσουν τι; Κάτι αποτελεσματικό και επιτυχημένο; Όχι βέβαια. Ακολουθούν απλά και παραδοσιακά τις τακτικές που αναφέραμε παραπάνω που οδηγούν αναπόδραστα στο τέλος.

Στο Νέο Σχολείο, ευτυχώς, με το νέο ΠΣ το μάθημα των Θρησκευτικών εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της εκπαίδευσης. Αν ισχύσει αυτό υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος να γίνονται τα Θρησκευτικά μέσα στο κανονικό πρόγραμμα του σχολείου και να αποτελεί κανονικό μάθημα, όπως όλα τα άλλα. Μπορεί μάλιστα να προσφέρει πολλά στη θρησκευτική, κοινωνική και ηθική μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της Ελλάδας, ανεξάρτητα αν πιστεύουν, ακολουθούν μία θρησκεία ή καμία θρησκεία. Βέβαια, το νέο ΠΣ παρόλες τις μεγαλόστομες εξαγγελίες των σχεδιαστών και συγγραφέων του Οδηγού του εκπαιδευτικού-αυτές φόβισαν πιο πολύ τους επικριτές-παραμένει χριστιανικό και δεν αφήνει πολλά περιθώρια, αν εμμείνει ο θεολόγος στο περιεχόμενό του και μόνο, να γίνει ένα μάθημα για όλους ανεξαιρέτως. Επιπλέον, πιστεύουμε πως το ΠΣ επιδέχεται βελτιώσεων (περιεχομένου, παιδαγωγικών επιλογών, υλικού), αλλά αυτές θεωρούμε ότι θα γίνουν, αφού εφαρμόζεται πιλοτικά, θα αξιολογηθεί και θα μελετηθεί ξανά από τους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι διαβεβαιώνουν ότι θα λάβουν σοβαρά υπόψη τους όλες τις εμπεριστατωμένες κριτικές.

Έφτασε το τέλος;

Διατυπώσαμε δραματικά τις απόψεις μας ακριβώς γιατί ως χριστιανοί με φόβο Θεού διατηρούμε την ελπίδα ακόμα ζωντανή. Παρόλο που οι δύο πλευρές διαφωνούν δε φαίνονται ότι είναι και οι δύο στα άκρα. Τουλάχιστον οι θιασώτες της αλλαγής, όπως εξηγήσαμε, δεν έφτασαν στα άκρα με αυτό το ΠΣ και στη ριζική αλλαγή του μαθήματος των Θρησκευτικών, αν και κατηγορούνται  – άδικα – για αυτό. Αν αυτό γίνει κατανοητό από τους επικριτές τους θα βρεθούν πολλά περιθώρια προόδου που μπορούν να σημειώσουν και οι δύο.

Αν και δεν φαίνεται φως στον ορίζοντα, ελπίζουμε ότι είναι δυνατόν οι θεολόγοι να αποφασίσουν να αφήσουν τους βράχους και να κάνουν ένα βήμα μπροστά. Με κριτική, με άποψη, αλλά και με διαλλακτικότητα, χωρίς φανατισμό και μεγαλοστομίες. Η πόλωση οδηγεί σε ήττα όλων και κυρίως σε ήττα του ίδιου του μαθήματος στο σχολείο. Άμεσα πρέπει να σταματήσουν οι παρασκηνιακές ενέργειες που σχετίζονται με πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους. Να προχωρήσουμε σε εποικοδομητική κριτική και συνεννόηση. Να αποδεχτούμε, τελικά, όλοι ότι το νέο ΠΣ είναι ένα βήμα αναβάθμισης του μαθήματος και ότι θα ενσκήψουμε στα προβλήματά του, με σκοπό την αξιολόγηση και την διόρθωσή του.

Θεολόγοι το νέο ΠΣ είναι η ευκαιρία μας και πρέπει να εφαρμοσθεί, αφού αξιολογηθεί. Η μάχη για την απόσυρσή του μας οδηγεί στο τέλμα και στο τέλος από την κανονική σχολική εκπαίδευση. Θα βρεθούμε στο μέλλον σε ένα σημείο που ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν οι θεολόγοι και το μάθημα μας στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης.

                                                                                                                                  

… Ώρα να πηγαίνω δεν έχω άλλο στήθος. 

                                                                                                                                        Ν. Καρούζος

 

7-11-2012

 

* Ο Μάριος Κουκουνάρας-Λιάγκης είναι υ.δ. Λέκτορας Διδακτικής Θρησκευτικών Τμ. Θεολογίας ΕΚΠΑ.

 

Σημείωση: Ευχαριστώ τον συγγραφέα για την αποστολή του άρθρου για δημοσίευση στην Αποικία μας.

ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΕ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

Απόκριση στις Επικρίσεις Σχετικά με το νέο Πρόγραμμα Σπουδών

 

Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου*

 

 

Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που εκπόνησε το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου (2011), παρακολουθούμε ασφαλώς με το οφειλόμενο ενδιαφέρον τον διάλογο που διεξάγεται για τη μορφή, τους σκοπούς και το περιεχόμενο του νέου ΠΣ. Ο διάλογος αυτός είναι αναγκαίος και χρήσιμος, ειδικά στην τρέχουσα περίοδο της πιλοτικής εφαρμογής των νέων ΠΣ, η οποία έχει ως σκοπό την ενημέρωση-επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την πειραματική διδακτική εφαρμογή και την εξαγωγή συμπερασμάτων για την ανάγκη τροποποιήσεων και βελτιώσεων.

 

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, εκτός από τις αξιολογικές προσεγγίσεις των εκπαιδευτικών στα πιλοτικά σχολεία, οι οποίες είναι από ενθαρρυντικές έως ενθουσιώδεις, η Επιτροπή επισήμως δεν έχει παραλάβει οποιαδήποτε άλλη, επώνυμη και υπεύθυνη, πρόταση ή κριτική. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, έχουν δει το φως της δημοσιότητας άφθονες κρίσεις για το νέο ΠΣ, αναρτημένες κυρίως σε διάφορες ιστοσελίδες ποικίλης προελεύσεως και ποιότητας. Σε αυτές τις κριτικές, εκτός από τα θετικά σχόλια, υπάρχουν πολλές αξιόλογες επισημάνσεις, τις οποίες ασφαλώς η Επιτροπή θα λάβει σοβαρά υπόψη της στην πορεία για την ολοκλήρωση του έργου.

Είναι γεγονός, όμως, ότι  σε αρκετές από αυτές τις κριτικές διαπιστώνονται  προβληματικές προσεγγίσεις και αναλύσεις· ιδίως σε εκείνες που προέρχονται από μη εκπαιδευτικούς ή μη θεολόγους ή από εκπαιδευτικούς που δεν έχουν ενημερωθεί και δεν διαθέτουν εξειδικευμένη ή επαρκή γνώση για το θέμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι προφανείς οι συντονισμένες προσπάθειες διάφορων επώνυμων αλλά και ανώνυμων που χωρίς την αίσθηση της δέουσας ευθύνης αγωνίζονται με κάθε μέσο -και κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και όχι με θεολογικά και παιδαγωγικά κριτήρια- να δημιουργήσουν κλίμα καχυποψίας ή ακόμη και χαοτικού διχασμού. Δεν είναι λίγες οι φορές που η Επιτροπή δέχθηκε ανάρμοστες λεκτικές επιθέσεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς, που αποκαλύπτουν προκατάληψη, φανατισμό και παντελή έλλειψη πνεύματος διαλόγου. Η προφανής αδυναμία παρουσίασης πειστικών αντεπιχειρημάτων και η απροθυμία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το θεολογικό περιεχόμενο του νέου ΠΣ και τις παιδαγωγικές αρχές που το διέπουν, οδήγησε αρκετούς επικριτές να επιδοθούν σε μια συστηματική, άκομψη και ανοίκεια προς το χριστιανικό ήθος επίθεση εναντίον των μελών της συντακτικής Επιτροπής. Η επίθεση αυτή επεδίωκε τη συκοφάντηση των κινήτρων τους, τη σπίλωση της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους υπόληψης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκκλησιαστικής ταυτότητας και του Ορθόδοξου φρονήματός τους. Στο πλαίσιο αυτής της απαράδεκτης και ακατανόητης στάσης εντάσσονται, αφενός, οι -ευτυχώς μεμονωμένες- ενέργειες μερικών επικριτών που απέβλεπαν στην τρομοκράτηση εν ενεργεία Σχολικών Συμβούλων, επιμορφωτών και θεολόγων εκπαιδευτικών και, αφετέρου, η προσπάθειά τους να στρατεύσουν σεβάσμιους ταγούς και εγνωσμένου κύρους εκκλησιαστικά πρόσωπα εναντίον του νέου ΠΣ.

Ως μέλη της Επιτροπής, αποδοκιμάζοντας κάθε ακραία ενέργεια και στάση που δεν συνάδει με την Ορθόδοξη πνευματικότητα αλλά και με την επιστημονική δεοντολογία, θεωρούμε επαρκείς τις επιστημονικές απαντήσεις και διευκρινίσεις που έχουν δοθεί κατά καιρούς σε σχέση με τα διατυπωθέντα μέχρι σήμερα βασικά ερωτήματα. Δεν έχει νόημα η ενασχόληση με σκόπιμες παρανοήσεις και επαναλαμβανόμενες ανακρίβειες, ανεξάρτητα από την πηγή προελεύσεώς τους· ούτε, βέβαια, η οποιαδήποτε απάντηση σε υποτιμητικά, υβριστικά και κακόβουλα σχόλια. Η συνεννόηση είναι επίτευγμα του καλοπροαίρετου διαλόγου και ουδέποτε της αδιαλλαξίας· πολύ δε περισσότερο, της μισαλλοδοξίας και της απροκάλυπτης εμπάθειας.

Με σεβασμό σε κάθε άποψη που κατατίθεται, επισημαίνουμε ότι ο διάλογος πάνω σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα είναι αδιέξοδος χωρίς την ουσιαστική προϋπόθεση της αμοιβαίας αναγωγής σε κοινούς τόπους αναγνωρισμένων επιστημονικών κριτηρίων. Δεν είναι έργο της Επιτροπής να εξηγήσει θεμελιώδεις παιδαγωγικές παραδοχές και τρέχοντες επιστημονικούς όρους, όταν αυτοί τόσο κραυγαλέα παρερμηνεύονται, δεν έχουν γίνει κατανοητοί ή αποσιωπούνται είτε από πρόθεση είτε από άγνοια. Η εργασία αυτή αρμόζει περισσότερο στα επιμορφωτικά σεμινάρια των μάχιμων εκπαιδευτικών. Είναι προφανώς ανώφελη η όποια δημόσια συζήτηση, όταν αγνοείται ή χαλκεύεται -ακόμη και από γραφίδα πανεπιστημιακού δασκάλου- το επιστημονικό και θεολογικό αλφαβητάρι της παιδαγωγικής επιστήμης, και κατ' εξοχήν της θρησκευτικής αγωγής ως προς τους όρους: «πρόγραμμα σπουδών διαδικασίας», «γραμματισμός», «διερευνητική μάθηση», «βιωματικές και συνεργατικές διδακτικές δραστηριότητες», «διαπολιτισμική εκπαίδευση», «σεβασμός στην ετερότητα», «ανθρωποκεντρική διάσταση στην εκπαίδευση» κ.ά.

Αντί να στρέψουν την προσοχή τους στα ουσιώδη του ΠΣ, ορισμένοι επιμένουν να διαστρεβλώνουν στοιχειώδεις έννοιες, συγχέοντας τα αυτονόητα και τα ζητούμενα, παρά τις διεξοδικές και επανειλημμένες εισαγωγικές διευκρινίσεις από την Επιτροπή. Για μια φορά ακόμη, επισημαίνουμε ότι: το ΠΣ δεν είναι διδακτέα ύλη, δεν είναι κατάλογος μαθημάτων, δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο, δεν είναι βιβλίο του μαθητή. Το ΠΣ μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό πολλαπλά διαφοροποιημένης διδασκαλίας, ανάλογα με την τάξη και τον μαθητικό πληθυσμό που απευθύνεται ο εκπαιδευτικός. Στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού έχουν καταχωριστεί ολοκληρωμένα διδακτικά σενάρια και άφθονες διδακτικές προτάσεις που τεκμηριώνουν αυτή τη θέση αλλά και δείχνουν καθαρά ότι η κατηγορία για την απεμπόληση της πίστης είναι παντελώς έωλη. 

Χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης είναι ότι το ΠΣ έχει χαρακτηριστεί -από τους ίδιους πάντα επικριτές- άλλοτε ως κοινωνιολογία της θρησκείας, άλλοτε ως κοινωνική ηθική, άλλοτε ως συγκριτική θρησκειολογία και άλλοτε ως πολιτιστικό μάθημα… Κατανοούν, άραγε, τα σημαινόμενα των εκάστοτε διατυπώσεων και, τελικά, γνωρίζουν τι ακριβώς είναι το ΠΣ διαδικασίας; Μοιάζει παράδοξο, όμως, είναι τα ίδια πρόσωπα που διατύπωσαν στο παρελθόν παρόμοιες κατηγορίες για τα βιβλία Θρησκευτικών, τα οποία είχαν βασιστεί στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ 2003), κατηγορώντας τα για σοβαρά θεολογικά λάθη και θρησκειολογική εκτροπή. Τα ίδια αυτά πρόσωπα τάσσονται τώρα αναφανδόν υπέρ της διατήρησης του Ορθόδοξου και μάλιστα «ομολογιακού» μαθήματος, όπως είναι μέχρι σήμερα, ξιφουλκώντας κατά του νέου ΠΣ!

Δεν είναι οξύμωρο ότι στην Επιτροπή του ΠΣ μετέχουν και θεολόγοι που συμμετείχαν στις συγγραφικές ομάδες αρκετών διδακτικών εγχειριδίων Θρησκευτικών στα τελευταία είκοσι χρόνια; Πώς γίνεται εκείνοι που έγραψαν στο παρελθόν Ορθόδοξα Θρησκευτικά να απεμπολούν τάχα την Ορθόδοξη πίστη τώρα; Πώς ανατρέπει το ΠΣ τη μέχρι σήμερα Ορθόδοξη γραμμή του μαθήματος, όταν το εκπαιδευτικό υλικό στο οποίο παραπέμπει, αποτελείται αποκλειστικά από τα διδακτικά εγχειρίδια και τα μέσα που έχουν παραχθεί στα τελευταία χρόνια και ισχύουν μέχρι σήμερα; Το υλικό αυτό περιλαμβάνεται στην Δ΄ στήλη του νέου ΠΣ και είναι το μοναδικό τμήμα του με το οποίο  έμμεσα έρχεται σε επαφή ο μαθητής.

Σε όλες σχεδόν τις ακραίες αρνητικές κριτικές είναι εμφανής η λογική μιας αντιθετικής πόλωσης, που προβάλλεται με απόλυτο δογματισμό. Σύμφωνα με αυτή, οι μοναδικές προτάσεις για την ύπαρξη και λειτουργία των Θρησκευτικών κινούνται διαζευκτικά μεταξύ του ομολογιακού-κατηχητικού και του θρησκειολογικού μαθήματος. Ή το ένα ή το άλλο. Μάλιστα, επειδή ακριβώς το νέο ΠΣ δεν ακολουθεί αυτή την υπεραπλουστευτική λογική, κατηγορείται αυθαίρετα και αδικαιολόγητα ως «θρησκειολογικό». Με την ίδια ευκολία και παρόμοιο τρόπο χαρακτηρίζεται το θρησκευτικό μάθημα και στις ευρωπαϊκές χώρες. Προκαλεί δέος η τόσο μεγάλη άγνοια. Πώς μπορούν να παραβλέπουν την τόσο πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα; Πώς διαγράφουν τη διαδρομή και τα επιτεύγματα του μαθήματος στη χώρα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες; Με ποια επιστημονικά επιχειρήματα κατηγοριοποιούν το μάθημα και το νέο ΠΣ, όταν η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από την αναφερθείσα μονολιθική προσέγγιση; Τέλος πάντων, γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν άλλη πρόταση για τον σκοπό, τον χαρακτήρα, τη δομή και τις αρχές διδασκαλίας του σύγχρονου θρησκευτικού μαθήματος εκτός από το ιδεοληπτικό και στερεοτυπικό δίπολο «ομολογιακό ή θρησκειολογικό μάθημα»; Υπάρχει, άραγε, κάποια ουσιαστική μελέτη επί της ουσίας των Συστάσεων (Recommendations) του Συμβουλίου της Ευρώπης για το θρησκευτικό φαινόμενο στην Ευρώπη;

Το νέο ΠΣ, που συγκροτήθηκε με συλλογικό κόπο, υπερβαίνει την προ πολλού παρωχημένη κλειστή ομολογιακή προσέγγιση χωρίς, όμως, να μετατρέπει το μάθημα σε θρησκειολογικό. Χαρακτηρίζεται από ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο που αφορά στην οικεία θρησκευτική παράδοση και το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον για ένα άνοιγμα στην ετερότητα σε θεμιτό βαθμό και, κυρίως, με βάση τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, τις ουσιαστικές μορφωτικές ανάγκες και τα συνεχώς ανανεούμενα ερωτήματα των σημερινών παιδιών και εφήβων σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Αξίζει να τονισθεί, ότι οι συγκεκριμένες αυτές επιλογές του νέου ΠΣ δεν είναι θύραθεν επιδράσεις αλλά βασίζονται συνειδητά σε θεμελιώδεις και τεκμηριωμένες επιλογές που απορρέουν από την Ορθόδοξη θεολογία και ζωή.

Επιπρόσθετα πρέπει να θυμίσουμε, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει διανύσει μια γνωστή σε όλους διαδρομή, μία διαδρομή η οποία ακολουθεί τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, καθώς επίσης ότι υπάρχει και λειτουργεί εδώ και τώρα. Έχει συγκεκριμένη σκοποθεσία, παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και αρχές, διδακτικά μέσα και εργαλεία, νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο πορεύεται και, βεβαίως, τις ελλείψεις του. Δεν συζητούμε για μια εκ του μηδενός επανίδρυσή του  ούτε φυσικά  νέα ανακάλυψη του χαρακτήρα και του προσανατολισμού του.

Το ΠΣ και ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού αναφέρονται διεξοδικά στο παιδαγωγικό και επιστημονικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζουν την ανάπτυξή τους. Τόσο στο ΠΣ όσο και στον Οδηγό, σε κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, παρατίθεται βασική βιβλιογραφική τεκμηρίωση για όλα τα θέματα. Επιτέλους, οι επικριτές οφείλουν να πράξουν το ίδιο, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιστημονική συνέπεια, ορίζοντας δηλαδή τις δικές τους παιδαγωγικές θέσεις, εάν υπάρχουν, βάσει των οποίων διατυπώνουν τόσο σοβαρές κατηγορίες και ενστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, εγκαταλείποντας τον αντιδραστικό -και κατά κανόνα ατεκμηρίωτο- αρνητισμό τους, οφείλουν να διατυπώσουν σαφείς απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Ποια άλλη θεωρία μάθησης προτείνουν αντί της αυτονόητης για τα σύγχρονα παιδαγωγικά δεδομένα, θεμελιώδους και συνάμα κριτικής προσέγγισης των συντακτών του ΠΣ, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η δέσμη θεωρήσεων του κονστρουκτιβισμού;

β) Ποια άλλη επιστημονική θεωρία αποδέχονται για τη σύνταξη ενός ΠΣ και ποιο τύπο/μοντέλο θεωρούν κατάλληλο για τα Θρησκευτικά και για ποιους λόγους, αντί του ΠΣ διαδικασίας;

γ) Με βάση ποιους ερευνητές και, ειδικότερα, ποιους παράγοντες, αρχές και παραδοχές προσδιορίζουν το γνωστικό επίπεδο των μαθητών και τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά τους σε κάθε βαθμίδα; Επιπλέον, πού παραπέμπουν ως προς τις σύγχρονες θρησκειοπαιδαγωγικές ανάγκες των μαθητών; Το ΠΣ αφιερώνει μεγάλο αριθμό σελίδων στα ζητήματα αυτά και οι θέσεις του είναι δημοσιευμένες.

δ) Ποια στοιχεία προσκομίζουν για την ανθρωπογεωγραφία και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου ελληνικού μαθητικού πληθυσμού;

ε) Σε ποιες αναγνωρισμένες μελέτες παραπέμπουν ως προς τα ζητήματα που χρειάζονται βελτίωση στην ήδη παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση;

στ) Ποια διδακτική μεθοδολογία προκρίνουν αντί της διερευνητικής, συνεργατικής και κριτικής διδασκαλίας-μάθησης, η οποία συνιστά μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες που εισάγει το νέο ΠΣ;

ζ) Ποιος είναι -κατ' αυτούς- ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στη τάξη, αφού επιδεικτικά αγνοούν τη συμβολή του, μιλώντας μόνο για το ΠΣ και τους μαθητές;

 Χωρίς απαντήσεις στα παραπάνω αφετηριακά ερωτήματα, κάθε άλλη συζήτηση είναι μάταιη γιατί εκτρέπεται και αποπροσανατολίζει από το κυρίως ζητούμενο.

Κραυγαλέα δείγματα αυτής της παραπληροφορούσας και ψευδόμενης επιχείρησης διαστρέβλωσης του νέου ΠΣ, είναι οι ανυπόστατες και χονδροειδείς -πλην όμως τόσο αποτελεσματικές για την παραπληροφόρηση- κατηγορίες ότι: «στο νέο ΠΣ ο Ιησούς Χριστός εξισώνεται με τους ιδρυτές άλλων θρησκειών» (και οι λίθοι κεκράξονται!), ότι «τα παιδιά καλούνται να επιλέξουν» (άκουσον, άκουσον!) «από έξι θρησκείες που παρουσιάζονται ισότιμα» (sic), ότι «το μάθημα γίνεται θρησκειολογικό» ή ακόμη και «πανθρησκειακό». Τα μέλη της Επιτροπής έχουν απαντήσει σε αυτές τις ευφάνταστες αιτιάσεις, παραθέτοντας αναλυτικά στοιχεία και συγκεκριμένες παραπομπές στο ΠΣ, με το  Υπόμνημα της 30ης Μαρτίου 2012 που υποβλήθηκε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ύστερα από αίτημα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου,  και το οποίο έτυχε θετικής εισήγησης.

Ας σημειωθεί ότι μετά τη δημοσίευση του πολυσέλιδου Υπομνήματος, ορισμένοι από τους λιβελλογράφους επανήλθαν λέγοντας ότι: ναι μεν το περιεχόμενο του ΠΣ βασίζεται σε συντριπτικό ποσοστό στην Ορθόδοξη πίστη, λατρεία και ζωή και εν γένει παράδοση, ναι μεν υπάρχουν άφθονα βιβλικά, πατερικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά οι κατηγορίες εξακολουθούν να ισχύουν γιατί γίνεται «σιωπηρή» κατάργηση της μοναδικότητας του προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού! Μέχρι και έντυπη ανθολόγηση των αρνητικών κριτικών έγινε πρόσφατα, αποκλειστικά και μόνον αυτών, χάριν όσων δεν έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες, όπου περιελήφθησαν ακόμη και ανεύθυνα και αντιεπιστημονικά σχόλια γνωστών για το ήθος τους ιστολογίων. Είναι αυτή υπεύθυνη επιστημονική και θεολογική στάση; Είναι έγκυρος και αντικειμενικός διάλογος, όταν συστηματικά προβάλλεται κάθε διαστρεβλωτική προσέγγιση, αποκλειομένης a priori κάθε άλλης άποψης και ιδιαιτέρως των θιγόμενων;

Το φαινόμενο είναι λυπηρό και ανησυχητικό ακόμη κι αν οφείλεται σε ελάχιστους πρωταγωνιστές. Η ανησυχία, όμως, οξύνεται, όταν η παραπληροφόρηση εκπορεύεται από ορισμένους σεβαστούς, πλην όμως επί πολλά χρόνια απέχοντες από τα διδακτικά δρώμενα, και προφανώς άμοιρους πρόσφατης διδακτικής εμπειρίας στα Θρησκευτικά συναδέλφους. Οι συνάδελφοι αυτοί, καθώς φαίνεται, δεν μπορούν να αντιληφθούν τι ήταν στο παρελθόν τα Θρησκευτικά, τι είναι σήμερα και τι επιπλέον χρειάζονται, ώστε να γίνουν ένα σύγχρονο, επίκαιρο και δημιουργικό μάθημα. Ένα μάθημα που να ανταποκρίνεται σε ουσιώδεις ανάγκες της μαθητιώσας νεολαίας και όχι στις φαντασιώσεις ή τις μεσσιανικές νευρώσεις όλων εκείνων που το θέλουν καθηλωμένο σε ένα πλέγμα παρωχημένων παιδαγωγικών αρχών, στοχοθεσίας και μεθόδου. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και η πρόταση ενός «ομολογιακού-κατηχητικού» μαθήματος, ίσως αποτελεσματικού σε άλλες συνθήκες, δεν μπορεί να ευοδωθεί. Το σχόλιο κατατίθεται ως ανοικτή καταγγελία και διατυπώνεται με ανάμικτα συναισθήματα λύπης, ανησυχίας και δικαιολογημένης αγανάκτησης.

Διατρέχοντας κανείς τις απαξιωτικές κρίσεις, τις λοιδορίες και τις ύβρεις των επικριτών, σχηματίζει την εντύπωση για τα μέλη αυτής της Επιτροπής ότι πρόκειται για «εξωνημένους και αδίστακτους παραχαράκτες της χριστιανικής πίστης, οι οποίοι έδρασαν σε διατεταγμένη υπηρεσία αποδόμησης της Ορθοδοξίας και εγκαθίδρυσης της πανθρησκείας»! Ωσάν να μην πρόκειται για ανθρώπους, οι οποίοι -πέραν της όποιας επιστημονικής επάρκειας και εκπαιδευτικής διαδρομής- γαλουχήθηκαν, πορεύθηκαν και διακόνησαν επί μακρόν -πράγμα που συνεχίζουν να πράττουν μέχρι σήμερα- την Εκκλησία και τη Θεολογία. Αναμφισβήτητα, το ζήτημα έχει και νομικές και πολιτικές και, κυρίως, πνευματικές παραμέτρους, με την εκκλησιαστική σημασία του όρου. Όμως, πάνω απ' όλα, πιο πέρα κι από τα πρόσωπα που υβρίζονται, το διακύβευμα αφορά στο παρόν και στο μέλλον της θρησκευτικής παιδείας στο Ελληνικό σχολείο. Ασφαλώς, τα μηνύματα από τη συντριπτική πλειοψηφία του θεολογικού κόσμου είναι ελπιδοφόρα και αισιόδοξα, όμως, πνίγονται μέσα στον θόρυβο ενός αήθους υβρεολογίου, το οποίο αντικαθιστά ή υποδύεται την κριτική.

Θεωρούμε, μάλιστα, ότι μέρος της μέχρι τούδε ασκηθείσας δημόσιας τοποθέτησης για το νέο ΠΣ, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, πέρα από την επιστημονική ανεπάρκεια σε ζητήματα παιδαγωγικά -αν και επικαλείται ή δήθεν υπερασπίζεται την Ορθοδοξία- επιχειρεί να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της («Οὐ πᾶς ὁ λέγων Κύριε, Κύριε…»). Το ζήτημα είναι φανερό πως αγγίζει την καρδιά της ίδιας της Εκκλησίας και της Θεολογίας της.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της θα αδιαφορήσει για τον σημερινό μαθητή, τον συχνά μετέωρο και μπερδεμένο από την έκθεση σε ένα πλήθος αλλόκοτων πληροφοριών και όχι σπάνια αλλοπρόσαλλων θρησκευτικών ερεθισμάτων -παρότι τυπικά πολιτογραφείται ως «Ορθόδοξος»;

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της πώς θα απαντήσει σε αυτό το οξύ πρόβλημα, κραυγάζοντας και απειλώντας; Ή μήπως υπάρχει κανείς που να θεωρεί ότι, αποκλείοντας οποιαδήποτε αναφορά στο πρόβλημα, αυτό λύεται ως διά μαγείας; Και αν αυτή η δυνατότητα της παιδαγωγικά έγκυρης πραγμάτευσης δεν δοθεί στον θεολόγο-καθηγητή και σε ένα μάθημα Θρησκευτικών που θα δομείται πάνω σε ένα ΠΣ διαδικασίας, ευέλικτο και ανοικτό στη συνδιαμόρφωση με τους μαθητές, όπως αυτό που προτείνεται από την Επιτροπή μας, τότε σε ποιον, με ποια εχέγγυα και σε ποιο πλαίσιο; Μπορεί το μάθημα να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή της ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας μας;

Είναι άραγε Ορθόδοξη και εκκλησιαστική ποιμαντική προς μαθητές η στενόκαρδη περιχαράκωση, η καταγγελτική ρητορεία και ο προπηλακισμός (λεκτικός ή μη) σε κάθε άνοιγμα διαλόγου ή συνύπαρξης με το διαφορετικό; Ταπεινά φρονούμε πως όχι.

Σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τον τόπο και την πατρίδα ο καθένας έχει χρέος να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Έναντι, πρωτίστως, της Αλήθειας.

 

* Τα Μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου

 

Αθήνα 25  Οκτωβρίου 2012

 

Γιαγκάζογλου Σταύρος, Σύμβουλος Α΄ Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπεύθυνος επιστημονικού πεδίου

Βαλλιανάτος Άγγελος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Γριζοπούλου Όλγα, Δρ. Θεολογίας

Διαμαντής Φώτιος, Δάσκαλος, MEd & Θεολόγος, MTh

Ζορμπάς Κωνσταντίνος, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος, καθηγητής Θεολόγος

Καλαϊτζίδης Παντελεήμων, Δρ. Θεολογίας, τ. Πάρεδρος ε.θ. του Π.Ι., καθηγητής Θεολόγος

Μόσχος Δημήτρης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Νευροκοπλής Αθανάσιος, MTh, καθηγητής Θεολόγος

Παναγάκης Αντώνης, Δάσκαλος και Θεολόγος

Παπαδόπουλος Γιώργος, καθηγητής Θεολόγος

Περσελής Εμμανουήλ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Πλιάκου Ζωή, Θεολόγος

Στάθης Γιώργος, τ. Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Στριλιγκάς Γιώργος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Ταμβάκης Παναγιώτης, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Υφαντής Παναγιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ