Ἡ αὐτονόμηση της «ἐπιστήμης»

ατονόμηση της «πιστήμης»

Του (+) Κορνήλιου Καστοριάδη*

Αγνοώντας πρὸς τὸ παρὸν ὅτι ὁ Θεὸς πέθανε καὶ οὔτε κἂν ὑπῆρξε, ἡ ‘ἐπιστήμη’ κατόρθωσε νὰ ἀποδείξει ὅτι “ Ατοκρατορία το Παραδείσου… βρίσκεται σ πόσταση 1.799.955.500 μιλίων π μς”, ἐνῶ “ Κόλαση βρίσκεται σ πόσταση 3.758 ¼ μιλίων π μς” καὶ “ἔχει εὖρος 2.505 ½ μιλίων”![85] Ὁ ἴδιος ὁ Νεύτων, ἀπὸ τοὺς κύριους θεμελιωτὲς τῆς νεώτερης ‘ἐπιστημονικῆς’ μεθόδου, “δν γραψε μόνο τ Principia λλ κα μι πραγματεία περ τς τοπογραφίας τς Κολάσεως”.[86]

Ἡ περίοδος αὐτή, “ταν γνώση τς φύσης κα μεταφυσικ πίστεψαν πς ηραν να κοιν θεμέλιο”,[87] ἦταν ἐπίσης ἡ περίοδος ὅπου ἄρχιζαν νὰ σταθεροποιοῦνται τὰ ‘ἀντικειμενικὰ’ κριτήρια τῆς ‘ἐπιστημονικῆς’ γνώσης, ἡ αὐθεντία τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσει τὶς ἐπιστημοθρησκευτικὲς κακοτεχνίες, ὅπως ἐκεῖνες τῆς τοπογράφησης τῆς κολάσεως, καὶ ἀκόμη νὰ ἀντικαταστήσει κάποιες αὐθεντίες ποὺ εἶχαν προηγουμένως δημιουργηθεῖ (ὡς αὐθεντίες) καὶ ἀπομείνει ἀπὸ τὸ παρελθόν, τὴν παράδοση ἐκείνη τοῦ δυτικοῦ Μεσαίωνα, ἡ ὁποία “μετέτρεψε τς ριστοτελικς θεωρίες σ να αταρχικ κα ριστικό, νεπίδεκτο μφισβήτησης δόγμα, πο σν τ χρόν εχε περιβληθε τ κύρος τς γίας Γραφς, εχε γίνει μία οονε κιβωτς τς ποκεκαλυμμένης γνώσεως”,[88] στε ο διοι οπιστήμονες’ δν τολμοσαν ν μφισβητήσουν τν ριστοτέλη, προτο δώσει τν δεια πάπας καταδικάζοντάς τον. Ἡ λογοκρισία τοῦ ‘φιλοσόφου’ ὑπῆρξε σύντομη, ὁ παπισμὸς συνέχισε νὰ οἰκοδομεῖται στὸν ἴδιο ἀριστοτελισμὸ ποὺ κάποια στιγμὴ φοβήθηκε, ἀλλὰ τὸ σύνθημα γιὰ ἀπεξάρτηση τῆς ‘ἐπιστήμης’ εἶχε δοθεῖ, καὶ ὅλα ὁδηγοῦσαν στὴν ἐπανάσταση τοῦ 17ου αἰῶνα.

Σ πολλ κείμενα το 17ου αἰῶνα συναντ κανες τ διαπίστωση τι φο ο ρχαοι δν γνώριζαν τν κόσμο στν ποο ζοσαν, δν μπορον ν θεωρηθον ς πηγ κάθε γνώσης.[[89]] τυφλ κα πόλυτη πίστη στ δόγματα τς ρχαιότητας [= ντίληψη τς φιλοσοφίας ς παραγωγς δογμάτων] πο πεκράτησε στ διάρκεια το [δυτικο] Μεσαίωνα μπαινε πλέον σ μι περίοδο κρίσης [=χρειάζονταν τώρα συνεχς περισσότερα λλ κα συνεχς ‘ποδεδειγμένα’ δόγματα]. ντ ν ξακολουθήσουν ν προσβλέπουν μ νοσταλγία πρς τ [ρχαο λληνικ] παρελθν κα ν τ θεωρον σν μι χαμένη χρυσ ποχή, πο ατο ποτ δν θ μποροσαν ν δημιουργήσουν,[[90]] λοένα κα περισσότεροι Ερωπαοι ρχισαν ν τενίζουν τ μέλλον μ ασιοδοξία, κάνοντας νειρα γι [παροξυσμ ατοδικαίωσης κα βιο‑μηχανίας, τν ποο ποκαλοσαν] πρόοδο κα καινοτομίες”.[91]

Ὅπως εἴδαμε, ἡ τέτοια αὐτονόμηση τῆς ‘ἐπιστήμης’ καθυστέρησε ἐλαφρὰ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς προϋποθέσεις της, ἐπειδὴ ὁ παπισμὸς εὐνοοῦσε τὸν σχολαστικὸ μηχανισμό, καὶ ἐπειδὴ εἶχαν ἀντληθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὠφέλη ἀρκετὰ σημαντικά, γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ παραμερισθοῦν ἐν μιᾷ νυκτί. Σιγ σιγ μως παπικς κλρος πετάχτηκε στ περιθώριο πο ριζαν τ λάθητα κα τ πρωτεα του, δηλαδὴ καὶ διαρκῶς ἀπειλητικὸ περιθώριο, ἐνῶ καὶ ὁ ἀνώτερος ἀπὸ χρυσάφι ‘ἐπιστημονικὸς’ χαλκὸς ἀπέμενε πιὰ σίδερο.

να π τ πο-προϊόντα τς πανάστασης τς νθρώπινης[[92]] σκέψης πο προκλήθηκε τν περίοδο ατή, ποτελε νάπτυξη τς στατιστικς μεθόδου… Ο ριθμο ρχισαν ν ποκτον μι δική τους ντότητα… κριβς μέσα σ’ ατ τ πολιτισμικ κλίμα, δημιουργήθηκε κα ναπτύχθηκε σχολ ‘τς πολιτικς ριθμητικς’· Graunt, Petty κα Halley ξέθεσαν τς δημογραφικές τους κτιμήσεις κα κατασκεύασαν τος πρώτους πίνακες πιβίωσης… νέα κατηγορία προβλημάτων ταν τ τελικ προϊν μις πρωτόγνωρης μεταστροφς τς νθρώπινης σκέψης πο τώρα πλέον πέδιδε μεγαλύτερη σημασία στ λογικ π’ ,τι στ παράλογο,[93] δινε προτεραιότητα στν πραγματισμ ναντι το δεαλισμο[94] κα στν πικαιρότητα ναντι τς σχατολογίας.[95]… μφαση πο δόθηκε στν πειραματισμ νοιξε τν δρόμο πρς τν πίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων τς παραγωγς”.[96]

Μοιάζει παράδοξο, πς π τν δογματισμ το δυτικο Μεσαίωνα πιστήμη’ προέκυψε μ νταση, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε κἂν στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξα ὅσα συνέβησαν στὴν Κίνα, τὴν Ἰαπωνία ἢ τὴ Ρωσία; Ὁ δογματισμὸς ὡς τέτοιος δὲν ἔρχεται ἀπαραιτήτως σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν ‘ἐπιστήμη’, γιατὶ κι αὐτὸς ἔχει τὶς ἀρχές του, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἔχει ἐπίσης θεμελιώσεις καὶ τεκμηριώσεις, ἀκόμη καὶ τὰ πειράματα καὶ τὶς συνεργασίες του, ὥστε ἴσως μοιάσει καὶ “φρούριο π ρισμούς, π συμπεράσματα, π πορίσματα, π ρητς κα πονοούμενες προτάσεις”.[97] Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ποιότητα ὅλων αὐτῶν, πάντως τὸ ‘ἐπιστημονικὸ’ σχῆμα δὲν τοῦ εἶναι πάντα τελείως ξένο.

Ἡ ἴδια ἡ ἀποδοχὴ τοῦ θαύματος ἢ ἀκόμα τοῦ ἰσχυρότερου δυνατοῦ ψευδο‑αποφατισμοῦ, ἐνδέχεται νὰ γίνει ἀρχὴ πληθώρας σκέψης, τελείως σύμφωνης μὲ τὸ ‘ἐπιστημονικὸ’ σχῆμα. Ἀρκεῖ νὰ ἔχω ἕνα μόνο ψευδοαποφατικὸ θεώρημα (γιὰ παράδειγμα: ἡ θεία φύση δὲν εἶναι καταληπτή), καὶ ἐπάνω του, ἔστω ἁπλῶς γιὰ νὰ τὸ ἐλέγξει, μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μία σκέψη ποὺ μόνο ἀκαταληψία δὲν θὰ περιέχει. Γι’ αὐτὸ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἐπιστημονικοῦ σχήματος ἀκόμα καὶ σὲ παραδόσεις ὅπως ἡ ἰσλαμικὴ καὶ ἡ ἑβραϊκή, ὅπου ὁ Θεὸς εἶναι ἀπρόσωπος καὶ ἡ πίστη τείνει στὸν φανατισμό.

Ὁ λογιστικὸς ‘ἀποφατισμὸς’ χρησιμεύει ὑπὸ προϋποθέσεις, καὶ πάλι μόνο γιὰ “ν μ φανταζόμαστε τ μικρότερα κι τσι ξεπέσουμε π κενον, πο εναι σύγκριτα ψηλότερος π λα”,[98] στὴν οὐσία του ὅμως εἶναι καταφατικός, ἔστω καταφάσκοντας ἀποφάσεις, ὥστε κατάφαση καὶ ἀπόφαση ταυτίζονται. Τέτοιος ἀποφατισμὸς ἢ καταφατισμὸς οὔτε ἀπὸ μόνος του δὲν ἀρκεῖ, οὔτε προϋποτίθεται κατ’ ἀνάγκην ἢ γιὰ ὅλους ἢ πάντοτε. Ἐπιπλέον, στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ ψευδοαποφατισμὸς τροφοδοτεῖ πληθώρα λόγου, δὲν εἶναι πιὰ μόνο καταφατικὸς ἀλλὰ καὶ ἀντιφατικός. Ἕνας ἀποφατισμὸς ποὺ γεννιέται, ὑπάρχει καὶ προορίζεται γιὰ τὸ ἐπίπεδο τῆς λογιστικῆς, εἶναι τόσο πιὸ ἔγκυρος ὅσο τείνει στὴν καθαρὴ σιωπή, ὅπως συμβαίνει, γιὰ παράδειγμα, στὸν ταοϊσμό. Ὅμως πραγματικὸς ἀποφατισμὸς ὑπάρχει ὅταν ἡ λογιστικὴ κατάφαση ὅσο καὶ ἡ ἀπόφαση ὑπερβαίνονται χωρὶς νὰ ἀπωθοῦνται, τὸ ὁποῖο θὰ δοῦμε ἀργότερα πῶς συμβαίνει, καὶ μέσα στὸ ὁποῖο ἡ ὁμιλία ὅσο καὶ ἡ σιωπὴ βρίσκονται ἐξίσου ἱκανὲς καὶ πέρα ἀπὸ κάθε ὅρο καὶ μέγεθος.

ποιότητα τς προσωπικς ζως καθορίζει τν ναφορ στς ρχς κα μέσα της γγράφει τ μορα το δόγματος. Ἡ ποιότητα αὐτή, στὴν περίπτωση τοῦ δυτικοῦ Μεσαίωνα, ἦταν (στὴ γενικὴ πολιτισμικὴ κατεύθυνση, καὶ πάντα σὲ σύγκριση μὲ τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ) ἐνδυνάμωση τοῦ βιο‑μηχανικοῦ προτάγματος (ἀκόμη καὶ ὡς συστηματικῆς προπαρασκευῆς γιὰ τὴν ἐρχόμενη Κρίση), ἕνας δυναμικὸς δογματισμός, στὴν οὐσία λοιπὸν ταυτόσημος τοῦ ἐπιστημονισμοῦ, ἡ πίστη ὡς ἐξελισσόμενη ἰδεολογία καὶ μηχανή.

Χάρη στν κόμη πι δυναμικ κα ργαλειακ φύση του, σὲ σύγκριση μὲ τὸν θρησκευτικὸ (ἢ καὶ τὸν πολιτικὸ) δυναμικὸ δογματισμό, πιστημονισμς μπορε ν ξαπλώνεται κυριαρχικ σ πολ διαφορετικς πολιτισμικς παραδόσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι παράδοξο, ὅπως δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι δὲν κυριάρχησε στὸν βυζαντινὸ κόσμο, ἀλλὰ οὔτε στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικό. Ὅτι ὅμως ἡ ‘ἐπιστημονικὴ’ συνείδηση ὡς τέτοια χρειάζεται τὸ φάντασμα τῆς ἀντικειμενικότητας, καὶ αὐτῆς σὲ δαιδάλους εἰδικευμένης, δηλαδὴ ὅσο γίνεται πιὸ ὕπουλης καὶ ἑδραιωμένης ἀντικειμενοποίησης, δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸ νὰ ἀρκεσθεῖ στὴν ἄψυχη καὶ ἀκόμα πλαστὴ ὕπαρξη. Διότι δύνατο ν εναι γνήσια ς ντικειμενικότητα δίως (ἔστω μόνο ἐπειδὴ ἱδρύθηκε αὐθαίρετα), κα δύνατο ν κανοποιε τν νθρωπο, ταν συμβάλλει στν κατάργηση τς κοινωνίας:συνεχίζει ν μ’ ντυπωσιάζει τ γεγονς τι τ πανεπιστήμιο ς κουλτούρα, τόσο μ τν νθρωπολογικ σο κα τν κοινωνιολογικ ννοια το ρου, χει ξελιχθε σ κάτι πο πλησιάζει μίαν ατάρκη κλειστ [περίπου‑]κοινωνία… Τ πανεπιστήμιο τείνει ν γίνει νας καθαυτ πομονωμένος [περίπου‑]κόσμος κα μι ποξενωμένη κοινωνία, πο ο παρανοϊκς συνέπειες τν διων της τν ζωτικν δυνάμεων δραστηριότητας, συγκέντρωσης κα παγγελματισμο, τν ποκόπτουν π τν πραγματικότητα. στόσο πραγματικότητα, στν βαθμ πο φορ στν πνευματικ ζωή, λέει σίγουρα τοτο: τι ζω το πνεύματος στ πανεπιστήμιο περιορίζεται κόμη κα παγιδεύεται νάμεσα σ δύο [τουλάχιστον]Lasky μυλόπετρες: μι εναι νάγκη γι πιστημονικ εδίκευση, κα μι εναι ναπόφευκτη κλαΐκευση…“

ν δν πάρχει να ψηλότερο πίπεδο πάνω στ ποο θ σταθομε, ν δν χουμε κανένα λόγο ν κρατηθομε ρθιοι, ν δν νδιαφέρει καμμι κίνηση πο ν κοσμε τ στάση μας κα κανένας χρόνος γι κάτι περισσότερο π μι σύντομη στιγμ πικοινωνίας, τότε μπορομε [;] ν ποψιαστομε τι χουμε φτάσει στ σημεο, που κουλτούρα θ ποχρεωθε ν πάρχει χωρς ν συνδέεται μ μι πνευματικ κοινότητα. Θναι να ργο χωρς πόθεση, θέατρο χωρς σκηνή, μι παράσταση χωρς κροατήριο, χος το χειροκροτήματος χωρς τ συμμετοχ μις αθόρμητης, πολιτισμένης νταπόκρισης. Κάτι τέτοιο θ μο φαινόταν —κα λέγχω σο μπορ περισσότερο τν μελαγχολία μου— τι προοιωνίζει μι σοβαρ κατάρρευση τς πνευματικς ζως στ περισσότερα μέρη τς Δυτικς κοινωνίας”.[99]

Ὅμως οἱ οἰωνοὶ δὲν εἶναι τόσο πρόσφατοι, ὅπως οὔτε ὁ ἐπιστημονισμός, καὶ εἶχαν ἤδη ἐπαληθευτεῖ, ὅταν γράφονταν αὐτὲς οἱ γραμμές.

Σημειώσεις

[85] Bonardo, Τὸ Μέγεθος, τὸ Εὖρος, ἡ Ἀπόσταση Κάθε Σφαίρας Ὑπολογισμένης σὲ Δικά μας Μίλια (Βενετία 1589) – παραθέτει ὁ Τσιπόλα, Ἡ Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ τὴ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση, ὅ.π., σ. 315. Τὴ λογικὴ τῶν ἀποδείξεων αὐτῶν προϋποθέτει (συνειδητὰ ἢ μὴ) ὅποιος θεωρεῖ πνευματικὴ πρόοδο καὶ ἀποκόλληση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ χῶμα, τὰ διαπλανητικὰ ταξίδια, τὰ ὁποῖα στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ συμπλήρωση τοῦ γήινου μὲ ἀστρικὸ χῶμα στὴ διαστημικὴ ἐπέκταση τῆς δυτικῆς ἐρήμου.

[86] Καῖσλερ, Ὁ Κομμισσάριος καὶ ὁ Γιόγκι, ὅ.π., σ. 139.

[87] Μερλὼ-Ποντύ, Σημεῖα, ὅ.π., σ. 238.

[88] Ν. Ἐλίας, Περὶ χρόνου, ὅ.π., σ. 140. Ἀκόμη καὶ ὁ Γαλιλαῖος, “προτίμησε νὰ μὴν πιστέψῃ τὰ μάτια του παρὰ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐσφαλμένη γνώμη τοῦ Ἀριστοτέλους!” (βλ. Ράμφου, Ἱλαρὸν φῶς τοῦ κόσμου, Ἀθήνα 1990, σ. 36).

[89] Ὡς ἄγνοια τοῦ κόσμου ἐννοῶντας, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν πίστευαν στὴ σφαιρικότητα τῆς γῆς. Ὅμως τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 5ο αἰῶνα θεωροῦσαν τὴ γῆ σφαιρική, τὸν 4ο αἰ. ὁ Ἡρακλείδης δὲν ἀμφέβαλλε οὔτε κἂν γιὰ τὴν περιστροφικὴ κίνηση γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό της, ἐνῶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Σάμιος ἀπέδειξε τὸ ἡλιοκεντρικὸ σύστημα. Τὸν 17ο αἰῶνα ἡ ‘ἐπιστήμη’ ἀγνοοῦσε τί ἀκριβῶς πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι γιὰ τὸ θέμα; Κανονικὰ δὲν θὰ ἔπρεπε. Ὁ Μεσαίωνας δὲν γνώριζε τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρίσταρχου, γιὰ τὴν ὁποία εἶχε μιὰ ἐνημέρωση ὁ Ἀκινάτης, ἀλλὰ γνώριζε τὸν Ἡρακλείδη. Ὅμως δὲν ἔχει σημασία αὐτὸ ἀπὸ μόνο του, γιατὶ ἐδῶ τὸ οὐσιῶδες εἶναι ἡ ταύτιση τῆς μετρήσιμης καὶ ἀποδείξιμης ὡς μόνης πραγματικῆς κοσμολογικῆς γνώσης, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἡ γνώση αὐτὴ εἶχε σημασία κατώτερη τῆς φιλοσοφικῆς καὶ μυθολογικῆς.

[90] Συμμετέχει, δηλαδή, καὶ ὁ παράγοντας τοῦ ζήλου ὡς αὐτοδικαιώσεως.

[91] Τσιπόλα, Ἡ Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ τὴ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση, ὅ.π., σ. 312.

[92] Ἀπ’ ὅπου μαθαίνουμε ὅτι ἀνθρώπινο εἶναι τὸ δυτικοευρωπαϊκό.

[93] Χωρὶς ὁ συγγραφέας νὰ διερωτᾶται, μήπως (καὶ πῶς ἢ πότε) ἡ σκέψη ποὺ κατάντησε νὰ ἔχει παράλογη πίστη, ἐνδέχεται νὰ στρέφεται τώρα καὶ νὰ δεσμεύεται ἐπίσης παραλόγως στὸ λογικό…

[94] Χωρὶς ὁ συγγραφέας νὰ διερωτᾶται μήπως καὶ ἡ στροφὴ στὸν πραγματισμὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ἰδεαλιστική.

[95] Ὅπου ὑποδηλώνεται μιὰ ἀλήθεια. Ἡ πίστη ποὺ καταστράφηκε στὴ βιο‑μηχανία, προηγουμένως εἶχε καταστρέψει τὸ ἴδιο τὸ ἔσχατο σὲ φάντασμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀφοροῦσε πραγματικὰ στὴ ζωὴ κανενός, τελείως ἀνεπίκαιρο.

[96] Τσιπόλα, Ἡ Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ τὴ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση, ὅ.π., σελ. 313 καὶ 315-6. Γιὰ τὴν παλαιότητα τῶν κινήτρων πρβλ. τὸν Κρόμπυ, Ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο στὸν Γαλιλαῖο, ὅ.π., σ. 189: “τὰ προβλήματα ποὺ προέκυπταν ἀπὸ τὴ διάλυση συνεταιριστικῶν ἐπιχειρήσεων (μερικὰ μάλιστα συζητοῦνταν στὴν Ἰταλία ἀπὸ τὸν 12ο κιόλας αἰῶνα), καθὼς καὶ αὐτὰ ποὺ συνδέονταν μὲ τὸν τόκο, τὴν προεξόφληση καὶ τὴν ἀνταλλαγὴ ἀξιῶν, συγκαταλέγονταν στὰ κυριότερα κίνητρα τῆς μαθηματικῆς ἔρευνας”.

[97] Ἔρασμος, Μωρίας ἐγκώμιον – παραθέτει ὁ Καῖσλερ, Οἱ Ὑπνοβάτες, ὅ.π., σ. 82.

[98] Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Περὶ ἀγάπης Γ 49.

[99] Λάσκυ, Ὁ μεγάλος τροχός, μτφρ. Ζ. Δρακοπούλου, Ἀθήνα χ.ἔ., σελ. 29-33. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ τὸ ἑξῆς. Ἡ ἐκλαΐκευση, ἄλλη μιὰ περίπτωση μάταιης πλὴν ὅμως ‘καλῆς’ προαίρεσης, στὴν πράξη δηλώνει στοὺς καταναλωτές της: μπορεῖς νὰ μάθεις αὐτὸ ποὺ ἔμαθα, ἀγνοῶντας καί τὶς προϋποθέσεις καί τὶς λεπτομέρειες τῆς γνώσης, ὅλη τὴν πορεία γιὰ τὴ γνώση. Ἑπομένως δὲν προσφέρει μόνο ἀμφίβολο ἀγαθό, ὅπως εἶναι κάθε ‘ἐπιστημονικὸ’ ἀγαθό, ἀλλὰ τὸ προσφέρει καὶ μὲ τὴν ἐντολή νὰ τὸ παραλάβω ὡς κακό, νὰ μή μετέχω σὲ πνευματικὴ πορεία καὶ προκοπή, ἀντὶ παιδείας νὰ ἔχω μιὰ ἐπιδερμικὴ πληροφόρηση. Ὅταν αὐτὸ συμβαίνει στὶς ‘θετικὲς’ ‘ἐπιστῆμες’, καταλαβαίνουμε ὅτι ἁπλῶς ὑποσκάπτεται ἡ ‘ἐπιστήμη’, ὁπότε μικρὸ τὸ κακό, ἐφόσον ἄλλωστε ἀναπληρώνεται ἀπὸ ἀλλότρια κίνητρα. Ὅταν ὅμως συμβαίνει καὶ στὴ φιλοσοφία ἢ τὴ θεολογία, ναὶ μὲν ὑποσκάπτονται ὡς ‘ἐπιστῆμες’, ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ‘ἐπιστῆμες’, διαβάλλεται ἐμμέσως ἀκόμα καὶ ἡ πραγματική τους διάσταση, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα σφετερίζονται καὶ ἤδη ὡς ‘ἐπιστῆμες’ διαβάλλουν, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐκλαΐκευση ὁλοκληρώνουν τὴ διαβολὴ ὅσο γίνεται πιὸ εὐρύτερα. Ἔτσι ἔχουμε βιβλία τοῦ τύπου ‘ὁ Πλάτωνας σὲ 10 μαθήματα’, δηλαδὴ ἀκόμα πιὸ ἐφιαλτικὲς εἰκόνες τοῦ ἤδη ἐφιαλτικοῦ ‘ἐπιστημονικοῦ’ ἀρχετύπου: ‘ὁ Πλάτωνας (καὶ ὄχι μόνο!) σὲ 6 χρόνια μὲ ἀπονομὴ Μάστερ’…

Σημείωση: Ο ζωγραφικός πίνακας («The war», 1965) που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο τού, Γερμανού, Konrad Klapheck.

ΠΗΓΗ κειμένου:  www.ellopos.net/gr/machina. Το είδα:  Σάββατο, 24 Σεπτέμβριος 2016, http://antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B7-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/183-%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B7%CF%82.html