Ανάστημα στον ζόφο: «Ο τυφλός κορυδαλλός»

Ανάστημα στον ζόφο*

Του Γιάννη Στρούμπα

Για να γνωστοποιηθεί μια ανάμνηση είναι απαραίτητος ο λόγος, πιο συγκεκριμένα το ρήμα, η βασικότερη μονάδα του λόγου, που τον στηρίζει και τον νοηματοδοτεί. Το ρήμα όμως αυτό ποτίζεται συχνά από αίμα: «Στης μνήμης σου τον κήπο/ ανθίζει ένα ρήμα/ Το αίμα κυλάει/ Μ’ αυτό ποτίζεται το ποίημα», σημειώνει ο Δημήτρης Λαμπρέλλης στην ποιητική του συλλογή «Ο τυφλός κορυδαλλός». Αντιμετωπίζοντας το ποίημα σαν υπόθεση ματωμένης ανάμνησης, ο Λαμπρέλλης επιστρατεύει όλη την ευαισθησία που πηγάζει από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου για να σχολιάσει ποιητικά κάθε οδυνηρή, ματωμένη πληγή.

Πράγματι, οι ανθρώπινες πληγές αιμορραγούν διαρκώς. Τα όνειρα σωπαίνουν μελαγχολικά μπροστά στην ακύρωσή τους και «γίνονται ένα με το πηχτό σκοτάδι». Καθώς «τα στάχυα/ των ονείρων/ ουρλιάζουνε/ στις θημωνιές» και το σκοτάδι ηγεμονεύει, ο ποιητής επιζητά εναγωνίως το αυγουστιάτικο φεγγαρόφωτο, τρέμοντας μην το χάσει. «Γι’ αυτό/ τούτο το βράδυ/ στη θάλασσα τα μάτια μου θα δώσω/ μήπως μ’ αυτά/ λίγο απ’ το φως του φεγγαριού μπορέσω πια να δω», εξομολογείται το ποιητικό υποκείμενο, διεκδικώντας τη διάσωση του δροσερού φωτός.

Σαν άλλος σολωμικός «ελεύθερος πολιορκημένος» αντιστέκεται στον ζόφο ο ποιητικός ήρωας, επιδιώκοντας να περισώσει ό,τι μπορεί από τη μαγεία της φύσης. Ο ευαίσθητος ήρωας του Λαμπρέλλη φλογίζεται από το άγγιγμα της φύσης, από ένα χνούδι μοναχά. «Εσύ που την ανάσα σου την καίει ένα χνούδι/ βγαίνεις κι αγγίζεις τη φωτιά σα να ’τανε λουλούδι»: διατηρώντας τον ρυθμό στους δυο του δεκαπεντασύλλαβους στίχους κι επιλέγοντας τη χρήση του αναφορικού «που» σε μια σύνταξη χαλαρότερη και πιο ταιριαστή στον προφορικό λόγο, ο ποιητής επιτείνει, καί μέσω της στιχουργικής του τεχνικής και της συντακτικής του επιλογής, την ευαισθησία και την απλότητα του λογοτεχνικού του ήρωα σαν ανθρώπου καθημερινού και προσιτού, ο οποίος, ετοιμοπόλεμος, φλογισμένος, αποφασιστικός κι ευσυγκίνητος συνάμα, νιώθει τη φωτιά απαλή σαν χάδι, σαν λουλούδι. Δεν τη φοβάται, συνεπώς, ούτε διστάζει να ριχτεί μέσα της, αντιμετωπίζοντας κάθε αντιξοότητα. Παράλληλα, συνιστά ο ίδιος το παράδειγμα επέκτασης του σχετικού αγώνα μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Όπου, λοιπόν, νιώθει ότι το όνειρο απειλείται, ο ποιητής υψώνει εκδικητική τη δική του ρομφαία. «Κι εγώ/ σας λέω/ πως μέσα στον ύπνο τους/ τους καίω/ Καίω αυτούς που νοίκιασε ο θάνατος/ κι ο κόσμος τους φωνάζει θεριστές.» Οι θεριστές, προσωποποίηση του χάροντα, ο οποίος θερίζει με το δρεπάνι του ανθρώπινες ζωές, βρίσκουν απέναντί τους τον ποιητικό ήρωα. Πυρπολητής του θανάτου, λαμπαδιάζει τα ενεργούμενα εκείνου, υπερασπίζοντας την ελπίδα, τη ζωή. Ο Λαμπρέλλης επιμένει στη χρήση της φωτιάς και στο ρήμα «καίω», καθώς ο εμπρησμός του στο δάσος του κακού δεν μετατρέπει μόνο τούτο σε στάχτες, αλλά διατηρεί αναμμένη τη φλόγα κάθε καλού και το φως που αυτή παράγει. «Σήμερα/ λοιπόν/ καίω/ και αποκαθηλώνω/ Εξετάζω/ αλλά και σπάζω», επιβεβαιώνει ο ποιητής, αρνούμενος να υποστεί παθητικά τη φθορά, αρνούμενος να αποδεχτεί τον θάνατο.

Ο ενεργητικός ρόλος του ποιητικού υποκειμένου αποτυπώνεται στο κρυπτικό, σαχτουρικό άτιτλο ποίημα «Σήμερα/ ένα ένα/ τα γράμματα/ στο χαρτί/ με την πένα μου πια δεν τα χαράζω/ γιατί/ αγόρασα μια πένσα/ Κι έτσι απ’ το σώμα μου/ ένα ένα/ τα καρφιά τα βγάζω/ και τα πετώ ψηλά/ για να τρυπώσουνε/ στον ουρανό». Η δομή του ποιήματος, με την κρίσιμη επανάληψη της επισήμανσης «ένα ένα», οδηγεί σε μια ταύτιση των γραμμάτων με τα καρφιά. Αν, λοιπόν, η γραφή είναι επίπονη για τον γράφοντα, μπορεί ωστόσο να μετατραπεί και στα δικά του χέρια σε αιχμηρό εργαλείο. Αυτός ο αιχμηρός λόγος επιζητά το πέταγμα στον ουρανό, εκεί που φωλιάζει η αγνότητα, εκεί που ο ίδιος θα πετύχαινε τη δικαίωσή του.

Κι εκεί, περαιτέρω, είναι που πετούν τα «παράξενα πουλιά» του ποιητή, και μαζί τους ο μικρός του κορυδαλλός. Σ’ ένα ποίημα με έντονη εικονοποιία, η οποία μάλιστα προκαταλαμβάνεται από τον εναρκτήριο στίχο «Είναι οι εικόνες μου», κοινό και για τις τρεις στροφές του, κι η οποία παραπέμπει στην εικονοποιία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Λαμπρέλλης στήνει ένα άγριο σκηνικό μαύρου βαράθρου, με τη νύχτα να μπήγει τα νύχια της στο μυαλό και στο είναι του ποιητικού υποκειμένου. Σ’ αυτό, ωστόσο, το σκοτάδι, ο αγνοούμενος μικρός κορυδαλλός εξακολουθεί να συγκεντρώνει την προσοχή του ποιητή. Η διαφύλαξη της τρυφερότητας απέναντι στο τυφλό, όπως προσδιορίζεται στον τίτλο της συλλογής, εύθραυστο πουλί, επιβεβαιώνει τη διάθεση του ποιητικού αφηγητή να ορθώσει ανάστημα στον ζόφο. Κι αυτό ακριβώς το πρόσωπο, το αγνό κι ανιδιοτελές, είναι που προκρίνει ο ποιητής, προσδιορίζοντας στον επίλογο της συλλογής του τα πρόσωπα του ποιήματος. Γιατί το γραπτό δημιούργημα δεν μπορεί να αναχθεί σε ποίημα και τέχνη, αν δεν μπορέσει να υπερβεί την προσωπική φιλοδοξία και ματαιοδοξία, κι αν δεν υιοθετήσει την τρυφερή κι ευαίσθητη όψη του μικρού κορυδαλλού.

Δημήτρης Λαμπρέλλης, «Ο τυφλός κορυδαλλός», εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015, σελ. 48.

V

 

Για σήμερα

απόκλιση καμιά.

Ο δήμιος των ονείρων

κρατά στα χέρια του γερά

της μαύρης λύπης το αλφάδι

 

Για σήμερα

απόκλιση καμιά.

Τα αηδόνια

και τα όνειρα

γίνονται ένα με το πηχτό σκοτάδι

 

Η ΝΟΤΙΑ ΑΚΤΗ

 

Λίγο πιο έξω απ’ τη νότια ακτή

Η θάλασσα είναι ακίνητη

κι εμείς κάθε πρωί

μέσα απ’ τον κρίκο

της αλυσίδας για την άγκυρα

το μάτι μας περνάμε

Με τη σκουριά

που βλέπουμε

μόνο μ’ αυτή μιλάμε

 

*

 

Δίπλα στην ακροθαλασσιά που ξεθωριάζει

την ανάσα μας καλά κρατάμε

Κι έπειτα παίρνουμε την ελπίδα δίπλα μας

Μ’ αυτήν μεθάμε

 

*

 

Λίγο μετά

δεν ξέρουμε πια πού είναι η θάλασσα

Μέσα σ’ ένα σκαρί του τίποτα

εμείς

μαζί με τη Μορμώ

μόλις χωράμε

 

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Είναι οι εικόνες μου

κάτι παράξενα πουλιά

που βράδυ-πρωί

τα μάτια μου τα τριγυρνάνε

 

Είναι οι εικόνες μου

φωνές που έρχονται από μακριά

Για τον μικρό μου τον κορυδαλλό

που χάθηκε στο μαύρο βάραθρο

Μόνο γι’ αυτόν μιλάνε

 

Είναι οι εικόνες μου

της νύχτας μου τα νύχια

που μέσα μου μπήγονται βαθιά

και το μυαλό μου το τρυπάνε

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 426, 1/11/2015.