Ανανεωμένος μυστικισμός

Ανανεωμένος μυστικισμός*

Του Γιάννη Στρούμπα

Αποξένωση. Μαραμένο συναίσθημα. Ψυχικές πληγές. Άνθρωποι «Πιο ξένοι κι απ’ τις στάλες της βροχής στην έρημο./ Πιο ξένοι όμως κι απ’ το μεγάλο πέσιμο/ στην καρδιά που μας πληγώνει παντοτινά». Σ’ αυτήν τη βαρυχειμωνιά, «Ο κήπος που άφησες φεύγοντας από δω/ θέλει πολλή δουλειά για να γίνει σαν πρώτα», διαπιστώνει ο Βασίλης Ζηλάκος στην ποιητική του συλλογή «Το κελαηδιστό πουκάμισο». Την απαιτητική δουλειά, τη μαρτυρική ανηφορική πορεία, τη σύγκρουση με ό,τι σαθρό καταδυναστεύει τον κόσμο ο Ζηλάκος τις αναθέτει στους ποιητές: «οι ποιητές ανέβαιναν στο βουνό κι έθαβαν τη χελώνα». Οπλισμένοι με πείσμα, αφοσίωση, προσωπικό μεράκι, λεπτουργήματα των χεριών τους, μακριά από τις χοντροκοπιές των μηχανών, οι ποιητές επιβάλλεται να τα καταφέρουν, παλεύοντας με του κόσμου τα δαιμόνια και υπερασπίζοντας τη «χελώνα», κάθε αδύναμο κι αναγκεμένο.

Η ανάβαση του ποιητή παριστάνεται από τον Ζηλάκο με τη συνδρομή μιας αλληγορίας. Μυστικιστικό σκηνικό, φυσικά τοπία σκαρφαλωμένα σε μεγάλα υψόμετρα, δαίμονες κι άλλα απόκοσμα πλάσματα, φυσικά αντικείμενα που υπάρχουν με τρόπο αφύσικο και μεταστοιχειώνονται μαγικά, περιβάλλουν τον ποιητικό ήρωα. Η μεγάλη ξύλινη πόρτα που εμφανίζεται στον δρόμο του ποιητικού υποκειμένου κρέμεται «στον πάλλευκο αέρα πάνω/ από την απόλυτη ερημιά» και, μέχρι εκείνο να γυρίσει να την πιάσει, «από το λευκό της σώμα το δάχτυλο/ του δεξιού χεριού φαινόταν μοναχά». Η ανάβαση, γεμάτη παράδοξα, απρόοπτα και παγίδες, είναι επίπονη και δηλώνει τον βαθμό δυσκολίας που εμπεριέχει η κάθε «πορεία» –ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιήματος– προς έναν στόχο.

Άλλοτε, ο μυστηριώδης τόνος αποκτά διαστάσεις θεϊκής επιφάνειας, αποκάλυψης του ύψιστου όντος. Το σκηνικό της Αποκάλυψης περιλαμβάνει σεισμούς, πορείες πλάι σε γκρεμούς, περάσματα από δρόμους που σκίζονται στα δυο. Ο φόβος, έστω και σαν προϊόν εφιάλτη σ’ έναν ανήσυχο ύπνο, καταδεικνύει την ανθρώπινη αλλοτρίωση. Τα ξωτικά όμως του Ζηλάκου δεν τρομοκρατούν μόνο, αλλά κι επενεργούν θετικά στους ανθρώπους που έχτισαν τον βίο τους με συνέπεια, όπως φανερώνει το βαθύ πιάτο με μέλι, δικό τους δώρο αποθεμένο στην πόρτα μακαρίτη, δηλωτικό εκτίμησης.

Το υπερβατικό σκηνικό του Ζηλάκου είναι ενδεικτικό της πρόκρισης μιας άυλης πραγματικότητας, στην οποία ό,τι αξίζει απεκδύεται την υλικότητά του και ανάγεται σε μια άφθαρτη, πλατωνική πνευματικότητα. Το πρώτο λουλούδι της άνοιξης, του Πάσχα, που τείνει προς τη φθορά καθώς αποκόπτεται από το ζωογόνο χώμα και στολίζει τον επιτάφιο του Χριστού, εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει «μέσα στο λιβάδι της Ιδέας/ που το γέννησε και το μεγάλωσε» μπροστά στο παράθυρο του ποιητικού αφηγητή.

Ο Ζηλάκος, ωστόσο, δεν περιορίζεται μοναχά στην άυλη πνευματικότητα. Στο πλευρό του φανταστικού τούτου πετάγματος πορεύεται και μια ρεαλιστική τάση, που πατά στη γη και υποδεικνύει την αγάπη σαν τρόπο συνύπαρξης: «Απάνω στη γη το πόδι της καρδιάς πατά περιστρεφόμενο./ Δίνει την ώθηση, στηρίζει, οδηγεί προς τον Αγαπημένο.» Κι αγαπημένο πρόσωπο μπορεί να είναι τόσο κάποιο του στενού συγγενικού κύκλου, όπως η μάνα, όσο και ο ερωτικός σύντροφος ή οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Έτσι, η μάνα υμνείται για την προστατευτική της ασπίδα μπροστά στο παιδί της, σ’ ένα ποίημα συνθεμένο μ’ ευαισθησία και μεταδιδόμενο με αμεσότητα. Ο ερωτικός σύντροφος πάλι, ιδίως με την αδόκητη απώλειά του, προκαλεί έντονη μελαγχολία κι απόγνωση, γεγονός που επιβεβαιώνει τη γνησιότητα των συναισθημάτων, όπως προκύπτει από τα φορτισμένα ποιήματα του δεύτερου τμήματος της συλλογής με την επιγραφή «Καμπύλο γυμνό».

Ο έρωτας, λοιπόν, η αγάπη, το σκάψιμο του νεύρου της δειλίας, ο χορός, η αποφασιστική τοποθέτηση απέναντι στη ζωή είναι τα εφόδια του ποιητή μπροστά σε κάθε αντιξοότητα. Τα εφόδια αυτά συνοδεύονται παράλληλα από περίσκεψη, σωφροσύνη, ανησυχία κι επίγνωση του κινδύνου, στοιχεία που προλαμβάνουν τις κακοτοπιές. «Αγώνας κι ελαφρότητα να ’ναι το σύνθημά μας», διατείνεται ο Ζηλάκος, αποκρυπτογραφώντας και την κρυπτικότητα του ενδύματός του: το «κελαηδιστό πουκάμισό» του, που επιστέφει τη συλλογή στο σύνολό της ως τίτλος της, δεν είναι παρά η ελπίδα, η ανοιξιάτικη αισιοδοξία των πουλιών, που δεν παύει να επιμένει, παρά το ότι βάλλεται «από της πάλης της γιγάντιας τ’ άδικο αποτέλεσμα». Η δε επιμονή επιβραβεύεται από το ξημέρωμα, τα ουράνια, την έκρηξη των θαυμάτων της φύσης, που υλοποιούν το ποιητικό όραμα καταφάσκοντας στη ζωή.

Το «Κελαηδιστό πουκάμισο» προωθεί, σαν συλλογή, την ποίηση του Ζηλάκου πλησιέστερα σε μια αμεσότερη διατύπωση των ποιητικών στοχασμών, με μέσα λιτότερα σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του. Το πιο ενδιαφέρον εγχείρημά της, ωστόσο, σε αντίθεση με την επικρατούσα τάση των ρεαλιστικών αποτυπώσεων, είναι η διάθεσή της να ανασυνθέσει ένα ιδεαλιστικό σύμπαν. Η απόπειρα αυτή ίσως αποτελεί την πρόταση του ποιητή για μια σύγχρονη αναθεώρηση της αναγνωστικής μα και της δημιουργικής στάσης απέναντι στην ποίηση των μεγάλων οραμάτων, τη συνθεμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, έτσι όπως αυτά εκφράστηκαν κυρίως μέσα από μεγαλόπνοες ποιητικές συνθέσεις του Παλαμά και του Σικελιανού. Ο Ζηλάκος μοιάζει να προτείνει την επανεισαγωγή ενός μυστηριακού, μεταφυσικού κόσμου, διαπνεόμενου επίσης από σημαντικά οράματα, με τη φρεσκάδα ενός μοντέρνου λόγου. Το επόμενο βήμα του ποιητή θα διαφωτίσει ως προς τις προθέσεις του να επιμείνει ή όχι στο ανανεωτικό του εγχείρημα.

Βασίλης Ζηλάκος, «Το κελαηδιστό πουκάμισο», εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015, σελ. 72.

Η ΠΟΡΕΙΑ

 

Μετά την ανηφόρα έδειξε στην κοιλάδα

το σπίτι της γυναίκας του διαβόλου, κι είπε:

«Αν την ποθείς, πήγαινε να κοιμηθείς μαζί της.

Η φήμη της έχει ξεφτίσει·

τώρα από τους άντρες κερδίζει τη ζωή της.»

Αυτά είπε. Μα τ’ ολόγιομο φεγγάρι έλουζε

Με λάμψη διαμαντική τη χιονισμένη βουνοκορφή

Φανερώνοντας την πύλη του Αλχημιστή.

Έτσι εγώ απάντησα:

«ο ουρανός από δω φαίνεται μαύρος.

Ας ανεβούμε καλύτερα τον πέτρινο δρόμο.»

Κι ανεβήκαμε. —

Απ’ όλες τις πλευρές μας προσπερνούσαν οι δαίμονες.

Άγριοι, κοντοί και λυπημένοι.

Δε σταματούσαμε όμως, συνεχίζαμε,

ώσπου είδαμε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα

που κρεμόταν στον πάλλευκο αέρα πάνω

από την απόλυτη ερημιά.

«Στάσου» μίλησα με στοργή «για το δικό σου

το καλό, θα τη σκαρφαλώσω πρώτα εγώ».

Αλλά μέχρι να γυρίσω να την πιάσω,

από το λευκό της σώμα, το δάχτυλο

του δεξιού χεριού φαινόταν μοναχά

που τη δυσπιστία μου κατέδιδε στον Γέροντα

με τη μακριά γενειάδα και το μυτερό καπέλο.

 

ΠΑΣΧΑ

 

Άνοιξα το παράθυρο και μύρισα το πρώτο λουλούδι που ’δα.

Το μύρισα ως την τελευταία υπόνοια του αρώματός του.

(Κι ενώ έτσι αυτό έφευγε για πάντα προς τον θάνατό του

αφήνοντας πίσω την οσμή του σκέτου χόρτου

προχώρησα βαθύτερα μέσα στο λιβάδι της Ιδέας

που το γέννησε και το μεγάλωσε μπροστά στο παράθυρό μου.)

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 427, 16/11/2015.