ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ως ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ και ΣΤΟΙΧΕΙΑ της ΠΑΡΑΔΟΞΗΣ ως ΧΡΙΣΤΟΜΟΝΙΣΜΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ προς μιά ΟΡΘΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΩΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΞΗΣ ΩΣ ΧΡΙΣΤΟΜΟΝΙΣΜΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΟΡΘΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ

Εικόνα 1 Εμμανουήλ Πανσελήνου, Η Βάπτιση του Κυρίου, τοιχογραφία, Πρωτάτο Αγίου Όρους, ~1290 μ.Χ.

Του Κωνσταντίνου Κόττη*

1 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

  • Εισαγωγή

Αναλογιζόμενοι την διάκριση αΐδιας και οικονομικής Τριάδος, φέρνουμε στον νου, το εκκλησιολογικό πλαίσιο της θείας οικονομίας. Οι ανατολικές  προσεγγίσεις αυτής, όπως π.χ. του Νικολάου Καβάσιλα[1], συνόψισαν μια αρχέγονη παράδοση ερμηνείας των θείων μέσα από την μυστηριακή οδό και όχι μόνο γνωστικά[2]. Στη Δύση, αντίθετα, η διαμάχη καθολικισμού και προτεσταντισμού, ιδίως κατά τον 17ο αιώνα, έφερε στο προσκήνιο διαφορετικές εκκλησιολογικές θεωρήσεις. Στη διαμάχη αυτή, παραμερίζονταν ο παράγων «Έσχατα», μετατοπίζοντας την πεμπτουσία της Ευχαριστίας στην σταυρική θυσία του Χριστού[3]. Αναδύθηκαν κατ΄ αυτόν τον τρόπο διάφοροι μονισμοί και θεολογικά κενά.  Η Ρωμαιοκαθολική ομολογία, τόνιζε την έννοια της Εκκλησίας ως παγκόσμιο ιερό καθίδρυμα υπό τον Πάπα. Οι Προτεστάντες αντίστοιχα, επικέντρωναν πνευματικά, στη χαρισματική κοινωνία[4]. Εξ αυτού προέκυψαν ορισμοί της Εκκλησίας στην μορφή ομολογιακών συμβόλων. Η πρακτική αυτή, δεν άργησε να επιδράσει και στην ορθόδοξη Ανατολή[5].

  • Ιστορικό Πλαίσιο

1.2.1 Η έννοια του «πνεύματος» στην φιλοσοφική ελληνική γραμματεία

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ο όρος «πνεῦμα», ταυτίζονταν με τον άνεμο, ενίοτε ως μεταφορά της αναπνοής και της ζωής. Η συμβολική αυτή, έως τα χρόνια των Ο΄, είχε λάβει και μια εναλλακτική δημιουργική σημασία[6]. Στο έργο του Ψευδο-Αριστοτέλη «Περί Κόσμου» (50–100 μ.Χ)[7], ήταν η έμψυχη και γόνιμη ουσία της Δημιουργίας[8]. Μια παραλλαγή αυτής, απαντά στο νόθο πλατωνικό διάλογο «Ἀξίοχος» [9]. Εκεί «πνεῦμα» είναι το θείο στοιχείο, το οποίο ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου. Αποκαλύπτει θεία γνώση και παρέχει τo έλλογο, σε διάκριση από τα λοιπά ζώα[10]. Στην τριαδολογία του Νουμηνίου (2ος μ.Χ. αιώνας), το τρίτο θείο πρόσωπο, είτε ολοκλήρωνε το έργο του Δημιουργού Υιού, είτε ήταν το ίδιο το έργο, η κτιστή φύση[11]. Ο Πλωτίνος, αντίστοιχα, το ονόμαζε «Ανώτερη Ψυχή». Απέρρεε, επίσης, από το δεύτερο πρόσωπο, τον Νού, αλλά δεν το ταύτιζε με την κτιστή φύση, αλλά τον γεννήτορα αυτής[12]. Μερίζονταν δημιουργώντας και παρέμενε αμέριστη στο Νου[13], αξίωμα, το οποίο, απαντά στην βασιλειανή θεολογία και Θεία Λειτουργία[14].

1.2.2 Οι απαρχές της Πνευματολογίας

Παράλληλα με τον Νουμήνιο και αργότερα τον Πλωτίνο, εμφανίσθηκε ο μοναρχιανισμός, αρχικά ως πατροπασχιτισμός. Κατά τον εισηγητή αυτού Νοητό, ο όλος Θεός σαρκώθηκε και άρα στον Σταυρό έπαθε και ο Πατήρ. Συνεχιστής του στη Ρώμη υπήρξε ο Πραξέας[15]. Από αυτόν παρέλαβε το σχήμα ο Σαβέλλιος (200-225): το Πνεύμα παρα-δοξολογούνταν, ως το καινοδιαθηκικό προσωπείο του ενός Θεού[16]. Στην συνέχεια, ο Παύλος Σαμοσατέας κήρυξε (προ του 264), την ταύτιση Λόγου και Πνεύματος[17]. Ως προς την αλεξανδρινή σχολή, υπάρχουν πνευματολογικές ενδείξεις για τον Θεόγνωστο Αλεξανδρέα (β΄ ήμισυ 3ου). Ωστόσο είναι προβληματική η εξαγωγή συμπερασμάτων[18]. O Άρειος (πεθ. 336), τέλος, ακολουθώντας τον δάσκαλό του Λουκιανό, διέκρινε τον Λόγο από το Πνεύμα. Το τελευταίο, βέβαια. εξαρτήθηκε από την υποτίμηση του Υιού[19]. Αμφότερα τα θεωρούσε, θείες δυνάμεις.

Αντιδρώντας η Α΄ εν Νικαία Οικουμενική του 325, δογμάτισε το Άγιο Πνεύμα με μια λιτότατη αναφορά[20]. Αρκετά αργότερα (περίοδος 356-362) ως «πνευματομαχοῦντες» αποκλήθηκαν οι αναγνωρίζοντες τον Λόγο ως «ὁμοούσιο», αλλά όχι και το Πνεύμα[21]. Η καθαίρεση του Μακεδόνιου Κωνσταντινουπόλεως (†362) κατά την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 360, δεν φώτισε το ζήτημα: οι «ὁμοιοι» αρειανοί, τον καθαίρεσαν ως «ὁμοιουσιανό»[22]. Στην πραγματικότητα, ο Μακεδόνιος κατηγορήθηκε, κυρίως, για ωμότητες, παρά για απόλυτη πνευματομαχία[23].  2 χρόνια μετά, στην εν Αλεξανδρεία Σύνοδο του 362, το Άγιο Πνεύμα ανακηρύχτηκε, επίσημα, για πρώτη φορά, ως «ὁμοούσιον»[24].

1.2.3 Το Filioque 

Η εκ του Πατρός εκπόρευση θα δογματιστεί στην Β΄ εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδο του 381, παράλληλα με τους όρους «Ἅγιον» (δηλ. Απλό με την ύψιστη θεολογική έννοια του όρου)[25], «Κύριον» (όχι υποτελές) και «Ζωοποιόν». Αντίθετα η και εκ του Υιού εκπόρευση, αποδίδεται στους Ιερώνυμο και Αυγουστίνο Ιππώνος. Για το θέμα υπάρχει, σαφώς, μια βάση, ωστόσο δεν είναι λίγες οι φωνές οι οποίες θεωρούν ειδικά την θεολογία του Αυγουστίνου παρεξηγημένη[26]. Με την απαγόρευση προσθήκης στο Σύμβολο της Νικαίας[27], το filioque εμφανίστηκε σε άλλα σύμβολα: το 542 στο Ψευδο-Αθανασιανό ή Σύμβολο του Quicumque και το 527 (και όχι το 547 όπως έχει επικρατήσει) στην Β΄ εν Τολέδω Σύνοδο [28]. Ωστόσο τόσο η προσθήκη στην Β΄ εν Τολέδω Σύνοδο, όσο στην Γ΄ εν Τολέδω Σύνοδο του 589, έχει αμφισβητηθεί[29]. Υπάρχει, επίσης, στην Σύνοδο του 688 στην ίδια πόλη[30]. Το θέμα επανέφερε ο Καρλομάγνος (774-814) με τους «Καρολίνειους Τόμους» (μετά το 790) και τις Συνόδους Φρανκφούρτης του 794 ή 796, Cividade του 797, Ακϋισγράνου / Aix de Chapelle (σημ. Aachen) του 809.

Στα τέλη του 866, το filioque έγινε αποδεκτό, προσωρινά, από την Βουλγαρική Εκκλησία, καταδικάστηκε, όμως, στις εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδους του 867[31] και 879-880[32]. Το 1009 ο Πάπας Σέργιος ο Δ΄ (1009-1012) το προσέθεσε άτυπα στο Σύμβολο, ενώ εντάχθηκε, επίσημα, το 1014, επί Βενεδίκτου του Η΄(1012–24), υπό τις πιέσεις του Φράγκου Ερρίκου του Β΄[33].

1.2.4 Το παπικό «Πρωτείο»

Η Ιστορία του Πρωτείου του αποστολικού θρόνου της Πέτρου, αποτελεί παλαιότατη παράδοση στην ρωμαϊκή επικράτεια. Πρώτη πρακτική μορφή του, υπήρξε η υποστήριξη της αυθεντίας του Πάπα, επί σημαντικών ζητημάτων που εκάστοτε απασχολούν την Εκκλησία. Υπό την μορφή αυτή, πριν καν τα Διατάγματα της Ανεξιθρησκίας των Μεδιολάνων του 313, είχαμε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις που επιχειρήθηκε η επιβολή αυτής της λογικής[34].

Την δευτέρα πρακτική μορφή εκδηλώσεως της «Παπικής Υπεροχής», απετέλεσε η αξίωση του να φέρει η Ρωμαϊκή έδρα το δικαίωμα να δικάζει τους επισκόπους των αποστολικών θρόνων της ανατολής. Άρα και των υπερεξάρχων. Μια παλαιότατη τέτοια αναφορά φαίνεται πως είναι, η απάντηση του Πάπα Ιουλίου του Α΄ στους αρειανίζοντες επισκόπους της αντιοχειανής Συνόδου του 339[35].

1.2.5  Ένας ορισμός – θεώρηση της Θείας Οικονομίας

Ως «Θεία Οικονομία» ορίζεται η πρόνοια και χάρη του Θεού προς τον άνθρωπο και την κτίση, μεταπτωτικά δε, προς σωτηρία και ανακαίνιση. Με συνήθη αφετηρία την πρωτόπλαστη πτώση[36], συχνά διαρθρώνεται σε τρεις φάσεις, 1) από την πτώση του Αδάμ και της Εύας, έως την μεσσιανική περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης. 2) Από την ενσάρκωση του Χριστού έως και την Ανάληψη και 3) Από την έλευση του Παρακλήτου έως τα έσχατα. Εντούτοις ορθότερο είναι, το θείο αυτό σχέδιο να θεωρείται όχι ιστορικό, αλλά «πρὸ καταβολῆς κόσμου[37]» και «μέλλοντος αἰῶνος»[38].

2 TΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΩΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

    • «Εκπορεύομαι» και «Πέμπω»:

Αν έπρεπε να περιγράψουμε, τις βασικές πνευματολογικές εκκλησιολογικές λειτουργίες[39],  θα ανατρέχαμε, χωρίς δεύτερη σκέψη, στην ιωάννεια θεολογία. Τα κείμενά της είναι διάχυτα από τον εσχατολογικό χαρακτήρα[40], την μυστηριακή άνω – γέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος [41], την κλήση στην πίστη[42] και την θεία μαρτυρία και ομολογία[43]. Στην ίδια παράδοση το συναντούμε ως εκ του Πατρός εκπορευόμενο και «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»[44].

Το ρήμα «ἐκπορεύομαι» στην αρχαιοελληνική, δήλωνε πως κάποιος εξάγεται υπό τινός[45]. Αντίστοιχα ενδιαφέρον παρουσιάζουν βιβλικά χωρία, όπου συναντάται με την σημασία της μαρτυρίας[46]. Η υπό του Πατρός εκπόρευση, συνιστά υποστατικό «τρόπο ὐπάρξεως», διαφορετικό από τη αΐδιο γέννηση του Υιού[47]. Αγνοούμε για αμφότερους τους τρόπους περισσότερα στοιχεία[48]. Γνωρίζουμε, όμως, τον Πατέρα ως κοινό και μοναδικό αίτιο[49]. Η εκ του Πατρός εκπόρευση, δηλώνει, επίσης, την θεία γνώση του Πνεύματος προς ακριβή μαρτυρία[50]. Άλλωστε η πομπική διαδικασία, είναι εξίσου πατρική και μαρτυρική, επιτελούμενη οικονομικά στο όνομα του Χριστού, πάντα παρά Πατρός[51]. «Ἐκπορεύω» και «πέμπω», δηλώνουν διαφορετικά πράγματα, συντείνουν, όμως, προς την μαρτυρία της ἀληθείας. Η αρχαία σημασία του «πέμπω», είναι η εκπροσώπηση ή η πρεσβεία και ενίοτε η συνοδεία. Είναι εμφανής  μια σχετική δυαδικότητα, όχι αυτόνομα της Τριάδος[52].

  • Το Άγιο Πνεύμα ως τριαδολογική οντολογική μαρτυρία:

Η πνευματολογία, δεν νοείται εκκλησιολογικά έξω από τα παραπάνω, μέσα στο αδιάσπαστο Βαπτίσματος και Ευχαριστίας[53]. Ο «τρόπος ὐπάρξεως» μας, είναι μέσα στο βαπτισματικό θάνατο προς αναγέννηση πνευματική και ολοκλήρωση ευχαριστιακή[54]. Όμως το όντως είναι μας, το ημέτερο χαρισμένο «ομοούσιο», φύσει ετερούσιοι, είναι η μετοχή μας στο εν Χριστώ σώμα, δια της οντολογικής κλήσης στην πίστη[55]. O ευχαριστιακός τρόπος ύπαρξης, τελείται με την δια του ζωοποιού Πνεύματος άνω-γέννηση, άνοδο στη Βασιλεία, επάνοδο στην υιοθεσία, μετοχή στην αιώνια δόξα, τώρα και στα έσχατα[56].  Έτσι βιώνουμε το κατά Cullman «ήδη και όχι ακόμα»[57], με τριαδική χάρη ελευθερίας ως υιοί Θεού από τα σκιώδη[58], προς ενατένιση του Θεού Πατέρα[59].

Ο Παράκλητος συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας ως Βασιλεία του Θεού[60], στο καθόλου της εν Υιώ ενότητας, αλλά και στο επιμέρους των προσώπων[61]. Μαρτυρεί, ζωοποιώντας, κατά το γεγονός του Χριστού, τονίζοντας την εσχατολογική προέλευση, σήμανση και προορισμό της ευχαριστιακής ζωής, της ίδιας της Εκκλησίας[62]. Σε αντιδιαστολή αυτής της ἀληθείας, βρίσκεται το πτωτικό «μὴ εἶναι» και κάθε μη εκ Πατρός διδασκαλία[63]. Είμαστε δεσμώτες του μη πραγματικού κόσμου, μια σκιά ύπαρξης ως ετερόφωτοι και με αδυναμία οπτικής, όπως σωστά είχε περιγράψει ο Πλάτων[64].

Ο όρος «πνεῦμα Θεού / ruach ‘Elohim», με παράλληλο το Περί Κόσμου, αποδίδει προς την εσχατολογική ανακαίνιση[65]. Εκ παραλλήλου, το πνεῦμα Κυρίου / ruach Yahweh, αρμόζει προς τον καθαγιασμό, ιδίως προς αποκάλυψη, και νομή  χαρισμάτων[66]. Αντιστοιχίες οι οποίες απαντούν στην φιλοσοφία του Λόγου και τον ξοχο. Δεν νοείται καθιέρωση χώρου, ο οποίος θα δεχθεί το ιερόν, χωρίς καθαγιασμό[67]. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα εν Χριστώ, είτε καθολικά στο μυστηριακό Σώμα, είτε προσωπικά στην προφητική αποκάλυψη[68] και την χαρισματική πνευματολογία[69]. Δεν πρέπει, όμως, να παραγνωρίζουμε, έχοντας το παράδειγμα των ιερών λειψάνων στα εγκαίνια ναών, τον ομολογιακό και εσχατολογικό χαρακτήρα. Τα ιερά λείψανα δείχνουν, πως εκκλησιαστικό και ευχαριστιακό θεμέλιο αποτελεί η ορθή μαρτυρία έως θανάτου[70]. Με βάση, όμως, την αρχαιοελληνική καθιέρωση δια των λειψάνων των αποικισμών, ενυπάρχει η εσχατολογική ερμηνεία: μητρόπολή μας είναι η Βασιλεία των Ουρανών και κάθε χώρος ο οποίος φέρει το θείο, αποτελεί αποικία. Κάθε δε αποικία, καθαγιάζεται συνδεόμενο με την μητρόπολη: λείψανα ηρώων και οικιστών ανακόμιζαν οι αρχαίοι Έλληνες στις αποικίες, λείψανα των θριαμβευτών Αγίων της η Εκκλησία[71].

Είναι κατάλληλη στιγμή να τονιστεί, πως το Ιω 3:8 «ὅπου θέλει πνεῖ», δηλώνει, μάλλον, την διαφορά της πνευματικής γέννησης από την σαρκική, παρά την αυτοτέλεια της πνευματολογίας[72]. Το Πνεύμα συνεργεί οντολογικά, αλλά ο Χριστός μόνο σαρκώνεται, κοινωνώντας, αμφότεροι, την κτίση με την τριαδικότητα[73]. Τα λειτουργήματα, επίσης, νοούνται στο ενωτικό εκκλησιολογικό πλαίσιο[74]. Η μαρτυρία Χριστού και Αγίου Πνεύματος, συνιστούν, εξίσου, το θεμέλιο της Εκκλησίας ως φύση[75]. Παρέχουν την ελευθερία και την διάδοση του ευαγγελίου[76], οδηγώντας την Εκκλησία από εικόνα ανακαίνισης, προς την όντως πραγματικότητα[77]. Θεός και κτίση γίνονται ενότητα, με επίκεντρο την επίκληση του Αγίου Πνεύματος[78].

  • Το «Filioque» και το παπικό «Πρωτείο» ως παράδοξες, υπό το πρίσμα του χριστομονισμού, εκκλησιολογικά μαρτυρίες του Αγίου Πνεύματος.

Το έργο της εν Χριστώ οντολογίας του Αγίου Πνεύματος, συν-λογίζεται στην παρά Πατρός συγκρότηση της Εκκλησίας[79]. Όπως το Άγιο Πνεύμα δεν υπερβαίνει την Τριάδα, έτσι και οι πτυχές της πνευματολογίας, δεν αυτονομούνται του αιτίου. Αποτελούν, εξίσου, δόξες της εισόδου των εσχάτων στην Ιστορία[80].

Η εκδήλωση των τάσεων του χριστομονισμού, εκκινεί, συνήθως, από την ιεραποστολική διάσταση. Το Άγιο Πνεύμα ερμηνεύεται ως εξαρτημένο του Χριστού, επιτελώντας αγιαστική μαρτυρία προς την Εκκλησία ως διασπορά[81]. Αυτό το σχήμα, προσέλαβε στην Δύση έναν ιστορικό χαρακτήρα, από την ανάσταση έως τα έσχατα. Λειτούργησε, μάλιστα, αντίστροφα από την ετέρα και κεντρομόλα πτυχή της πνευματολογίας, όπου η Εκκλησία / Qahal, σημαίνεται ως πνευματική ενότητα κατά την σύναξη «ἐπί τὸ αὐτό»[82] και  αποτελεί την πηγή της Χριστολογίας[83].

Μια πρώτη επεξεργασία αυτής της τάσης, προήλθε από άστοχη απόδοση πατρικών ιδιοτήτων στον Υιό, με βάση χωρία του Υιού ως εικόνας του Πατρός[84]. Αυτό, αρχικά στην περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής, Ισπανίας και Γαλλίας, οδήγησε στο filioque, αγνοώντας πως το πατρικό αίτιο δεν περιχωρείται[85]. Μια δεύτερη επεξεργασία έλαβε χώρα, εδράζοντας στην μεταφορά του επισκόπου ως τύπου Χριστού έξω από την Ευχαριστία, προς διοίκηση[86]. Αυτό στο πρόσωπο του Πάπα Ρώμης συνδυάστηκε, πιθανώς, με προσλήψεις στοιχείων αυτοκρατορικής λατρείας: ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ήταν ζεύξη ως «pontifex maximus / γεφυροποιός» και αυθεντία ως «divi filius». Σταδιακά, ιδίως ως ενότητα, επείχε υποχρεωτική λατρεία, ανεξάρτητα από την επιμέρους θρησκευτική επιλογή των υπηκόων[87].

Τα παραπάνω, επέφεραν οδυνηρά εκκλησιολογικά αποτελέσματα. Η Εκκλησία θεωρήθηκε καθίδρυμα, το οποίο όφειλε να εξαπλώνεται οικουμενικά. Η αποστολική διαδοχή σημάνθηκε, ως ιστορική αλληλουχία στο θρόνο του Πέτρου και όχι ως η ζώσα αποστολική παράδοση[88]. Ο επίσκοπος της Ρώμης ως κεφαλή Χριστού, διοίκησε τις τοπικές Εκκλησίες ως έργα του εξαρτημένου Αγίου Πνεύματος. Ως πηγή της αυθεντίας του Παρακλήτου, θυμίζοντας fermentum, δεν νοήθηκε συνοδική ασυμφωνία με την παπική θέση.  Ακόμα και μετά το Unitatis Redintegratio της Β΄ Βατικανής Συνόδου, δεν υπάρχει πληρότητα, χωρίς κοινωνία με τον διάδοχο του αποστόλου Πέτρου και προκαθήμενο της Ρώμης[89].

Εικόνα 2 Πατρότητα (φιλιοκβική), τοιχογραφία, Παναγία Κουμπελίδικη Καστοριάς, 1260-1280 μ.Χ.

3 ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

 3.1. Προϋποθέσεις οι οποίες ερμηνεύουν ορθά και εκκλησιολογικά, την οντολογική μαρτυρία του Παρακλήτου

Τα όρια ανάμεσα στην ορθή αμοιβαιότητα και τον μονισμό, είναι οπωσδήποτε λεπτά[90]. Η ιστορία κατέδειξε, πως η πρόκριση της ποιμαντικής σκοπιμότητας έναντι της αλήθειας, οδήγησε σε μεγάλες αστοχίες και αιρέσεις. Λυδία λίθος της ερμηνευτικής του θέματος, αποτελεί η διαμόρφωση των προϋποθέσεων, με επίκεντρο τις παραμέτρους της προτεραιότητας και της δογματικής αντίληψης[91].

3.1.1 Η τριαδικότητα ως εκκλησιολογική προϋπόθεση:

Εικόνα 3 Φιλοξενία Αβραάμ, ψηφιδωτό, Άγιος Βιτάλιος Ravenna, 547 μ.Χ.

Το θεμελιώδες αυτό πλαίσιο τονίζεται, ιδιαίτερα, στην πατερική γραμματεία[92]. Συχνά με πηγή την ιωάννεια θεολογία και την εκ Πατρός οικονομική δυαδικότητα Χριστού και Παρακλήτου[93]. Οι θείες υποστάσεις εργάζονται, πάντα, την ενωτική μονάδα. Ωστόσο αυτή η μεταφορά στην εκκλησιολογία, απαιτεί διάκριση της οικονομικής διάστασης[94]. Κατά δεύτερο λόγο, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ, το ακοινώνητο των υποστατικών ιδιωμάτων. Αυτό εκκλησιολογικά έχει αρκετές προεκτάσεις, αλλά και μέρος της λύσης τον Πατέρα ως αίτιο και πηγή των πάντων[95]. Υπό το πρίσμα αυτό, μάλλον δεν υφίσταται θέμα προτεραιότητας, χρονικά ή ως υποτίμηση. Η τριαδικότητα, πάλι, ως πηγή της σάρκωσης του Χριστού, είναι το αρχέτυπο της μυστηριακής οντολογίας. Ούτε ο άνθρωπος αφομοιώνεται στο εν Χριστώ Σώμα της Εκκλησίας, ούτε αυτονομείται ως χαρισματούχος του Αγίου Πνεύματος[96]. Όταν δεν υπερβαίνονται τα παραπάνω, δεν ενεδρεύουν οι μονισμοί. Υφίσταται, όμως, η προβληματική, του να οχυρωνόμαστε στην Τριάδα, μη αναπτύσσοντας την εκκλησιολογική προβληματική.

3.1.2 Η θέση της πνευματολογίας ως προϋπόθεση της χριστολογίας και η εσχατολογική ταυτότητα της Εκκλησίας:

Η παρούσα θέση, ιδίως ως πηγή της Χριστολογίας, αποτελεί κλασσικό θεολογούμενο, όπως και η αποσαφήνιση του οικονομικού ρόλου του Αγίου Πνεύματος. Με γνώμονα, βέβαια, το εν Τριάδι πατρικό πλαίσιο, διατηρούμε επιφυλάξεις, ως προς την απόδοση της Χριστολογίας ως πηγή της Πνευματολογίας και το αντίστροφο[97]. Χωρίς να υποτιμάται το Πνεύμα στην Εκκλησία εν διασπορά, ο Χριστός είναι «αποτέλεσμα της επέμβασης του Αγίου Πνεύματος»[98]. Έτσι κάθε «ἐπί τὸ αὐτό» τοπική Εκκλησία, δεν είναι υποδεέστερη της παγκόσμιας. Ωστόσο αν και δια Πνεύματος φέρει διακριτή ελευθερία, μια τοπική Εκκλησία δεν έχει αυτοτέλεια, τουλάχιστον ευχαριστιακή, ακοινώνητα του επισκόπου[99].

Το θέμα της Εκκλησίας, ως εικόνας της αλήθειας των εσχάτων, είναι, ασφαλώς, θεμελιώδες και συνιστά προϋπόθεση,[100]. Υπο το πρίσμα αυτό, η θεία οικονομία δεν άρχεται από την πτώση, αλλά υπέρ-ιστορικά και μάλιστα αντίστροφα: εκ του μέλλοντος αιώνος[101]. Η Εκκλησία δεν έχει πυρήνα ιστορικό, αλλά παρεμβαίνει στην ιστορία. Εναντιώνεται στην φύση της, όταν προβάλει ως κύριο το ακτιβιστικό της πρόσωπο, πολύ περισσότερο προεκτάσεις πολιτικοοικονομικές. Ωστόσο η απόρριψη του  καθιδρυματικού μοντέλου ως εκκοσμίκευση, δεν αναιρεί την ανάγκη για διαχείριση της ιστορικής πραγματικότητας, ώστε να πληρωθεί η αγάπη[102].

Η Κοσμολογία ως προϋπόθεση: Η κτίση, προϋπήρχε και συνυπήρχε του προ της πτώσεως του Αδάμ. Δεν δημιουργήθηκε ως εκπτωτικός του τόπος, όπως η κόλαση για τον διάβολο[103]. Συμπαρασύρθηκε στην θνητότητα και μέλλει να ακολουθήσει στην ανακαίνιση. Στην Εκκλησία βιώνεται όχι μόνο η τελική σωτηρία των έλλογων όντων, αλλά και η κοινωνία της κτίσης στα Έσχατα[104]. Είναι έξοχα ενδιαφέρον, πως η ανάσταση του Χριστού δεν περιγράφεται ως αντίδοση ιδιωμάτων, κατά το πλατωνικό τρίτο είδος[105]. Αντίθετα η βιβλική πηγή, τονίζει το αποτέλεσμα ως χάρη προς την σαρκωμένη ενότητα, ακτίστου και κτιστού[106]. Αυτό προεκτείνεται στην Εκκλησία, αλλά και την κτίση, ως έργο της εν Χριστώ σχέσης.

4 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, φέρουν αναμφίβολα και ξεχωριστές ιδιότητες. Η διασαφήνιση των επιμέρους έργων είναι ουσιαστικής σημασίας, στο μέτρο το οποίο μας έχει αποκαλυφθεί. Αντίθετα τα θεολογικά κενά και οι λανθασμένες μεθοδολογίες, πληρώθηκαν από δυσμενείς και μακραίωνες συνέπειες. Η περίπτωση της υπερτίμησης του Χριστού είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού οδήγησε, τουλάχιστον, στην ανάπτυξη του filioque[107]. Αλλά και στη νεώτερη θεολογία, η πνευματολογία του Lossky και των ακολούθων, ως αντιπαραβολή στην παπική εκκλησιολογία, μας υπενθύμισε, ξανά, τον ελλοχεύοντα κίνδυνο κατά την ερμηνευτική αντιμετώπιση των μονισμών[108]. Στην περίπτωση του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να έπαιξε τον ρόλο της και η αρχαία παράδοση, όπως αντιλαμβάνονταν την σχέση νοητού και φυσικού κόσμου. Αυτό για αρκετούς ερμηνευτές του 3ου και 4ου αιώνα, φανερώνει εν μέρει την πηγή της απόρριψης του Πνεύματος ως «ὁμοουσίου».

Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται η διάσταση της οντολογικής μαρτυρίας του Πνεύματος, με τον υπερτονισμό επιμέρους πτυχών[109]. Χωρίς την τριαδική σύμπραξη στην κλήση προς ομολογία, δεν υφίσταται αληθινό χάρισμα[110]. Η Εκκλησία συγκροτείται εν Χριστώ δια της κοινωνίας του Παρακλήτου, όντας με πηγή τον Πατερά και τα έσχατα. Επέχει ιστορικά καθήκοντα, βιώνοντας ευχαριστιακά, την αναμονή της επιστροφής στον Πατερά και την όντως πραγματικότητα[111].

* Ο Κωνσταντίνος Κόττης είναι πτυχιούχος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιεροψάλτης, Μεταπτυχιακός φοιτητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Παραπομπές

[1] Νικόλαος Καβάσιλας, ρμηνεία εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν, PG 150, 452.

[2] «Ἑρμηνεῦον καὶ διαπορθμεῦον θεοῖς τὰ παρ᾽ ἀνθρώπων καὶ ἀνθρώποις τὰ παρὰ θεῶν, τῶν μὲν τὰς δεήσεις καὶ θυσίας…», Πλάτων, Συμπόσιον, 202e.

[3] H. M. Barth, «Το νόημα της ‘‘υπέρ ημών’’ θυσίας του Χριστού». Μετάφρ. από τα γερμανικά Δ. Μόσχος,  ΣΥΝΑΞΗ 51 (1994): 27-28 και 39. Βλ. και Ι. Ζηζιούλας, «Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού (α΄ μέρος)», ΣΥΝΑΞΗ 49 (1994):  7-8.

[4] π. Χρ. Καραφουλίδης, «Εκκλησιολογία και Ύπαρξη» (Μεταπτυχιακή διατριβή, ΕΑΠ, 2010), 21.

[5] Ι. Ζηζιούλας, «Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού (α΄ μέρος)», ΣΥΝΑΞΗ 49 (1994):  7-8.

[6] «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος», Γεν 1:2.

[7] Σ. Τριαντάρη, «Περί Κόσμου», στο Ἀριστοτέλης, Περ Μέθης – ρετν – Περ Κόσμου Θεσσαλονίκη: Ζήτρος, 2006), 209-210.

[8] «Λέγεται δὲ καὶ ἑτέρως πνεῦμα ἥ τε ἐν φυτοῖς καὶ ζῴοις καὶ διὰ πάντων διήκουσα ἔμψυχός τε καὶ γόνιμος οὐσία», Ψευδο-Αριστοτέλης, Περ Κόσμου, 4, 394b.

[9] Κ. Σπ. Στάϊκος,  Διαχρονικά τεκμήρια της Πλατωνικής παράδοσης (Αθήνα: Άτων, 2014), 39-43.

[10] «πρὸς τῷ πολλοὺς καὶ καλοὺς εἶναι λόγους περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Οὐ γὰρ δὴ θνητή γε φύσις τοσόνδε ἂν ἤρατο μεγεθουργίας, ὥστε καταφρονῆσαι μὲν ὑπερβαλλόντων θηρίων βίας, διαπεραιώσασθαι δὲ πελάγη, δείμασθαι δὲ ἄστη, καταστήσασθαι δὲ πολιτείας, ἀναβλέψαι δὲ εἰς τὸν οὐρανὸν…εἰ μή τι θεῖον ὄντως ἐνῆν πνεμα τῇ ψυχῇ», Πλάτων (νόθο), ξοχος, 370B-C.

[11] Ν. Α. Ζούμπος, «Νουμήνιος», ΘΗΕ, 9, 599. Βλ. και K. Σπ. Στάϊκος (2014), 66.

[12] «φύσις ψυχὴ οὖσα, γέννημα ψυχῆς προτέρας δυνατώτερον ζώσης», Πλωτίνος,  ννεάδες Γ΄,  8, 4.

[13] «Δεῖ ἄρα οὕτως ἕν τε καὶ πολλὰ καὶ μεμερισμένον καὶ ἀμέριστον ψυχὴν εἶναι, καὶ μὴ ἀπιστεῖν, ὡς ἀδύνατον τὸ αὐτὸ καὶ ἓν πολλαχοῦ εἶναι…. Τοῦτ᾽ ἄρα ἐστὶ τὸ θείως ἠινιγμένον τῆς ἀμερίστου καὶ ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἐχούσης καὶ τῆς περὶ τὰ σώματα γιγνομένης μεριστῆς τρίτον ἐξ ἀμφοῖν συνεκεράσατο οὐσίας εἶδος. Ἔστιν οὖν ψυχὴ ἓν καὶ πολλὰ οὕτως», ννεάδες Δ΄, 2, 2. Πρβλ. και Πλάτων, Τίμαιος, 35a.

[14] «Τοῦτο εἰς πάσαν κτίσιν μεριζόμενον, καί ἄλλως ὑπ’ ἄλλου μετεχόμενον, οὐδέν ἑλλατοῦται πάρα τῶν μετεχόντων», Βασίλειος Καισαρείας, μιλία ΙΕ΄. Περ πστεως. PG 31, 469B. Πρβλ. και «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος», Ευχή Μελισμού Θ. Λειτουργίας Μεγάλου Βασιλείου.

[15] Γενικά για το θέμα στο Tertullianus Quintus Septimius Florens, Adversus Praxeam, PL 153B-196C.

[16] Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία (Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 1988), 83.

[17] Δ. Λιάλιου, Ερμηνεία των δογματικών και συμβολικών κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. τ. Β΄  (Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 2005), 23-27.

[18] Το έργο του δεν έχει σωθεί, αλλά αντικρουόμενες απόψεις. Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας τον επικαλείται θετικά αλλά για το θέμα της βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος. Ο Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, αντίθετα, αναφέρει αρνητικά: «Ὥσπερ δὲ ἐν τῷ δευτέρῳ, οὕτω καὶ ἐν τῷ τρίτῳ λόγῳ περὶ τοῦ Ἅγίου Πνεύματος διαλαμβάνων τίθησι μὲν ἐπιχειρήματα τὴν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὕπαρξιν δεικνύειν ἀποπειρώμενος, τὰ δ’ ἄλλα, ὥσπερ Ὠριγένης ἐν τῷ περὶ ἀρχῶν, οὕτω καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα παραληρεῖ», Μυριόβιβλον  Βιβλιοθήκη, PG 103, 373C-376B.

[19] «φησίν …ἦν ὅτε οὐκ ἦν ὁ Υἱὸς», Σωκράτης Σχολαστικός, κκλησιαστική στορία, Α΄, PG 67, 41B.

[20] «Καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.», Σωκράτης Σχολαστικός, κκλησιαστική στορία, Α΄, PG 67, 68B.

[21] Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, πιστολή A΄ Πρς Σεραπίωνα Θμούεως πίσκοπο, PG 26, 605B.

[22] Σωζομενός  Ἑρμείας Σαλαμίνιος, κκλησιαστική στορία, PG 67, 1188D-1197A & 1200A-1201A.

[23] «ἐγώ, ἔφη, οὔτε Θεόν ὀνομάζειν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον αἱροῦμαι, οὔτε κτίσμα καλεῖν τολμήσαιμι»,  Σωκράτης Σχολαστικός, κκλησιαστική στορία, PG 67, 360B.

[24] Σωζομενός  Ἑρμείας Σαλαμίνιος, κκλησιαστική στορία, PG 67, 1249D-1252B.

[25] Βλ. Ης 6:3. Πρβλ. και «Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», Μτ 6:9 καθώς και «οὔνομα τῇ πόλι Ἀτάρβηχις, ἐν δ᾽ αὐτῇ Ἀφροδίτης ἱ(ε)ρὸν ἅγιον ἵδρυται», Ήρόδοτος, Ιστορίαι, Ευτέρπη, 2.41.5.

[26] «Quapropter qui potest intellegere sine tempore generationem filii de patre intellegat sine tempore processionem spiritus sancti de utroque», Augustinus Hipponensis, De Trinitate, XV, 47, PL 42 1094. Βλ. και Κάλλιστος Ware, Η παρεξηγημένη Τριαδολογία του αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος, στο https://www.pemptousia.gr/2015/06/kallistos3/ (Τελευταία ανάκτηση: Τρίτη 01-03-16). Βλ. και Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος περ τς το γίου Πνεύματος Μυσταγωγίας, PG 102, 352B.

[27] Εμμέσως στον Κανόνα Α΄ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου του 381, αμέσως στο «ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν…τῶν ἐν τῇ Νικαέων… » (Κανών Ζ΄, τῆς ἐν Γ΄ Οἰκουμενικῆς του 431).

[28] «a Patre Filioque procendens»: προσθήκη στο τοπικό Σύμβολο της εν Τολέδω Συνόδου του 547.

[29] «ex Patre et Filio procendens»: προσθήκη της εν Τολέδω Συνόδου του 589 στο Σύμβολο Πίστεως. Βλ για σχετικά I. Ρωμανίδης, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Θεολογίας (Θεσσαλονίκη: Π. Σ. Πουρναρά, 1999), 326.

[30] Julianus Toletani (Toledo), De tribus capitolus. Liber Apologeticus, PL 96, 527C-528C.

[31] Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως,  Εγκύκλιος πιστολ, PG 102 721-741C.

[32] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία Β΄. Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση (Αθήνα: χ.ε., 1994), 110-114 και 124-136.

[33] Bernon, Libellus, C II – III, PL 142, 1060A-1063D.

[34] Περί το 192, από τον Πάπα Βίκτορα με αφορμή το ζήτημα του Πάσχα, το 220 από τον Πάπα Κάλλιστο με αφορμή την άφεση βαρέων αμαρτημάτων και το 256 από τον Πάπα Στέφανο με αφορμή το βάπτισμα των Αιρετικών.

[35] «Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ Ἰούλιος παρῆν ὁ τῆς μεγίστης Ρώμης ἐπίσκοπος· οὐδὲ μὴν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἀπεστάλκει τινα· καίτοι κανόνος ἐκκλησιαστικοῦ κελεύοντος͵ μὴ δεῖν παρὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης τὰς ἐκκλησίας κανονίζειν», Σωκράτης Σχολαστικός, κκλησιαστική στορία, PG 67, 196B.

[36] Συχνά η θεία οικονομία στην πατερική γραμματεία ξεκινάει με την πτώση. Βλ. και Ἰωάννης Δαμασκηνὸς, κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως, Τόμος Γ΄. Κεφ. ΜΕ΄.  PG 94, 981Α.

[37] «καθὼς ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου, εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ», Εφ 1:4.

[38] Σ. Γιαγκάζογλου, Κοινωνία Θεώσεως (Αθήνα: Δόμος, 2001), 200-209.

[39] «Το γὰρ τοῦ Θεοῦ ἔργον φαίνεται ποιοῦν», Ἰωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εἰς τὸν γιον ωάννην τν πόστολον καί εαγγελιστήν, Ὁμιλία ΚΣΤ΄, PG 59, 154.

[40] «ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ως ρχομαι, τί πρὸς σέ;», Ιω 21:22 κ.α.

[41] Ιω 3:5-8.

[42] «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου», Ιω 17:6. Βλ και Ιω. 5:37 και 12:40 όπου γίνεται αναφορά στον Ησαΐα.

[43] E. Lohse, Επίτομη Θεολογία της Καινής Διαθήκης (Ε΄ έκδοση). Μετάφρ. Αγουρίδης Σ. (Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2010), 202-207.

[44] Ιω 15:26. Για την θεία αλήθεια βλ. Ιω 1:14-17, 8:32, 14:6, 16:13, 17:17, 18:37.

[45] «ἀνοίγετ΄ ἐκπορεύετ΄ Ἰοκάστην δόμων», Εὐριπίδης, Φοίνισσαι, 1068.

[46] «ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτό.», Ψλμ 40:7,

[47] «καὶ ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθε, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται. Ἀλλ’ ὁ μὲν Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητῶς, τὸ δὲ Πνεῦμα ἀῤῥήτως ἐκ τοῦ Θεοῦ», Βασίλειος Καισαρείας, μιλία ΚΔ΄΄. Κατ Σαβελλιανν, κα ρεου, κα τν νομοων, PG 31, 616C. Βλ. και Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος ΚΘ΄ Θεολογικς Τρίτος,  Περ Υο, PG 36, 76B.

[48] «Καὶ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορευτὸν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾿ ἐκπορευόμενον. Οὕτω μὲν τῆς θείας διδασκούσης Γραφῆς, οῦ δὲ τρόπου τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως ἀκαταλήπτου ὑπάρχοντος.», Ἰωάννης Δαμασκηνὸς, κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως. Κεφ Η΄, Περ τς γίας Τριάδος, PG 94, 817C-820A.

[49] «ἐξ ἑνός αἰτίου, τοῦ Πατρός, ὁ τέ Υἱός καί τό Πνεῦμα προάγεται», Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος περ τς το γίου Πνεύματος Μυσταγωγίας, PG 102, 281C.

[50] «ὁ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται δηλοῖ ὅτι πάντα οἶδεν ἀκριβῶς» και «Ἰδοὺ οὐκ ἔτι ὁ Πατήρ μόνος, ἀλλά καὶ ὁ Υἱός ἐστίν ὁ πέμπων», Ἰωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εἰς τὸν γιον ωάννην τν πόστολον καί εαγγελιστήν, Ὁμιλία ΟΖ΄, PG 59, 417.

[51] «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον πέμψει Πατρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν.», Ιω 14:26. Βλ και 15:26.

[52] «ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία.», Β΄ Κορ 3:17. Πρβλ. και «ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ᾿ ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. εἰ δέ τις Πνεμα Χριστο οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ.», Ρωμ 8:9.

[53] «Οὗτός ἐστιν ὁ ἐλθὼν δι᾿ ὕδατος καὶ αἵματος, Ἰησοῦς Χριστός· οὐκ ἐν τῷ ὕδατι μόνον, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ὕδατι καὶ τὸ αἵματι· καὶ τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ μαρτυροῦν, ὅτι τὸ Πνεῦμά ἐστιν ἡ ἀλήθεια.», Α΄ Ιω 5:6.

[54] Ἰωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εἰς τὸν γιον ωάννην τν πόστολον καί εαγγελιστήν, Ὁμιλία ΚΕ΄, PG 59, 150. Βλ. και Ιω 6:16-21, Μτ 14:23-33 και Ρωμ 6:4.

[55] «εἰς τὸ εἶναι ἐκλήθησαν…Ἔστι μὲν γὰρ κατὰ φύσιν ἄνθρωπος θνητός, ἅτε δὴ ἐξ οὐκ ὄντων γεγονώς.», Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, Λόγος περ τς νανθρωπήσεως το Λόγου, PG 25, 104Β-C.

[56] Βασίλειος Καισαρείας, Περί το Άγίου Πνεύματος πρς μφιλόχιον κονίου, PG 32, 129D-132C.

[57] «ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.», Β΄ Κορ 3:18.

[58] Ιω 1:12-13.

[59] «καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.», Ιω 8:32.

[60] «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου τουτέστι, τό Πνεῦμα τό ἅγιον», Μάξιμος ὁμολογητής, Eς τήν προσευχήν το Πάτερ μν, πρς να φιλόχριστον ρμηνεία σύντομος, PG 90, 885Β.

[61] V. Lossky, Η μυστική θεολογία της Εκκλησίας. Μεταφρ. Πλευράκη Στ. (Θεσσαλονίκη: Εκκλ. Ίδρυμα «Ο Ευαγγελιστής Μάρκος», 1986), 205 και 214. Υπάρχουν, όμως, ενστάσεις, στην πνευματολογία του.

[62] Ι. Ζηζιούλας, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον. Έκδοσις β΄ επηυξημένη (Μέγαρα: Ευεργέτις, 2011), 155.

[63] «ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.», Ιω 8:44. Βλ. και «πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν…ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου», Α΄ Ιω 4:2-3.

[64] «ἐν τῷ γνωστῷ τελευταία ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα καὶ μόγις ὁρᾶσθαι, ὀφθεῖσα δὲ συλλογιστέα εἶναι ὡς ἄρα πᾶσι πάντων αὕτη ὀρθῶν τε καὶ καλῶν αἰτία, ἔν τε ὁρατῷ φῶς καὶ τὸν τούτου κύριον τεκοῦσα, ἔν τε νοητῷ αὐτὴ κυρία λθειαν καὶ νοῦν παρασχομένη», Πλάτων, Πολιτεία, 517B-C.

[65] «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», Εφ. 1:11.

[66] Σ. Καλαντζάκης, «Το Πνεύμα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη», στο Παντελεήμων Θεσσαλονίκης ο Β΄ κ.α. Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου «Το Άγιον Πνεύμα», 11-14 Νοεμβρίου 1991 (Θεσσαλονίκη: Ι. Μ. Θεσσαλονίκης, 1992), 196 και 202-207.

[67] «οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν», Α΄ Κορ 6:19.

[68] «Τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν», απόσπασμα εκ του Ὅρου τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

[69] «Οὐ λειτουργικῶς διακονεῖ τὰς δωρεὰς, ἀλλ’ αὐθεντικῶς διαιρεῖ τὰ χαρίσματα. Διαιρεῖ γὰρ, φησὶν, ἰδίᾳ ἑκάστῳ, καθὼς βούλεται. Ἀποστέλλεται μὲν οἰκονομικῶς, ἐνεργεῖ δὲ αὐτεξουσίως.», Βασίλειος Καισαρείας, μιλία ΙΕ΄, Περ πστεως, PG 31, 472Α. Βλ. και Ιω 3:8.

[70] «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν», Ιω 12:24-25

[71] H. W. Parke, Τα Ελληνικά Μαντεία (Αθήνα: Καρδαμίτα, 2000), 55-70.

[72] «οὐχ ὡς προαίρεσίν τινα τοῦ ἀνέμου ἔχοντος λέγει τοῦτο, ἀλλὰ τὴν ἀπὸ φύσεως φορὰν τὴν ἀκώλυτον καὶ μετ’ ἐξουσίας γινομένην δηλῶν.», Ἰωάννης Χρυσόστομος, πόμνημα εἰς τὸν γιον ωάννην τν πόστολον καί εαγγελιστήν, Ὁμιλία ΚΣΤ΄, PG 59, 154.

[73] Σ. Γιαγκάζογλου, Σ, «Φλωρόφσκυ και Λόσκυ. Σχόλια στη θεολογική διαμάχη για το πρόβλημα των δύο Οικονομιών», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 4 (2010): 202-204.

[74] «Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ν τ κκλησί πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν.», Α΄ Κορ 12:28. Βλ. και «εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ», Εφ 4:12.

[75] «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι Ἅιδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», Μτ 16:18.

[76] «καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος»,  Μτ 24:14.

[77] «καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν, καὶ οἱ βουνοὶ ῥυήσονται γάλα, καὶ πᾶσαι αἱ ἀφέσεις Ἰούδα ῥυήσονται ὕδατα, καὶ πηγὴ ἐξ οἴκου Κυρίου ἐξελεύσεται καὶ ποτιεῖ τὸν χειμάῤῥουν τῶν σχοίνων.», Ιλ 4:18. Βλ. και «πρωτότοκος δὲ πάσης κτίσεως διὰ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Πατρὸς… ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις… ποτε…ἐλευθερωθείσης, ἔσται καὶ αὐτῆς μετὰ καὶ πάντων τῶν τεκνοποιηθέντων», Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, Λόγος Β΄, Κατά ρειανν. PG 26, 281Β.

[78] Ν. Ματσούκας, «Η οικονομία του Αγίου Πνεύματος. Μια ορθόδοξη θεώρηση», στο Λαιμόπουλος, Γ. κ.α. Ελθέ, Πνεύμα, Άγιον, ανακαίνισον πάσαν την κτίσιν (Κατερίνη: Τέρτιος, 1991). 81-85.

[79] Δ. Μπαθρέλλος, Σχεδίασμα Δογματικής Θεολογίας (Αθήνα: Εν Πλώ, 2008), 208-210.

[80] «Γενικῶς δὲ τὴν τοῦ κόσμου τούτου συντέλειαν ὑποσημαίνουσαν», Μάξιμος  ὁμολογητής, Μυσταγωγία. ΙΔ΄. Τίνος ἐστὶ σύμβολον, κατὰ τὸ γενικῶς σημαινόμενον, ἡ θεία τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου ἀνάγνωσις, PG 91, 693Α. Βλ. και Ι. Ζηζιούλας, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον (Μέγαρα: Ευεργέτις, 2011), 125-126.

[81] Ιω 20:22. Βλ. και «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς», Μτ 28:19-20.

[82] Α΄ Κορ 11:20. Βλ. και «παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ», Ψλ 2:1 καθώς και το «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό», Πρ 2:1.

[83] Ι. Ζηζιούλας, «Πνευματολογία και Εκκλησιολογία. Εκκλησιολογικές συνέπειες δύο τύπων Πνευματολογίας». Στο Ελισαίος, καθηγούμενος Ι Μ. Σίμωνος Πέτρας κ.α. Σύναξις Ευχαριστίας. Χαριστήρια εις τιμήν γέροντος Αιμιλιανού (Αθήνα: Ίνδικτος, 2003), 153-160.

[84] «ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ», Ιω 5:19. Βλ. και Ιω 15:26 και 16:15.

[85] Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Κατά τν τς παλαις Ρώμης, τι κ το Πατρός μόνον κπορεύεται τό Πνεμα τό γιον, λλ’ οχί καί κ το Υο, PG 102, 392Α-Β.

[86] Ι. Ζηζιούλας, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον (Μέγαρα, Ευεργέτις, 2011), 57-58.

[87] Π. Παχής, Ίσις Καρποτόκος, τ. Ι: Οικουμένη. Προλεγόμενα στον συγκρητισμό των ελληνιστικών χρόνων (Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 2003), 290-311.

[88]  «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω», Γαλ 1:8.

[89] P. Heers, Η Εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Μια ορθόδοξη διερεύνηση του Βαπτίσματος και της Εκκλησίας κατά το Διάταγμα περί Οικουμενισμού (Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης: Uncut Mountain Press, 2014), 236-244 & 249. Για το οικουμενικό διάταγμα βλ. 143-202.

[90] Όπως και στη σάρκωση αποφεύγουμε τον όρο «σύνθεση». Βλ. και «μήτε ἐκ τῶν δύο μιᾶς γεγενημένης συνθέτου φύσεως·»,  Ἰωάννης Δαμασκηνὸς, κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως, PG 94, 988Β.

[91] Ι. Ζηζιούλας, «Χριστολογία, Πνευματολογία και Εκκλησία», Αναλόγιον 6 (2003), 102.

[92] «πάσῇ δωρεᾷ, ἥτις ἐκ τοῦ Πατρός διά τοῦ Λόγου ἐν ἁγίῳ χορηγεῖται Πνεύματι καὶ μάλιστα μετά τήν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν. Ὁ μὲν γάρ πατήρ ευδοκεῖ, ὁ Υιός αυτουργεῖ· το δὲ Ἅγιον Πνεῦμα τελειοῖ», Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τς ερς τελετς το γίου Μύρου, PG 245A.

[93] Π. Βασιλειάδης, «Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο», στο Lex Orandi. Λειτουργική Θεολογία και Ανανέωση (Αθήνα: Ίνδικτός, 2005), 180.

[94] «ὅτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι καὶ τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ γῇ, τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ αἷμα, καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ἕν εἰσιν», Α΄ Ιω 5:7-8.

[95] «ὁ εὐλογήσας ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ», Εφ 1:3-5.

[96] Π. Λιαλάμπης, «Ἡ «χριστολογικὴ» ἢ «πνευματολογικὴ» διάστασις τῆς Ἐκκλησίας», στο Στογιάνος, Β. κ.α., Τό γιον Πνεμα. Σεμινάριον Θεολόγων Θεσσαλονίκης 5 (Θεσσαλονίκη: χ.ε., 1971), 48-49.

[97] «ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι», Ιω 5:17.

[98] Ι. Ζηζιούλας, «Το μυστήριο της Εκκλησίας» στο Παράλληλα Κείμενα του ΕΑΠ, 3.

[99] «πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός·», Α΄ Κορ 12:12.

[100] Απ 4:1-5-14. Βλ. και «ἀχειροποίητος Ἐκκλησία διὰ ταύτης τῆς χειροποιήτου σοφῶς ὑποφαίνεται, καὶ ἱερατεῖον μὲν ὥσπερ ἔχων τὸν ἄνω κόσμον καὶ ταῖς ἄνω προσνενεμημένον δυνάμεσι, ναὸν δέ, τὸν κάτω»,  Μάξιμος  ὁμολογητής, Μυσταγωγία, PG 91, 669B.

[101] «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», Εβρ. 13:14.

[102] Ιω 3:16-17 και Μτ 22:37-40. Βλ. και «οὕτω καὶ ἐν τῇ μονήρει ζωῇ καὶ τὸ παρὸν ἡμῖν ἄχρηστον γίνεται, καὶ τὸ ἐλλεῖπον ἀπαραμύθητον, τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ ὁρίσαντος χρῄζειν ἡμᾶς ἀλλήλων, καθὼς γέγραπται, ἵνα καὶ συναπτώμεθα ἀλλήλοις. Ἄνευ δὲ τούτου καὶ ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ λόγος οὐκ ἐπιτρέπει τὸ ἴδιον σκοπεῖν ἕκαστον. Ἡ ἀγάπη γὰρ, φησὶν, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς. Ὁ δὲ ἀφιδιαστικὸς βίος ἕνα σκοπὸν ἔχει, τὴν οἰκείαν ἑκάστου τῶν χρειῶν θεραπείαν. Τοῦτο δὲ προδήλως μαχόμενόν ἐστι τῷ τῆς ἀγάπης νόμῳ, ὃν ὁ Ἀπόστολος ἐπλήρου, μὴ ζητῶν τὸ ἑαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσιν. Ἔπειτα ἐν τῷ καταχωρισμῷ οὐδὲ τὸ ἐλάττωμα ῥᾳδίως ἕκαστος τὸ ἑαυτοῦ ἐπιγνώσεται, οὐκ ἔχων τὸν ἐλέγχοντα αὐτὸν, καὶ ἐν πραότητι καὶ εὐσπλαγχνίᾳ ἐπανορθούμενον. Ἔλεγχος μὲν γὰρ καὶ παρὰ ἐχθροῦ πολλάκις ἂν γένοιτο θεραπείας ἐπιθυμίαν ἐμποιῶν τῷ εὐγνώμονι· θεραπεία δὲ ἁμαρτήματος ἐπιστημόνως παρὰ τοῦ εἰλικρινῶς ἀγαπήσαντος κατορθοῦται. Ὁ γὰρ ἀγαπῶν, φησὶν, ἐπιμελῶς παιδεύει. Ὃν ἐπὶ τῆς μονώσεως εὑρεῖν ἄπορον, μὴ προενωθέντα κατὰ τὸν βίον· ὥστε συμβαίνειν αὐτῷ τὸ εἰρημένον ἐκεῖνο· Οὐαὶ τῷ ἑνὶ, ὅτι ἐὰν πέσῃ, οὐκ ἔστιν ὁ ἐγείρων αὐτόνΟὔτε γὰρ τῷ δοξαζομένῳ συγχαίρειν, οὔτε συμπάσχειν δυνατὸν τῷ πάσχοντι, ἐν τῇ διαστάσει τοῦ βίου, οὐ δυναμένου κατὰ τὸ εἰκὸς ἑκάστου γινώσκειν τὰ τοῦ πλησίον…Εἶτα καὶ ἑνὸς μὴ ἐξαρκοῦντος ὑποδέξασθαι πάντα τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐν ἑκάστῳ πίστεως, τῆς ἐπιχορηγίας τοῦ Πνεύματος γινομένης, ἐν τῇ τῆς ζωῆς κοινωνίᾳ, τὸ ἑκάστου ἴδιον χάρισμα κοινὸν τῶν συμπολιτευομένων γίνεταιὉ μὲν οὖν καθ’ ἑαυτὸν ζῶν ἓν τυχὸν ἔχει χάρισμα, καὶ τοῦτο ἄχρηστον ποιεῖ διὰ τῆς ἀργίας, κατορύξας ἐν ἑαυτῷ· ὅπερ ἡλίκον ἔχει κίνδυνον, ἴστε πάντες οἱ ἀνεγνωκότες τὰ Εὐαγγέλια· ἐν δὲ τῇ τῶν πλειόνων συμβιώσει καὶ τοῦ ἰδίου ἀπολαύει, πολυπλασιάζων αὐτὸ τῇ μεταδόσει, καὶ τὰ τῶν ἄλλων ὡς ἑαυτοῦ καρποῦται», Βασίλειος Καισαρείας, Κεφάλαια τν κατά πλάτος ρων, PG31, 928D-932Β.

[103] «εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ», Μτ 25:41.

[104] «καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν», Β΄ Πε 3:13.

[105] «συνεστήσατο ἐκ… τῆς ἀμερίστου… οὐσίας καὶ τῆς αὖ περὶ τὰ σώματα γιγνομένης μεριστῆς τρίτον, ἐξ ἀμφοῖν,…συνεκεράσατο οὐσίας εἶδος», Πλάτων, Τίμαιος, 35a.

[106] «εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται·… εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται», Α΄ Κορ 15:13-16 .

[107] Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία (Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 1988), 131.

[108] Σ. Γιαγκάζογλου, «Φλωρόφσκυ και Λόσκυ. Σχόλια στη θεολογική διαμάχη για το πρόβλημα των δύο Οικονομιών», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 4 (2010): 190.

[109] «καί τήν καθολικὴν ᾿Εκκλησίαν ἐπωκοδόμησεν ἥτις θεμέλιον μέν ἔσχε την δι΄ἀποκαλύψεως ὁμολογίαν τοῦ Πέτρου», Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Διλογος ν Χριστ κατ πασν τν αρσεων κα περ τς μνης πστεως το Κυρου, PG 155, 133D.

[110] «διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν Ἡσαΐας· τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. Ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ», Ιω 12:39-41.

[111] Ι. Ζηζιούλας, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον. Έκδοσις β΄ επηυξημένη (Μέγαρα: Ευεργέτις, 2011), 155.