Δυο τσιγάρα δρόμος

Δυο τσιγάρα δρόμος

Της Σέβης Κωνσταντινίδου

«Δάσκαλος, λοιπόν, ε; μάλιστα», είπε και τον κοίταξε άλλη μια φορά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Πρώτη φορά φέτος εδώ;» ρώτησε. Ξανακούνησε ο άλλος το κεφάλι. «Κορφοβούνι», συνέχισε. Τον χειμώνα λίγο δύσκολο. Μετά την άνοιξη χαρά Θεού, θα δει. Αυτός; Ε, να εδώ, με τα ζωντανά. Κατσίκια και πρόβατα. Πάνω κάτω, κάτω πάνω στις πλαγιές ολημερίς. Τώρα στις στάνες, ναι, εκεί πάει.

Ακούμπησε τις παλάμες ανοικτές πάνω στις τσέπες του στρατιωτικού τζάκετ, ύστερα σε αυτές του παντελονιού, τέλος στις κωλότσεπες. Α, νάτα, είπε και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα.Έλα, ας μην στεναχωριέται. Δυο τσιγάρα δρόμος είναι. Μέχρι να τα καπνίσουνε, φτάσαν κιόλας.

Σκούπισε μια μεγάλη πλακουτσωτή πέτρα από τα χώματα, κουβάλησε μια ακόμη δίπλα της. Να τον περιποιηθεί τον δάσκαλο. Κρίμα είναι που γνωρίζονται έτσι αλλά τι να γίνει. Του έγνεψε, έλα. Κέρασε τσιγάρο, τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά.

«Λοιπόν, για λέγε τώρα, πώς τα κατάφερες με τ’ αμάξι;» ρώτησε. Ο δάσκαλος έβαλε το χέρι κόντρα στον ήλιο, έκλεισε τα μάτια στο άσπρο του χιονιού πέρα στις κορφές κι αφού κοίταξε άλλη μια φορά το αυτοκίνητό του στο χείλος της χαράδρας, μισό μέσα- μισό έξω, άρχισε να λέει.

Σέβη Κωνσταντινίδου

Πρώτη Δημοσίευση

Φωτογραφία biancamentil/ pixabayn

ΠΗΓΗ: 11 Μαΐου 2017,  Παυσίλυπον