Πρόλογος για: «Από την Αχαϊκή γη έως του κόσμου τα πέρατα»

   Αυτό το ζευγάρωμα τοπικού και οικουμενικού ούτε ουδέτερο είναι, ούτε «συμβαίνει» αυτόματα και νομοτελειακά. Έχει καθαρό προσανατολισμό στην ελευθερία και την αγάπη, και χρειάζεται να γίνει˙ να κατορθωθεί. Χρειάζεται δηλαδή ως καταλύτη το όραμα, την ευθύνη και την πράξη του ανθρώπινου υποκειμένου. Άθλημα, άσκηση, μεταστροφή, προσδοκία ενός καινούργιου κόσμου, όλα αυτά τα βρίσκουμε στο παραδοσιακό λεξιλόγιο της χριστιανικής πίστης, μα ταυτόχρονα είναι τόσο σημερινά, τόσο πολιτικά – με την ουσιαστικότερη έννοια! Οι καταλύτες αυτοί έρχονται σε ρήξη με τα αυτονόητα ενός κοινωνικού συστήματος το οποίο αποθεώνει τον ατομικισμό και την εμπορευματοποίηση των πάντων. Διορθώνω: Έρχονται σε ρήξη με κυρίαρχες επιλογές οι οποίες όμως λανσάρονται σαν αυτονόητα, σαν αναπόδραστα φυσικά φαινόμενα. Στο πλαίσιο αυτών των επιλογών η ανισότητα καλωσορίζεται ως μοχλός της ανάπτυξης, και ο μισάνθρωπος κοινωνικός δαρβινισμός μασκαρεύεται σε γλυκιά αριστεία.

   Με αυτά λοιπόν έρχονται σε ρήξη οι καταλύτες (το όραμα, η ευθύνη και η πράξη του ανθρώπινου υποκειμένου), όχι ως χαρακτηριστικά μιας πεφωτισμένης πρωτοπορίας, αλλά ως χαρακτηριστικά μαγιάς, σε μια ζύμωση κοινωνική, για χάρη του κοινωνικού. Μα είναι παράδοξες οι εποχές μας. Για παράδειγμα, κάποιες κινήσεις, οι οποίες εμφανίζονται ως αντιπολίτευση στην προαναφερθείσα νομιμοποίηση της ανισότητας, πλήττουν παρόμοια το κοινωνικό, προβάλλοντας μια ατομική κατανόηση των δικαιωμάτων, η οποία προσπερνά το συλλογικό. Ο ευέλικτος καπιταλισμός είναι πανίσχυρος κι ολοκληρωτικός, πράγμα που σημαίνει ότι μεταβολίζει ακόμα και αριστερά ρεύματα. Έτσι λοιπόν έχει ιδιαίτερη σημασία η άρθρωση (με λόγο και με πράξη) της χριστιανικής πρότασης, η οποία κατανοεί τον άνθρωπο ως σχεσιακή ύπαρξη: ως ον που αληθεύει στο βαθμό που αγαπά. Και ακριβώς επειδή όρος του είναι η αγάπη, μιλάμε για ένα ον που ούτε εγκιβωτίζεται στην ατομικότητα, ούτε εξατμίζεται σε έναν κολλεκτιβισμό ο οποίος καταργεί την ετερότητα. Το γίγνεσθαι αυτό αξιώνει ορθάνοιχτους ορίζοντες. Αλλιώς κολοβώνεται σε κάτι καλοπροαίρετο, μα φτωχό, μίζερο. Για την πίστη, το ορθάνοιχτο το προσφέρει όχι η λειτουργία του ανθρώπου ως αθροίσματος των συστατικών του, αλλά ως εικόνας ενός άπειρου Θεού. Θεού συντροφικού (Τριαδικού), Θεού ο οποίος κάνει εαυτό του την λάσπη της ιστορίας (θεάνθρωπος Χριστός).

   Πάνω σε τέτοιο στημόνι υφαίνει ο δουλευτής Παναγιώτης Μπούρδαλας. Και μας δίνει πάρα πολλές αφορμές για συζήτηση αληθινή, δηλαδή για συζήτηση με ερωτηματικά, με απαντήσεις, με συγκλίσεις και με αποκλίσεις. Τα ζητήματα είναι τεράστια και απαιτητικά, και η αναμέτρηση μαζί τους θέλει κριτική εντιμότητα και κόπο – κάτι που το ξεχνούν όσοι παραδίνονται στην ευκολία του διαδικτύου και στην αποσύνδεση του λόγου από τον καλό βασανισμό της σκέψης. Μιλώ για κριτική εντιμότητα και κόπο, για να αντιδιαστείλω αυτή τη γόνιμη στάση από τον θρασύ λόγο, τον μεροληπτικά καταγγελτικό, ο οποίος αρθρώνεται σαν σε διατεταγμένη υπηρεσία κατά επιλεγμένων στόχων, αλλά σιωπά ένοχα όσον αφορά τα στραβά του οίκου του.

   Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να προβληματιστεί συναντώντας προσεγγίσεις χρόνιων τραυμάτων του Ορθόδοξου χώρου (η περίπτωση της Τρίτης Ρώμης είναι οδυνηρά επίκαιρη, μα, κατά τη γνώμη μου, απόνερα ενός πολυκαιρισμένου προβλήματος, που είναι το θρόνιασμα του πνεύματος της αυτοκρατορικής Ρώμης στην εκκλησιαστική συγκρότηση). Ο εθνικισμός κραταιούται στην παγκόσμια Ορθοδοξία, παρά τα λαμπρά ξεκαθαρίσματα που έχουν γίνει σε θεολογικό επίπεδο τις τελευταίες δεκαετίες. Το δύσκολο σημείο σήμερα έγκειται ακριβώς στο ότι ο εθνικισμός στηρίζεται από ανθρώπους οι οποίοι ρηματικά τον αποκηρύττουν! Παρόμοια σύγχυση δημιουργούν σήμερα όσοι καταρρακώνουν την συνοδικότητα εξυμνώντας την ταυτόχρονα, και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους μόνον όταν η έλλειψή της εντοπίζεται στους αντιπάλους τους.

   Δείτε, επίσης, τα ζητήματα σχετικά με τον προσανατολισμό της παιδείας (σε εποχή κατά την οποία τίθεται εν αμφιβόλω ακόμα και η ύπαρξη του σχολείου ως κοινωνικού χώρου), την ανάδυση του άφυλου ιδεώδους (η οποία αποσαρκώνει τον άνθρωπο), την ατολμία για αναμέτρηση με τα προβλήματα που δημιούργησε (ή αποκάλυψε) η πανδημία, την  χρονίζουσα εκκρεμότητα για αντάμωμα με τους ποικίλους πολιτισμούς (μακριά από κάθε λογική μονοκαλλιέργειας) κλπ. Στις παράξενες μέρες μας υπάρχει κι άλλο ένα, εφιαλτικό φαινόμενο, το οποίο δεν πρέπει να υποτιμούμε. Απέναντι στα επιδεινούμενα κοινωνικά έλκη και την βαθιά πολιτική διαπλοκή, εμφανίζονται ως ριζοσπαστική δύναμη εξυγίανσης παρουσίες μισαλλόδοξες, παρουσίες που θεωρούν μπελά την ελευθερία και εντέλει ξεπλένουν τον φασισμό. Η μεγάλη λοιπόν προσφορά του φίλου Παναγιώτη Μπούρδαλα (πλάι στις επιμέρους θέσεις του, οι οποίες τόσο ουσιαστικά προσφέρονται για συζήτηση) έγκειται θεμελιωδώς στο ότι προσεγγίζει κάθε ζήτημα με ματιά συγκινητικά διαποτισμένη από την κατάφαση της ανθρωπιάς, της παγκόσμιας αδερφοσύνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας ανθρωπολογίας η οποία δεν δημιουργεί αποκλεισμούς και περιθώριο. 

   Από το χάδι της Κέρτεζης ως την αγκαλιά της οικουμένης, ένας δρόμος σπαρμένος με αλάτι. Το ξαναλέω: Το αλάτι κρατά μακριά τη σαπίλα, νοστιμίζει τη μπουκιά, φανερώνει την πληγή τσούζοντάς την.

* Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Αναπλ. Καθηγητής Ιεραποστολικής, Διαπολιτισμικής Μαρτυρίας και Διαλόγου στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη».

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.