Το Συμβάν: Κεφ. 24ο – 25ο

Το Συμβάν: Κεφ. 24ο – 25ο

(τελευταία προδημοσίευση μυθιστορήματος)

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 Κεφ. 24ο

24. «Γιε μου, αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα για να καταλάβεις καλύτερα όλα τα άλλα που θα διαβάσεις και που το πιθανότερο είναι πως θα σε ξαφνιάσουν. Εξάλλου, η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου δεν περιέχει γεγονότα ή περιγραφές που αφορούν την γέννηση και την εξέλιξη αυτής της σχέσης. Φαίνονται αλλόκοτα και κυρίως από δικής μου μεριάς, γιατί εσύ το ξέρεις καλά πως εγώ δεν έγραφα ποτέ μου και ποτέ δεν φαντάστηκα πως θα μπορούσα να γράψω σε κάποιον και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο. Εδώ όμως είναι όλο το μυστήριο, και ό, τι περιέχει βαθιά κλεισμένο μέσα του είναι ένα μαργαριτάρι μέσα σε όστρακο:

το σπάνιο και μονάκριβο μαργαριτάρι του πάθους που γεννιέται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δίχως να τους ρωτήσει και τους παρασέρνει σε μια δίνη, ένα παλιρροιακό κύμα που τους στροβιλίζει και βρίσκονται ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα που αργά ή γρήγορα τους καταπίνει και από τον ουρανό που στην αρχή τους εκτόξευσε τους στέλνει ίσα στον πάτο της θάλασσας. Όταν θα έρθει η νηνεμία κανείς δε θα θυμάται τι προηγήθηκε. Δυο νεκρά κορμιά θα αναδυθούν κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Κι ύστερα θέλει μεγάλο κουράγιο να συνεχίσεις τη ζωή σου σα νεκρός και μη θαρρείς πως είναι στο χέρι σου να χειριστείς τον πεθαμένο εαυτό σου. Εξάλλου, ούτε το πάθος ήταν στο χέρι σου. Αν όμως αντέξεις, αν καταφέρεις να υπομείνεις το πάθος και τον θάνατο που σου χαρίζει απλόχερα μόλις φύγει, τότε το όφελος είναι τεράστιο. Αλλά για το όφελος δεν έχει νόημα να σου μιλήσω. Αν δεν ζήσεις το πάθος δε θα καταλάβεις το όφελος της πυρκαγιάς του, που αφού κάψει τα πάντα, σε παρατά ένα αποκαϊδι ασήμαντο και αδιάφορο. Πώς να σου εξηγήσω την δύναμη που κρύβει μέσα στα σπλάχνα του ένα αποκαϊδι; Δεν ξέρω πότε θα διαβάσεις αυτά τα γράμματα. Σε ποια ηλικία, κάτω από ποιες συνθήκες και μετά από ποιες εμπειρίες. Δεν ξέρω τίποτα, και γι’ αυτό είναι πολύ τολμηρό αυτό που κάνω τώρα, με κίνδυνο να με παρεξηγήσεις βαθιά, να γκρεμιστεί μέσα σου ό, τι πίστευες κι ένιωθες για μένα. Το μόνο που μπορώ να σου ζητήσω τώρα, είναι να μη βιαστείς να με κρίνεις. Μη βιαστείς να καταλάβεις. Ίσως δεν μπορέσεις να με νιώσεις κι έτσι γεμίσει η καρδιά σου συγκρούσεις αναίτιες, άδικες κρίσεις ή και μίσος ακόμα. Μη βιαστείς. Τίποτε άλλο δεν σου ζητώ.

Η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου είναι οι φάσεις του παθιασμένου παλιρροιακού κύματος ενός μεγάλου έρωτα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό. Ούτε εγώ ούτε εκείνη γράφαμε πριν κι από όσο ξέρω ούτε και μετά αφότου επανήρθαμε και οι δυο στην, ας πω, κανονική ζωή μας κι ας βάλω σε εισαγωγικά το «επανήρθαμε» και σε άλλα δύο το «κανονική.»

Τον Δεκέμβρη του 1930 το ατμόπλοιο «Αίολος», στο οποίο είμαι καπετάνιος, αγκυροβολεί στο λιμάνι της Μασσαλίας για μια βδομάδα. Έχει αρχίσει να πέφτει η νύχτα και ο β΄ μηχανικός μας προτείνει να πάμε να δούμε μια ελληνική θεατρική παράσταση στην οποία έπαιζε μια ξαδέρφη του. Οι περισσότεροι είμαστε πολύ κουρασμένοι και πάντως δεν έχουμε όρεξη τουλάχιστον για τέτοια θεάματα. Αυτός όμως επιμένει κι έτσι ξεκινάμε μια παρέα πέντε αντρών και πηγαίνουμε.

Αιχμαλωτίστηκα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα να βγαίνει στη σκηνή. Μέχρι τότε όλα μου φαίνονταν αδιάφορα και η κούραση δεν μου επέτρεπε την παραμικρή ευχαρίστηση. Όμως με το που την είδα τα ξέχασα όλα. Κάθε της βήμα ήταν σαν να μη πατούσε στη γη. Κάθε της κίνηση ήταν απόκοσμη. Μέσα σε όλο το πλήθος του θιάσου εκείνη άστραφτε σαν κεραυνός φωτίζοντας όλο το θέατρο. Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν πρόσεχα το έργο, δεν άκουγα τα λόγια, δεν έβλεπα τα σκηνικά. Από τη στιγμή που βγήκε εκείνη στο πατάρι υπήρχα μόνο για να την κοιτώ.

Όταν τελείωσε η παράσταση τούς καληνύχτισα όλους βρίσκοντας μια ανόητη δικαιολογία, σαν ανώριμο ψέμα μικρού παιδιού που κανείς δεν το πιστεύει, και προχώρησα στα καμαρίνια. Δεν πήγα επειδή το ήθελα. Δεν πήγα γιατί είχα κάτι να της πω. Μόνα τους πήγαιναν τα πόδα μου χωρίς να μπορώ να τα εξουσιάσω. Δεν είχα την παραμικρή δύναμη ν’ αντισταθώ. Δεν ξέρω αν μπορείς αυτό να το καταλάβεις. Απλώς, πήγαινα κοντά της.

Περίμενα στην είσοδο μέχρι να φύγουν όλοι όσοι πήγαν να την συγχαρούν και μετά, τρέμοντας σαν άβγαλτος έφηβος, χτύπησα τη μισάνοιχτη πόρτα της. Μου είπε ευγενικά «περάστε». Καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη της ξεβαφόταν. Μέσα απ’ τον καθρέφτη με κοίταξε μ’ εκείνα τα τεράστια μαύρα αμυγδαλωτά της μάτια γεμάτα απορία. Μόλις είχε κάνει ντους και φορούσε ένα κάτασπρο μπουρνούζι. Την κοιτούσα ολότελα αμήχανος, μαγεμένος από την εκτυφλωτική ομορφιά του αγγέλου που έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια τόσο κοντά μου. Δεν ήμουν σε θέση να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα. Δεν είμαστε συνηθισμένοι να συνομιλούμε με αγγέλους ούτε και με κεραυνούς. Δεν ήξερα γιατί πήγα, ο εαυτός μου πρώτη φορά μου προκαλούσε μεγάλη δυσφορία. Το μόνο που ήξερα ήταν πως δεν μπορούσα να μην πάω. Μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι παγωμένοι κάποιες στιγμές που μου φάνηκαν αιώνας. Αν κάποτε έρθει η ώρα της Κρίσης είμαι βέβαιος πως θα περιέχει κάτι από αυτή την αμήχανη εναγώνια συνάντηση. Το χέρι της με το βαμβάκι του ντεμακιγιάζ είχε μείνει μετέωρο περιμένοντας κάτι να πω. Το βλέμμα της καρφωμένο βέλος στο κέντρο των ματιών μου.

-Παρακαλώ…, είπε στο τέλος βρισκόμενη ίσως σε μεγαλύτερη αμηχανία από τη δική μου, βλέποντας μπροστά της έναν άντρα βουβό που κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Το μόνο που μπόρεσα να πω ήταν:

-Θα έρθω πάλι αύριο, και κίνησα να φύγω.

Άκουσα πίσω μου το σύρσιμο της καρέκλας της και τη φωνή της:

-Μια στιγμή… Πώς σας λένε;

Έστρεψα το κεφάλι, όχι όμως και το σώμα.

-Νικήτα… Εσάς;

-Θάλεια…

Έφυγα σαν να με κυνηγούσαν χίλιοι διαβόλοι. Αισθάνθηκα φοβερά γελοίος που δεν κατάφερα να πω τίποτα περισσότερο από το όνομά μου κι αυτό επειδή εκείνη μου το ζήτησε. Πήρα τους δρόμους σα χαμένος. Δεν ήξερα πού πατώ και πού βρίσκομαι. Δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στο καράβι. Με φώναξαν οι φίλοι να κάτσω μαζί τους να πιω ένα ποτηράκι κρασί. Ούτε που γύρισα να τους κοιτάξω. Έπεσα στο κρεβάτι μου εξουθενωμένος σαν να είχα ζήσει σε μια στιγμή, ζωή ολόκληρη. Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν όλα αυτά που είχαν συμβεί. Αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα λόγια που ανταλλάξαμε και ό, τι είχα νιώσει. Τι θα σκεφτόταν αυτή για μένα που σαν ηλίθιος είχα σταθεί ένας ξένος μουγγός μπροστά της που το έβαλε αμέσως στα πόδια;

Ετοίμαζα αμέτρητες φορές αυτά που θα της έλεγα το επόμενο βράδυ και τίποτα δεν μου φαινόταν καλό. Ζούσα για το επόμενο βράδυ. Με το που ξημέρωσε, η πρώτη μου δουλειά ήταν να πάω να βγάλω εισιτήριο για την παράσταση. Ήθελα να κάτσω στην πρώτη σειρά. Να την βλέπω από όσο πιο κοντινή απόσταση μπορούσα. Το θέατρο δεν είχε ανοίξει ακόμα.

Κάθισα και ήπια έναν καφέ ακριβώς απέναντι περιμένοντας να ανοίξει το ταμείο. Δυο ώρες περίμενα, ελπίζοντας πως από κάπου θα φανεί, ίσως θα έρθει για πρωινή πρόβα, ίσως να μένει κιόλας κάπου εκεί κοντά και περνώντας για να πάει στο φούρνο ν’ αγοράσει το ψωμί της ημέρας, θα την συναντούσα. Αμέτρητα σενάρια στο φτωχό μυαλό μου και ολότελα ατυχή στη ρουλέτα του ρεαλισμού. Άνοιξε το ταμείο, έβγαλα το εισιτήριο που επιθυμούσα και μετά άρχισα να γυρνώ στους δρόμους της Μασσαλίας ελπίζοντας μάταια πως υπήρχε έστω και μία περίπτωση να τη βρω.

Αργά το απόγευμα επέστρεψα στο πλοίο βαθιά απογοητευμένος. Δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου κι άρχισα να ετοιμάζομαι για την βραδινή μου έξοδο. Κοιτούσα τα ρούχα στη ντουλάπας μου και δεν μου άρεσε τίποτα. Όλα τα έβρισκα τελείως ακατάλληλα για την περίσταση. Όλα μου φαίνονταν άκομψα, φτηνά, πρόχειρα. Σε ποιον; Σ’ εμένα που δεν με σκότισε ποτέ το ντύσιμο.

Να λοιπόν που μπορεί να έρθει μια ώρα που όλα ανατρέπονται και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, απλά, γιατί δεν σου ανήκει. Ανήκει σε άλλον και μέσα του ζει τώρα εκείνος αντί για σένα. Κοιτάς στον καθρέφτη και δεν είσαι πια ο ίδιος γιατί μέσα στο βλέμμα σου καθρεφτίζεται ο άνθρωπος που ξαφνικά, ανεξήγητα και τελείως παράλογα, λίγες μόνο ώρες πριν, λάτρεψες. Αυτόν κοιτάς μες στον καθρέφτη, αυτόν αντικρίζεις σε κάθε πρόσωπο του δρόμου, σε κάθε γουλιά καφέ τον πίνεις, σε κάθε μυρωδιά τον οσφραίνεσαι, σε κάθε χειρονομία τον αγγίζεις. Γιατί ο κόσμος όλος απέκτησε πρόσωπο. Το ομορφότερο, το μοναδικό, το ένα. Όλα απέκτησαν νόημα εξαιτίας του και τίποτα δεν υπάρχει πλέον έξω απ’ αυτό.

Φόρεσα το καλό μου μαύρο κουστούμι κι ας μου φαινόταν αταίριαστο σαν να πήγαινα σε γάμο και όχι σε θέατρο. Έφτασα μία ώρα πριν την έναρξη. Περίμενα απέξω μήπως φανεί, αλλά δε φάνηκε. Προφανώς οι ηθοποιοί είχαν άλλη είσοδο. Μπήκα και κάθισα στη θέση δεκαεφτά. Ήμουν στο κέντρο της πρώτης σειράς όπως ακριβώς ήθελα. Αν άπλωνα λίγο το χέρι θα μπορούσα ν’ αγγίξω τον αστράγαλό της. Δεν μπορώ να περιγράψω αυτά που ένιωθα όταν η Θάλεια έβγαινε στη σκηνή. Θα ήταν ίσως και λίγο κουραστικό για σένα. Για κάποιον απολύτως ακατανόητο λόγο είχα την πεποίθηση πως το βράδυ εκείνο έπαιζε για μένα και μόνο για μένα. Και ποιος ήμουν εγώ; Τι ήμουν εγώ για κείνην; Γιατί να συγχέω αυτό που εγώ ζούσα με τα δικά της αισθήματα; Δεν ήμουν παρά ένας ακόμα θαυμαστής και μάλιστα μουγγός και γελοίος στην πρώτη μας συνάντηση, που υποσχέθηκε πως θα επιστρέψει το επόμενο βράδυ θαρρείς και τον ρώτησε κανείς ή αγωνιούσε εκείνη αν θα με ξανάβλεπε ή όχι. Γιατί το πιθανότερο ήταν πως της ήταν παντελώς αδιάφορο αν θα με ξανασυναντούσε. Κρατιόμουν από μια λεπτή κλωστή υπόθεσης κι έτσι δικαιολογούσα την φανταστική της ανταπόκριση στο ζαλισμένο μου μυαλό: ρώτησε το όνομά μου. Αν δεν την ενδιέφερα καθόλου δεν θα το ρωτούσε, θα το ρωτούσε; Τι έκανε; Συνέλλεγε ονόματα θαυμαστών σ’ έναν μακρύ αυτάρεσκο κατάλογο που διάβαζε τις νύχτες πριν κοιμηθεί για να βλέπει φιλόδοξα όνειρα; Δυσκολευόμουν να πιστέψω κάτι τέτοιο γι’ αυτό το αέρινο πλάσμα όλο φωτιά. Δεν είχε ανάγκη από ονόματα ούτε μακροσκελείς καταλόγους. Ίσως ούτε από φιλόδοξα όνειρα.

Είμαι ήδη πολύ κουρασμένος για να σου τα πω όλα λεπτομερώς, αν και θα ήθελα να σου περιγράψω κάθε στιγμή αυτής της σύντομης ιστορίας κι ας το έβρισκες κουραστικό ή και αδιάφορο. Είναι βαρύ γιε μου να παίρνεις στον τάφο ένα τέτοιο μυστικό, μα μέχρι τώρα ήσουν αρκετά μικρός για να σου μιλήσω και τώρα που μεγάλωσες είμαι ήδη βαριά άρρωστος και με πολύ κόπο σου γράφω εδώ και μια βδομάδα αυτό το γράμμα.

Όχι, δεν της ήμουν καθόλου αδιάφορος. Την διακατείχαν με τον ίδιο παράδοξο τρόπο όλα όσα φλόγιζαν κι εμένα. Για τα τρία επόμενα βράδια βγαίναμε μετά την παράσταση και βολτάραμε στους σκοτεινούς υγρούς δρόμους της Μασσαλίας. Μιλούσαμε για τις ζωές μας. Εγώ για την παιδική μου ηλικία στην χερσόνησο της Ερυθραίας κι εκείνη, με μια επιμονή ακατανόητη, αποκλειστικά για τα χρόνια των θεατρικών σπουδών της, τη σχέση της με το θέατρο και τις παραστάσεις στις οποίες είχε παίξει.

Το τέταρτο βράδυ ήταν το τελευταίο που θα την έβλεπα. Το επόμενο ξημέρωμα σαλπάραμε για την Ελλάδα. Το συνειδητοποίησα τα χαράματα της ίδιας μέρας. Ήταν η Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα και για πρώτη φορά μετά από τέσσερις μέρες θυμήθηκα την πατρίδα μου, την οικογένειά μου, την Μαρικούλα και την κόρη μας. Το ξέρω πως ακούγεται παράξενο και ίσως αποκρουστικά βδελυρό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Τα είχα ξεχάσει όλα. Δεν μου είχαν περάσει ούτε για μια στιγμή απ’ το μυαλό κι αυτό με τρομοκράτησε. Με πολλή προσπάθεια απέβαλλα αυτόν τον τρόμο στη διάρκεια της μέρας και το βράδυ ξαναβρεθήκαμε. Αυτή τη φορά με κάλεσε στο σπίτι της. Μέχρι το βράδυ εκείνο δεν την είχα αγγίξει. Ανταμώναμε και αποχαιρετιόμασταν με μια κοινή, αλλά πολύ θερμή χειραψία κι ένα φιλί στις άκρες των χειλιών μας.

Μπήκαμε σιωπηλοί. Μου έπιασε το χέρι και με οδήγησε χωρίς να πει ούτε μία λέξη στην κρεβατοκάμαρα. Στάθηκε μπροστά μου όρθια και κοιτώντας με βαθιά στα μάτια άρχισε να βγάζει τα ρούχα της με κινήσεις αργές, ήσυχες, σχεδόν ιεροτελεστικές. Το βλέμμα της δεν είχε καμιά φιληδονία, καμία πρόκληση οι κινήσεις της. Αντιθέτως, υπήρχε μια απροσδόκητη ειλικρίνεια και εντιμότητα. Μια παράξενη σοβαρότητα σαν να επρόκειτο για κάτι αναπόφευκτο. Κάτι στο οποίο με μεγάλο σεβασμό υπάκουε η ίδια αναντίρρητα και προσκαλούσε κι εμένα. Την κοιτούσα παγωμένος και ό, τι ήθελα να της χαρίσω, ό, τι ποθούσα αβάσταχτα από κείνην, μέσα σ’ εκείνο το βλέμμα μου τα στρίμωχνα σαν το πιο πολύτιμο θησαυρό μέσα σε θησαυροφυλάκιο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και με περίμενε. Ποτέ μου δεν ένιωσα παρόμοια αμηχανία. Ποτέ μου δεν αντέδρασα έτσι με καμία γυναίκα κι ας είχα πάει με πολλές τόσα χρόνια ταξιδευτής στα λιμάνια της γης.

Ήταν τόσο μεγάλος ο πόθος μου, τέτοιος ο σεισμός που συντάραζε τα σωθικά μου που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τέτοια η αθωότητα του κάλλους της, η καθαρότητα των ματιών της, τόσο άδολη η φωτιά της, που με είχε κεραυνοβολήσει καθιστώντας με εντελώς ανίκανο για οτιδήποτε.

Ντυμένος όπως ήμουν κάθισα στο κρεβάτι της. Πήρα το σεντόνι και την σκέπασα όπως ένα γυμνό παιδί, μη τρομάξει στα φιλήδονα βλέμματα των παιδεραστών, μη φοβηθεί στη νύχτα που ζήλεψε τόσο το φως του ώστε είναι έτοιμη να του επιτεθεί, μη ντραπεί που εγώ δεν ήμουν τόσο αθώος όσο το άξιζε.

Ανασηκώθηκε τότε κι αγκάλιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπό μου:

-Έλα, επιτέλους! Τόσα χρόνια σε περιμένω. Μα δε θυμάσαι τίποτα; Άλλαξα τόσο πολύ;

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα μου σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Τι έπρεπε να θυμηθώ που είχα ολότελα ξεχάσει; Ήταν ποτέ δυνατόν να έχω ξανασυναντήσει αυτό το πλάσμα και να το έχω λησμονήσει; Μέσα στην έκστασή μου την κοίταξα γεμάτος απορία πιο μουγγός από ποτέ.

-Νικήτα, ξέχασες λοιπόν, τόσο γρήγορα την μικρή Ευθαλία που οκτώ χρονών έπαιζες μαζί της στον κήπο της γιαγιάς σου;

Λιγότερη έκπληξη θα δοκίμαζα αν καταποντιζόταν το ατμόπλοιο από αυτήν που δοκίμασα ακούγοντας αυτές τις λέξεις. Δεν κατάλαβα για πότε άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια μου δάκρυα. «Η Ευθαλία μου, ο πρώτος μου παιδικός έρωτας, η πρώτη μου φίλη, το κορίτσι που πριν φύγει με την οικογένειά της στη Μασσαλία, είχα ορκιστεί πως μια μέρα θα το παντρευτώ».

Έπεσα στην αγκαλιά της και έκλαψα μ’ αυτό το πικρό κλάμα που έχει μόνον ένας άντρας που ξαφνικά συνειδητοποιεί την εγκληματική του πράξη και όσο κι αν μετανιώνει είναι ολότελα περιττό. Δεν μπορεί να αποκαταστήσει το κακό που διέπραξε άθελά του.

Εκείνη μου χάιδευε τα μαλλιά, με γέμιζε φιλιά κι έτρεχαν και τα δικά της μάτια, αλλά τα δικά της έτρεχαν ήσυχα σα σταγόνες πρώτης ανοιξιάτικης σεμνής βροχής. Αφού ησύχασα κατάφερα να της πω:

-Παντρεύτηκα Ευθαλία. Έχω και μια κόρη, την Αλεξάνδρα. Συγχώρεσέ με…

-Δεν πειράζει Νικήτα… δεν πειράζει… τουλάχιστον τώρα ξέρουμε πως δεν ήταν ένας απλός παιδικός έρωτας… ήταν κάτι πολύ περισσότερο και για τους δυο μας… έστω και για τόσο λίγο… βρεθήκαμε πάλι… Τουλάχιστον… μπορείς λίγο να με φιλήσεις;

Τράβηξα αργά το σεντόνι και είδα πάλι το θαύμα γυμνό. Τα μάτια μου έτρεχαν ακόμα. Φίλησα κλαίγοντας όλο το ονειρεμένο κορμί της απ’ άκρη σ’ άκρη όπως δε φίλησα ποτέ καμιά γυναίκα. Σαν εικόνισμα τη φίλησα κι ας μη το θεωρήσεις βλάσφημο αυτό που λέω. Στο τέλος σηκώθηκα, κράτησα τρέμοντας τα δυο της χέρια και τα ξαναφίλησα.

-Θα μου γράφεις; Θα μπορώ να έχω έστω για λίγο καιρό τις λέξεις σου; την ρώτησα.

-Ναι, αγάπη μου πρώτη και παντοτινή. Θα σου γράφω.

Βγήκα στη νύχτα ένα κουρέλι, εξαπατημένος από τον ίδιο μου τον εαυτό. Φλογισμένος ακόμα από το μεγάλο πάθος μου που στάθηκα ανίκανος να ικανοποιήσω. Δεν ξέρω τι ήπια το βράδυ εκείνο. Με μεγάλη δυσκολία γύρισα χαράματα στο πλοίο κι έπεσα στο κρεβάτι μου ένας σωρός από συντρίμμια.

Από δω και πέρα γιε μου, αρχίζει η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου. Αν δεν με καταλαβαίνεις τώρα, ελπίζω πως κάποτε θα με καταλάβεις. Σε έχω περισσότερο κι από παιδί μου. Δεν ξέρω γιατί. Μόνο σ’ εσένα μπορούσα να μιλήσω για τον κεραυνό μου. Σ’ αγαπώ γιε μου, κι ίσως να σ’ αγαπώ ακριβώς γιατί νιώθω πως εσύ καταλαβαίνεις… Αν την αγάπησες πολύ την Ελισώ μην την ξεχάσεις… ψάξε και βρες την όσο είναι καιρός. Μη κοιτάς εμένα. Πόλεμοι, διωγμοί, προσφυγιά, ανέχεια, ταξίδια, κάματος, μ’ έκαναν να ξεχάσω. Πάντα θα βρίσκονται λόγοι για να λησμονούμε το γραφτό μας. Η μοίρα όμως δε λησμονεί. Κάποτε μας φέρνει αντιμέτωπους με το παιδικό της πρόσωπο κι εμείς πρέπει να διαλέξουμε, όταν δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα κανένα δίλημμα, αφού την αγνοήσαμε και τραβήξαμε γι’ αλλού γεμάτοι έπαρση εφηβική πως τάχα μπορούμε να ορίσουμε το γραφτό μας. Σαν εκδίκηση μοιάζει το παιχνίδι της, αλλά δεν είναι. Εμφανίζεται στη στροφή της ζωής μας. Εκεί που αν αντέξουμε να αντικρύσουμε το παιδί που χάσαμε και τη μοίρα του, κερδίζουμε πίσω ό, τι απερίσκεπτα θυσιάσαμε στον βωμό της ενηλικίωσης και της ανάγκης. Κι ύστερα το στιλέτο της μνήμης χαράζει στο κορμί μας μια αθεράπευτη μαχαιριά που είναι και η μόνη μας ελπίδα αν δεν την αγνοήσουμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Γιατί η μοίρα μια φορά μας επιτρέπει να την λησμονήσουμε. Δεύτερη δεν έχει. Αν την αρνηθούμε δεύτερη φορά με το ίδιο μας το χέρι υπογράφουμε την καταδίκη μας να ζήσουμε για πάντα ζωή διχασμένη. Ποιος ξέρει; Ίσως όλα εξηγηθούν εκεί που τώρα πάω. Ίσως κιόλας ν’ ανταμώσουμε πράγματι εκεί πάνω, όπως το είπε η γιαγιά σου, και οι τρεις, και να είναι ωραία. Ίσως εκεί να μπορέσουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε χωρίς πόνο και συγκρούσεις. Χωρίς βασανιστικές επιλογές που πάντα κάποιον αφήνουν πληγωμένο.

Δεν ξέρω τίποτα. Ξέρω μόνο πως έζησα την αγάπη με την γιαγιά σου, το πάθος με τη Ευθαλία και τη συγγένεια της ψυχής μαζί σου. Δεν είναι και λίγα. Δόξα τω Θεώ, λέω, τα έζησα όλα. Κάνε ό, τι αγαπάς, μα μη λησμονήσεις ποτέ την αγάπη σου, ακόμα κι αν δεν επιλέξεις να ζήσεις μαζί της. Αντίο γιε μου και καλή αντάμωση.»

Δίπλωσα το πολυσέλιδο γράμμα που τόσες ώρες αργά, πολύ αργά, μέσα από το θολό τζάμι των ματιών μου, – που δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν από τις πληγές του οπτικού μου νεύρου θολό ή από τα δάκρυα -, διάβαζα. Έπεσα στο κρεβάτι πλημμυρισμένος αισθήματα, απορίες και σκέψεις ανάκατες, συγκίνηση που συντάραζε το απόρθητο τείχος της μεγαλύτερης ευαισθησίας μου μοιρασμένης σε δυο ανθρώπους: τον παππού μου και την Ελισώ. Άκουσα την μάνα μου να με φωνάζει για φαγητό. Επανήλθα στην πραγματικότητα και σηκώθηκα. Έβαλα γρήγορα τα γράμματα πίσω στο ντουλάπι και κράτησα μόνον αυτό που μόλις είχα διαβάσει. Αυτό ήθελα να το εξαφανίσω. Δεν ξέρω τι έγραφαν τα υπόλοιπα, αλλά σίγουρα αυτό δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια κανενός. Θα το έσκιζα ή θα το έκαιγα, πάντως δεν θα το κρατούσα κι ας ήταν η περιουσία μου όλη. Θα την φυλούσα στην καρδιά μου. «Κι αν μια μέρα ξεχάσω κι εγώ;». Η σκέψη αυτή σαν άγριο τρυπάνι τρύπησε το μυαλό μου.

Κατέβηκα για φαγητό και μόλις επέστρεψα στο δωμάτιο αντέγραψα το γράμμα στο αγαπημένο μου τετράδιο που κι αυτό το φυλούσα στο κλειδωμένο μου ντουλάπι. Δεν ξέρω γιατί το έβρισκα πιο ασφαλές να είναι αντιγραμμένο εκεί παρά πρωτότυπο, γραμμένο από το χέρι του παππού. Στην ανάγκη θα κατέφευγα σ’ ένα θεάρεστο ψέμα πως όλα αυτά τα φαντάστηκα σαν μέρος μιας ιστορίας που έφτιαχνα. Ενός παραμυθιού χωρίς φινάλε. Ύστερα πήγα και το έθαψα στις ρίζες της πορτοκαλιάς μου. Αυτή ήξερε να φυλάει τα μυστικά μου.

Κεφ. 25ο

25. Tελευταίες μέρες του Ιούλη. Τελευταίες λέξεις στο τετράδιο. Μέρα με τη μέρα επιδεινώνεται η όρασή μου. Τα μάτια μου θολώνουν ολοένα και περισσότερο. Όλα τα βλέπω μέσα από ένα ομιχλώδες τζάμι άλλοτε φωτεινό κι άλλοτε γεμάτο σκιές. Απομακρύνεται ο καιρός που είχα καλή όραση. Βάδίζω προς ένα τούνελ δίχως να εξουσιάζω τα βήματά μου. Με μαγνητιίζει και με ρουφά σα κινούμενη άμμος χωρίς να με ρωτά. Δεν έχω καμιά εξουσία πάνω της. Οι γονείς μου και η Καλλιόπη αντιλαμβάνονται πως δεν πάνε καλά τα πράγματα. Επιμένουν να επισκεφτώ το γιατρό, αλλά εγώ αρνιέμαι πεισματικά. Τους λέω πως είμαι μια χαρά και πως μπορώ να το παλέψω μόνος μου. Ξέρω πως ο γιατρός δεν μπορεί τίποτα πλέον να κάνει για μένα. Αν μπορούσε να κάνει κάτι θα το είχε κάνει ήδη. Είναι ανήμπορος όσο κι εγώ. Δεν έχω διάθεση για συζητήσεις και αναλύσεις. Καμιά όρεξη δεν έχω να περιγράφω πώς βλέπω, τι βλέπω, τι δεν βλέπω, σ’ αυτούς που βλέπουν. Χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου και κανείς δε μπορεί να μου το επαναφέρει ούτε να με στηρίξει μη πέσω.

Βάζω τα χέρια στις τσέπες και βγαίνω στα στενά γνώριμα δρομάκια του Κάμπου. Περπατώ αργά. Όταν απομακρύνομαι από το σπίτι βγαζω το δεξί μου χέρι και πιάνω τους πωρόλιθους των περιβολιών που γνωριζω σπιθαμή προς σπιθαμή. Επιστρέφω σιωπηλός στο σπίτι και τρώω ανόρεχτα το φαγητό μου. Ανεβαίνω στο δωμάτιο κι εκεί δεν κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να διαβάσω, δεν μπορώ να χαζέψω έξω από το παράθυρο. Μπορώ μόνο να γράφω σ’ αυτό το τετράδιό όπως όπως, μιας και δεν βλέπω τις γραμμές της σελίδας, αγγίζοντας τα περιθώρια  και βάζοντας τον αριστερό μου δείκτη οδηγό για να μην γράφω τη μια σειρά πάνω στην άλλη. Ανοίγω το ραδιόφωνο, ακούω μουσική και κοιτώ τα τελευταία ίχνη του φωτός σα διαβάτη που ολοένα απαμακρύνεται από κοντά μου.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ κι όταν επιτέλους με παίρνει ο ύπνος βλέπω συνέχεια τον ίδιο εφιάλτη που πολύ σύντομα θα είναι η νέα μου πραγματικότητα: χάνω το φως μου. Ξυπνώ πανικόβλητος και καταϊδρωμένος. Μου είναι αδύνατον να αποδεχθώ πως πλησιάζει η ώρα που δεν θα ξαναδώ τον ήλιο, τον κόσμο λουσμένο απ’ τη χάρη του. Τα μάτια μου πονούν, αλλά αυτό είναι το τελευταίο που με νοιάζει. Ας καθάριζε η όρασή μου κι ας πονούσα, αυτό εύχομαι συνέχεια. Μέσα μου γνωρίζω πως ο δρόμος αυτή τη φορά δεν θα έχει επιστροφή. Το τούνελ που με τραβά έχει μεγαλύτερη δύναμη από μένα. Δεν έχω τρόπο να του αντισταθώ κι αυτό με συγκλονίζει. Από μικρός είχα μάθει να παλεύω τις δυσκολίες. Είχα μάθει πως ένα πρόβλημα όσο δύσκολο κι αν είναι, πάντα έχει μια λύση. Ό,τι είχα μάθει τινάζεται στον αέρα. Είναι ζήτημα ημερών να σκάσει σαν ωρλογιακή βόμβα η παντελής απώλεια της όρασής μου και να κάνει θρύψαλα τη ζωή μου. Ακούω το ρολόι. Μετρώ τους χτύπους του.

Μετανιώνω για όσα δεν πρόλαβα να δω. Για όσα βαρέθηκα να κοιτάξω. Για τις ώρες που ενώ μπορούσα να τρέξω δεν έτρεξα, ενώ μπορούσα να απολαύσω δεν απόλαυσα, ενώ μπορούσα να δω δεν είδα. Μετανιώνω που τόσες νύχτες και τόσα μεσημέρια της ζωής μου, αντί να ζω με όλες μου τις αισθήσεις την πραγματικότητα, κοιμόμουν στο κρεβάτι μου αποφεύγοντάς την. Μετανιώνω που δεν πήγα ούτε μια φορά στη Μυτιλήνη να δω τις αδερφές μου, ούτε στο μοναστήρι της Αγγελικής να την δω με το μαύρο ρασάκι της, αν της πάει ή δεν της πάει. Που δεν κάθισα μια φορά να μιλήσω με τον πατέρα μου και να δω το πρόσωπό του καθώς θα μου λέει όλα αυτά που ποτέ δεν μου είπε. Μετανιώνω που είμαι ακόμα τόσο μικρός κι έχω ζήσει τόσα λίγα στη ζωή μου. Που είμαι τόσο διψασμένος και πεινασμένος για όλα αυτά που δεν ήρθαν και θα είναι τόσο διαφορετικά από δω και πέρα όταν θα ‘ρθούν.

Πού είναι τώρα ο κύριος Ιωάννης και τι θα μπορούσε να μου πει; Για ποια ταξίδια θα μου μιλούσε; Τώρα θα μπορούσα να του φέρω σοβαρές αντιρρήσεις και να υπερασπιστώ τη χαρά του να ταξιδεύεις σε τόπους και λιμάνια, βλέποντας. Θα μπορούσα να του πω πως ακόμα και τα εσωτερικά ταξίδια είναι αλλιώτικα όταν ξέρεις πως ανά πάση στιγμή μπορείς να κάνεις και τα άλλα, κι ας μην τα πραγματοποιήσεις ποτέ. Που είναι η Ελισώ μου και τι ζει; Πώς θα ακούσει μετά από καιρό πως εγώ δεν μπορώ να ξαναδώ το ωραίο της πρόσωπο; Πού είναι ο παππούς μου και τι κάνει για μένα αυτός που η τελευταία του κουβέντα ήταν πως δε θα με αφήσει ποτέ; Ο Θεός μου, πού είναι; Ναι, Αυτόν ψάχνω περισσότερο απ’ όλους κι Αυτόν έχω χάσει απ’ όλους πιο πολύ. Η αδικία αρχίζει να με τρελαίνει. Εγώ τυφλώνομαι και ο Γιώργης που ήταν η αιτία γι’ αυτό, βλέπει μια χαρά. Με βλέπει να χάνω το φως μου κι εγώ δεν μπορώ να δω τι βλέπει. Είναι στιγμές που εύχομαι να τον είχα σκοτώσει. Νόμιζα πως τον είχα συγχωρήσει, αλλά τώρα που χάνω τα μάτια μου, χάνω μαζί και κάθε φιλευσπλαχνία. Η πίκρα και η οργή με κυριαρχούν. Ξεσπώ αναίτια στους δικούς μου. Εντελώς παράλογα τους θεωρώ κι αυτούς υπαίτιους. Τι μου φταίνε οι άνθρωποι; Τι μπορούσαν να κάνουν που δεν το έκαναν; Τίποτα. Γίνομαι άδικος μαζί τους και βαθιά μέσα μου το καταλαβαίνω, μα δεν μπορώ να το ελέγξω και δεν έχω το σθένος να το παραδεχθώ, να τους ζητήσω εκ των υστέρων ένα συγνώμη. Μου ξεφεύγουν κουβέντες βαριές στη μάνα μου που δεν θα έπρεπε ποτέ να βγουν από το στόμα μου. Κουβέντες που ποτέ δε φανάστηκα να λέω. Κι εκείνη λιώνει σα κερί. Είναι συνέχεια κλαμένη. Το καταλαβαίνω όσο κι αν προσπαθεί να το κρύψει. «Καλά γιε μου», λέει συνέχεια, «ό,τι θέλεις μαναράκι μου, έχεις σε όλα δίκιο». Όσο μου απαντά έτσι άλλο τόσο εξαγριώνομαι. Πόσο θα ήθελα κάποιος να μου μιλήσει πάρα πολύ άσχημα, να με βρίσει, να με χτυπήσει, να μου πει τέλος τέλος πως εγώ φταίω για όλα, πως είναι δικό μου το φταίξιμο. Δεν το κάνει κανείς. Γι’ αυτό το κάνω εγώ μόνος μου στον εαυτό μου. Τον στήνω κάθε τόσο στον τόίχο και τον πυροβολώ με σκέψεις, λόγια, όλη μου την κακεντρέχεια. Τον διαλύω για να ανακουφιστεί. Τι μου φταίει ο εαυτός μου; Γιατί μου συμπεριφέρομαι έτσι; Δεν ξέρω. Ξέρω πως επιτίθεμαι ανηλεώς σε όλους και σε όλα. Μέσα στο σατανικό δίχτυ της τυφλότητας που μέρα με τη μέρα με σκεπάζει εγώ αντιδρώ με τυφλά χτυπήματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πόνος που προκαλώ στους άλλους και στον εαυτό μου, κατά παράδοξο τρόπο με ανακουφίζει. Πόνος στον πόνο. Μεγάλη ανακούφιση. Ίσως δεν έχω παραιτηθεί από την αιτία. Ψάχνω ακόμα τον λόγο που χάνω την όρασή μου και δεν βρίσκω απάντηση. Τον λόγο που με πυροβόλησε ο Γιώργης. Τον λόγο που δεν θεραπεύτηκα μετά τις εγχειρήσεις. Τον λόγο που ενώ για λίγες μέρες ήμουν τόσο καλά, άρχισαν πάλι οι αιμορραγίες χωρίς να μπορεί να τις σταματήσει κανείς. Ζητώ μια απάντηση που δεν έρχεται από πουθενά και κανείς δεν μπορεί να μου δώσει. Κοντεύω να τρελαθώ.

Ξημέρωσε πρώτη Αυγούστου του 1969. Το φως δεν μπήκε ούτε από το ανοιχτό μου παράθυρο, ούτε απ’ τη χαραμάδα της πόρτας. Όσες φορές κι αν ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, τίποτα δεν άλλαξε. Όσες φορές κι αν προσευχήθηκα, το σκοτάδι δεν οπισθοχώρησε. Όσες φορές κι αν ορκιστηκα πως αυτό που μου συμβαίνει είναι ένα εφιαλτικό ψέμα, η πραγματικότητα δε με πιστεύει.

Σα λαβωμένο ζώο περπατώ πάνω κάτω στο δωμάτιο χτυπώντας από έπιπλο σε έπιπλο, αδιαφορώντας για τις μελανιές και τα τραύματα. Δεν απαντώ στις παρακλήσεις της μάνας μου ούτε στις φωνές της Καλλιόπης που έξω απ’ την κλειδωμένη μου πόρτα με ικετεύει να την αφήσω να περάσει. Δεν θέλω να φάω, δεν θέλω να πιω. Με κανέναν δε θέλω να μιλήσω. Θέλω πίσω το φως μου. Το φως που χάρηκα δεκαεφτά χρόνια, το φως που χαίρονται οι περισσότεροι άνθρωποι του κόσμου. Δε θέλω να με βλέπουν. Θέλω εγώ να τους δω. Μου ‘ρχεται να μπήξω τα δάχτυλα και να βγάλω τα μάτια μου. Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, στα κάγκελα του κρεββατιού, κλαίω, ουρλιάζω. Δεν αλλάζει τίποτα.

Νύχτωσε η πρώτη του Αυγούστου. Όπως ξημέρωσε, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο νύχτωσε. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Το γράμμα του παππού έμελλε να είναι το τελευταίο κείμενο που θα διάβαζα έχοντας το φως μου. Μ’ αυτό έκλεισε άλλο ένα μεγάλο κεφάλαιο απ’ αυτά που του άρεσαν να κλείνει όπως αποδείχθηκε όχι μόνο με τη γέννηση και το θάνατό του, αλλά και με τις λέξεις του: το κεφάλαιο της ζωής μου που μέχρι τώρα βλέποντας έχω γράψει.

Τέλος Σεπτέμβρη. Μετά το μεγάλο μου θυμό ήρθε η κατάθλιψη. Μια βαθιά, αργή, νωθρή κατάθλιψη. Βούλιαζω μέσα της και της τα επιτρέπω όλα. Με χειρίζεται σα να είμαι η υπάκουη μαριονέτα της. Τώρα με διατάζει να πάψω το γράψιμο κι εγώ την υπακούω σα μαγεμένος. Τώρα έχω να διαχειριστώ το σκοτάδι όσο μπορεί κάποιος να πει πως διαχειρίζεται αυτό που επίσημα ονομάζεται, τύφλωση.

-Γιατί; ρώτησα χθες τον γιατρό που επικύρωσε την τύφλωσή μου.

-Γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός, μου απάντησε τσιμπώντας μου το μάγουλο.

Γράφω στο κενό αυτές τις τελευταίες λέξεις και θα κλειδώσω, – δεν ξέρω μέχρι πότε -, αυτό το τετράδιο στο ντουλάπι.

Αντίο τετράδιο, αντίο λέξεις, αντίο χρώματα, αντίο βυθέ, πρόσωπα, σχήματα, πράγματα, ουρανέ, πορτοκαλιά μου. Αντίο φως που τόσο σ’ αγάπησα…

 ………………………………………………………………………………………………..

Σημείωση:

Φίλοι και φίλες, σ’ αυτό το κεφάλαιο σταματούν οι προδημοσιεύσεις αυτού του βιβλίου. Αφήνω το τελευταίο μέρος του για να το διαβάσετε με την έκδοσή του. Αφορά τη ζωή του Ισίδωρου αρκετά χρόνια μετά, σε μια μεγαλούπολη. Τη ζωή του τυφλού, τις καθημερινές του στιγμές, την εσωτερική του πάλη, το εσωτερικό του φως. Γνωρίζω πως αυτό το κεφάλαιο στο οποίο σταματώ φέρνει λύπη, και ίσως δεν θα ήταν καλό να σταματήσω εδώ. Όμως αξίζει να περιμένει κανείς διανύοντας με προσδοκία το έδαφος της λύπης, προκειμένου να βρει τη χαρά, γιατί η χαρά θα έρθει για τον Ισίδωρο στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ που ήσασταν μαζί μου σ’ αυτή την έκθεση των γραφομένων μου και του εαυτού μου. Θα σας κρατήσω ενήμερους για την έκδοση του βιβλίου και θα συνεχίσω να γράφω άλλα κείμενα.

ΠΗΓΗ 3: Κεφ.  24ο, Sunday, January 24, 2010, http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/24.html

ΠΗΓΗ 4: Κεφ.  25ο,  Thursday, January 28, 2010, http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/25.html