Το Συμβάν: Κεφ 22ο – 23ο

Το Συμβάν: Κεφ  22ο – 23ο

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

Κεφ. 22ο

22. Μαζευτήκαμε όλοι ένα γύρο απ’ το κρεβάτι. Κανείς δε μιλούσε. Λίγο πιο πίσω μας, δίπλα στην πόρτα, στεκόταν διακριτικά ο κύριος Ιωάννης.

 -Παιδιά μου… ήρθε η ώρα… αρκετά σας κούρασα…, ψέλλισε ο παππούς.

Έσκυψε πρώτη η μάνα μου και τον φίλησε. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα κοντά του και κάτι ψιθύρισε ο ένας στον άλλο. Αποτραβήχτηκε και τα μάτια της πλημμύρισαν λάμψεις υγρές. Μετά τον φίλησε ο πατέρας μου κι ακολούθησαν με τη σειρά τα κορίτσια. Σε όλους κάτι έλεγε. Έμεινα τελευταίος. Τον κοιτούσα ασάλευτος. Βγήκαν όλοι έξω και μας άφησαν μόνους.

Ένα αόρατο χέρι μ’ έσπρωξε απαλά στην πλάτη κι έκανα τρία βήματα. Κάθισα για τελευταία φορά στο κρεβάτι του και ακούμπησα πλάι στο μάγουλό του το λουλούδι της πορτοκαλιάς μου.

 -Εσύ όταν γεννήθηκα μου έφερες καρπούς. Εγώ σου φέρνω τώρα ένα λουλούδι απ’ την πορτοκαλιά μου.

-Έτσι πρέπει… Καρποί για το καλωσόρισμα… λουλούδια για το «αντίο»…

Έσκυψα, τον αγκάλιασα με τα δυο μου χέρια, με όλο μου το σώμα. Με όλη μου την καρδιά τον αγκάλιασα κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο δικό του πάνω στο μαξιλάρι του.

 -Βούτα στη ζωή… με τα μάτια… της καρδιάς ανοιχτά… φτάσε στο βυθό της… εκεί τα χρώματα… έχουν… άλλη λάμψη… ερωτική…

-Σ’ αγαπώ παππού… κανέναν δεν αγαπώ όσο εσένα…

-Βούτα στη ζωή… εκεί η αγάπη… απέραντη… ατέλειωτη… εσύ μπορείς… όπως κι εγώ… κι η γιαγιά σου… θυμάσαι… τι μου είπε… φεύγοντας…

-Ναι, θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Το είχα σημειώσει στο τετράδιό μου και το διάβαζα συχνά: «Εσύ θα προλάβεις να γυρίσεις πίσω, άναψε ένα κερί σ’ αυτούς που αφήσαμε, σ’ αγάπησα, ήσουν καλός, μη λυπάσαι, θα ξανανταμώσουμε…»

-Και μετά… ψιθύρισε… κάτι ακόμα… «και οι τρεις»…

-Ποιοι τρεις;

-Τότε κατάλαβα… ήξερε… για την άλλη γυναίκα… δεν μου το είπε… ποτέ… την χώρεσε… αυτό είναι… αγάπη… χωράει… τα αχώρητα… πήγαινε γιε μου… φώναξε την μάνα σου… μη φοβάσαι… δε θα σ’ αφήσω …

-Δε φοβάσαι παππού;

-Ε… γιε μου… μια θάλασσα είναι… περνάς και φτάνεις… δεν είναι τίποτα… από θάλασσες… ξέρω…

 

Σαν μαγεμένος σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα. Όλοι περίμεναν στον διάδρομο. Είπα της μάνας μου και μπήκε. Δεν πέρασε πολλή ώρα και μας φώναξε. Ήταν κλειστά τα γαλάζια του μάτια. Για πάντα κλειστά. Τώρα ενώνονταν με την τελευταία θάλασσα που είχε να διασχίσει.

 Ήθελα να πέσω στην αγκαλιά του και να τον ταρακουνήσω τόσο όσο να ξυπνήσει απ’ τον βαθύ ύπνο του. Να φωνάξω ήθελα, να τσιρίξω. Να ουρλιάξω. Να χτυπήσω ό, τι έβρισκα μπροστά μου.

Έμεινα ακίνητος να τον κοιτώ. Κοκαλωμένος. Δεν πίστευα πως ήταν νεκρός. Δεν μπορεί να πεθαίνουν τέτοιοι άνθρωποι. Άλλοι ίσως και να μπορεί, αλλά τέτοιοι, όχι. Μέσα σε όλο το βάσανο που πέρασε, ήταν ακόμα όμορφος. Ίσως και πιο όμορφος από ποτέ. Μια ξεχωριστή γαλήνη ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του κι ένα απαλό, πολύ απαλό χαμόγελο διακρινόταν.

Δεν κατάλαβα για πότε άρχισα να κλαίω. Αθόρυβα δάκρυα έτρεχαν. Έτρεχαν κι έτρεχαν. Σκέφτηκα πως άδικα τρέχουν τώρα τα δάκρυά μου. Τι να προσφέρουν σ’ ένα δέντρο που ξεράθηκε; Τίποτα. Για ποιον έκλαιγα, λοιπόν; Για μένα… μόνο για μένα… από δω και πέρα, και δίχως τον παππού…

 -Πήγαινε γιε μου στη γειτονιά να δώσεις τα μαντάτα, είπε η μάνα μου, που, αφού έκλαψε με την καρδιά της, είχε ξεκινήσει ήδη να τον πλένει και να τον ετοιμάζει.

-Δεν μπορώ, απάντησα με φωνή τρεμάμενη, αλλά αποφασιστική, και κίνησα να φύγω.

«Να γυρίσω εγώ τη γειτονιά και να πω στον κόσμο πως πέθανε ο παππούς μου; Ο δικός μου παππούς; Γίνεται να πεθάνει ο δικός μου παππούς; Πώς να ξεστομίσω ένα τόσο μεγάλο ψέμα;»

-Άφησέ τον, θα πάω εγώ. Θα σε βοηθήσει η Ιουλία, είπε η Αγγελική και μ’ έβγαλε απ’ τη δύσκολη θέση.

Τότε το βλέμμα μου έπεσε στην Καλλιόπη. Κολλημένη σε μια γωνία του τοίχου είχε λυγίσει τα γόνατα, είχε χώσει το πρόσωπο μέσα στις χούφτες της κι έκλαιγε απαρηγόρητη. Πήγα και την σήκωσα, την αγκάλιασα και τότε ξέσπασα κι εγώ σ’ ένα κλάμα που τράνταξε τα σπλάχνα μου.

-Κι εγώ τον αγαπούσα πολύ, είπε η Καλλιόπη μέσα στα αναφιλητά της, θαρρείς και κάποιος είχε αμφισβητήσει την αγάπη της.

-Το ξέρω Καλλιοπάκι μου, το ξέρω κορίτσι μου, της έλεγα ξανά και ξανά κι όλο της χάιδευα τα μαλλιά.

-Εκείνος το ήξερε όμως;

-Εκείνος τα ήξερε όλα… όπως και η γιαγιά… όλα τα ήξεραν… και οι δυο…όλα… και μας καταλάβαιναν όλους…

Την πήρα και βγήκαμε από το δωμάτιο. Τον είχα ολότελα ξεχάσει τον κύριο Ιωάννη που στεκόταν τώρα στην άκρη του διαδρόμου.

-Με συγχωρείτε…, προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

-Τι λες Ισίδωρε; έλα παιδί μου. Και με το «έλα παιδί μου» άνοιξε τα δυο τεράστια χέρια του και μας έκλεισε μέσα και τους δυο. Κατεβήκαμε στο περιβόλι. Έπεφτε το σούρουπο.

Το σούρουπο οι μυρωδιές των λουλουδιών έχουν την μεγαλύτερή τους ένταση. Μια ένταση που την διασχίζεις σαν ομίχλη, ποτίζει σα θάλασσα τα κύτταρά σου μέχρι το μεδούλι. Τα αρώματα μαλάκωσαν την καρδιά μου. «Τι Απρίλης κι αυτός…» σκέφτηκα. Τελευταία μέρα του μήνα ήταν. Στη σκέψη αυτή μειδίασα: του άρεσαν του παππού οι τελευταίες μέρες. Θαρρείς και κάποιος τον είχε ορίσει να μένει αυτός τελευταίος απ’ όλους για να κλείνει την αυλαία, είτε με τη γέννησή του είτε με τον θάνατό του. Τις σκέψεις μου διέκοψε ο αποχαιρετισμός του κυρίου Ιωάννη. Μας είπε πως θα ερχόταν αργά το βράδυ που θα ξενυχτούσαμε τον παππού και το επόμενο πρωί για την κηδεία. Το απόγευμα θα έφευγε για την Αθήνα. Κι αυτός θα έφευγε. Είχα αρχίσει να τον νιώθω κάτι περισσότερο κι από φίλο μου, κάτι σαν «αναπληρωματικό» του παππού μου. Δεν είπα τίποτα. Απλά τον καληνύχτισα.

-Πάμε να κόψουμε λουλούδια για το στόλισμα; ρώτησε το Καλλιοπάκι. Την πήρα από τη μέση και προχωρήσαμε. Στάθηκα μπροστά στην πορτοκαλιά μου. Την κοίταξα καλά καλά σαν να ήταν άνθρωπος. Συνάψαμε μυστική συμφωνία πως δεν την πείραζε και πολύ το ερχόμενο φθινόπωρο να μην κάνει πορτοκάλια. Έτσι, έκοψα όλα τα άνθη της.

Μόνον απ’ αυτήν έκοψα. Από κανένα άλλο δέντρο. Αυτά του ταίριαζαν πιο πολύ απ’ όλα. Αφού τα άνθη της πορτοκαλιάς μου ήταν λευκά…

Κεφ. 23ο

23. Πέρασε ο Μάης. Κι ο Ιούνης διάβηκε βιαστικός. Είχα επιστρέψει στο σχολείο και αυτό ήταν για μένα γιατρικό. Εκεί ξεχνιόμουν και η ενασχόλησή μου με τα μαθήματα απάλυνε τη βαθιά μου θλίψη για την απώλεια του παππού και την έλλειψη της Ελισώς. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα υπήρχαν πολλές στιγμές που τα μάτια μου θόλωναν για λίγο και μετά πάλι καθάριζαν. Δεν το είπα σε κανέναν εκτός από τον γιατρό στο νοσοκομείο της Χώρας που επισκεπτόμουν κάθε τόσο. «Αγωνίζονται τα ματάκια σου Ισίδωρε. Δίνουν μάχες σκληρές για να τα καταφέρουν. Το οπτικό νεύρο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι γερό, αλλά έχει τις πληγές του που άρχισαν να αιμορραγούν. Για να δούμε. Πιστεύω πως στο τέλος θα καταφέρουν να νικήσουν…».

Ίσως θα έπρεπε να το εκμυστηρευτώ έστω στην Αγγελική, να είναι τουλάχιστον αυτή υποψιασμένη μη τυχόν πάρουν αρνητική τροπή τα πράγματα και χρειαστεί να αναλάβει τη στήριξη των γονιών μας που ένα ακόμα χτύπημα ίσως τους αποτελείωνε, πάνω που είχαν ησυχάσει. Η Αγγελική όμως και η Ιουλία ήταν εδώ και ενάμιση μήνα στη Μυτιλήνη και δεν θα καθόμουν ποτέ να γράψω ένα τέτοιο γράμμα στη μεγάλη μου αδερφή τη στιγμή που είχε ήδη μπει στο μοναστήρι σαν δόκιμη. Ξεκινούσε μια καινούρια ζωή και δεν ήθελα με τίποτα να την ταράξω. Έτσι αποφάσισα να μην της δώσω καινούρια λαχτάρα μέχρι να σιγουρευτώ για την εξέλιξη της κατάστασής μου. Προσπαθούσα να το κρύψω όσο μπορούσα. Κάποιες στιγμές βέβαια μη μπορώντας να αναγνωρίσω κάτι ή να περπατήσω με άνεση, έφτανα να φαίνομαι στα μάτια των γονιών μου και της Καλλιόπης -που συχνά με παρακολουθούσε καχύποπτα-, παράξενος κι αλλόκοτος, με αποτέλεσμα να κλείνομαι στον εαυτό μου προκειμένου να μην προδίδω την αδυναμία μου, πράγμα που όπως και να ‘χει δημιουργούσε στους οικείους μου στην καλύτερη περίπτωση απορία και στην χειρότερη δυσαρέσκεια, όχι όμως και υποψία πως κάτι δεν πηγαίνει καλά, κι εμένα αυτό μού ήταν αρκετό. Ή έτσι τουλάχιστον ήθελα να πιστεύω.

Όλα ήταν αβέβαια ακόμα, και όσο πιο αβέβαια ήταν τόσο πιο αχόρταγα ρουφούσα τη ζωή και τη ζούσα με όλες μου τις δυνάμεις και για πρώτη φορά σε τόση μεγάλη ένταση. Τα απογεύματα έτρεχα στα χωράφια και δεν το χόρταινα, γιατί αν κάτι μου είχε λείψει πολύ τον καιρό του σκοταδιού, εκτός από τη θέα του κόσμου, των προσώπων που αγαπούσα και των βιβλίων μου, ήταν το τρέξιμο. Σκαρφάλωνα στα δέντρα κι αγνάντευα από ψηλά τη θάλασσα. Ξάπλωνα στα χορτάρια και χάιδευα το χώμα. Παρατηρούσα ώρες τα μυρμήγκια, τις πασχαλίτσες, τα πιο μικρά πλασματάκια που δούλευαν ακατάπαυστα πάνω του. Θόλωναν ξαφνικά τα μάτια και όλα γλιστρούσαν και πνίγονταν μέσα σ’ ένα βούρκο. Τα έκλεινα και περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα άνοιγα, τα έκλεινα πάλι και πάλι, αμέτρητες φορές μέχρι να καθαρίσουν ξανά κι όταν αποκτούσα πάλι όραση καθαρή, στεκόμουν έκθαμβος μπροστά σε ένα κοινό πράσινο φυλλαράκι που δεν ήταν πια καθόλου κοινό για μένα. Περίμενα να το χτυπήσει μια αχτίδα ήλιου στην καρδιά και να γίνει διάφανο πράσινο, δίνοντας χρώμα φωσφορούχο στη στιγμή μου. Έπεφτα μπρούμυτα στο λατρεμένο μου χώμα και παρατηρούσα τις ρωγμές του. Προσπαθούσα να μαντέψω την ηλικία του από τις ρυτίδες στο γερασμένο του πρόσωπο. Το ρωτούσα αν αυτό με βλέπει και περίμενα να μου απαντήσει. Γεμάτο λαβυρίνθους ήταν το σώμα του και μυστικά περάσματα σαν τις πληγές του οπτικού μου νεύρου, καλά φυλαγμένο από δικέφαλους δράκους, κώδικες εφτασφράγιστους και αδιάβατες στοές που οδηγούσαν σε ανερμήνευτα θαύματα που ακόμα δεν ήταν καιρός να αποκαλυφτούν. Ζούσα. Και όσο πιο ολόκληρος ζούσα, τόσο πιο πολύ διψούσα να ζω την παραμικρή λεπτομέρεια. Την μοναδική και ανεπανάληπτη λεπτομέρεια που σαν μικρόκοσμος σου φωτίζει τα πιο μεγάλα και ευδιάκριτα, τα αυτονόητα και υποτιμημένα φαινόμενα που ποτέ δεν μπήκαμε στην διαδικασία να ανακαλύψουμε. Αν αληθεύει πως για να εκτιμήσεις κάτι πρέπει πρώτα να το χάσεις ή έστω να κινδυνέψεις να το χάσεις, τότε μάλλον αυτό μου είχε συμβεί. Και στην περίπτωσή μου αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση μιας και τίποτα δεν ήταν ακόμα τελεσίδικο. Οι στιγμές μου άλλοτε ήταν θάλασσα σε νηνεμία κι άλλοτε σε μεγάλη αναταραχή. Άλλοτε θάλασσες ολοκάθαρες και λαμπερές κι άλλοτε θάλασσες θαμπές πολιορκημένες από ομίχλη. Δεν ήξερα στη μάχη των ματιών μου ποιος θα ήταν νικητής και ποιος ηττημένος και δεν είχα χρόνο ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό το ερώτημα, αφού δεν μπορούσα να συμβάλλω στην ευοίωνη λύση του. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν αυτό που έκανα: Να ζω.

Όσο κι αν παρέλυα τις ώρες που έχανα την εικόνα του κόσμου, όσο κι αν πάγωνε το αίμα μου μέσα σ’ εκείνη την καταχνιά, μόλις ξανάβρισκα την όραση, η ψυχή μου και το σώμα μου ξεδιπλωνόταν σαν αιιλοροειδές που ετοιμάζεται για το μεγάλο του σάλτο. Αυτό έκανα: σάλτα πάνω από τις παγίδες του σκοταδιού που με απειλούσε. Μόλις συναντούσα τις φωτεινές οάσεις της μέρας μεθούσα από έναν πρωτόγνωρο έρωτα για ό,τι μπορούσα να δω. Έπεφτα στα γόνατα τις νύχτες και παρακαλούσα την Παναγία το ερχόμενο ξημέρωμα να αξιωθώ τον ήλιο. Έκλαιγα βουβά τις νύχτες στο μαξιλάρι μου όταν ο τρόμος με κυριαρχούσε και καταπολεμούσα τους φόβους μου φτιάχνοντας σχέδια για την επόμενη μέρα, να πάω εδώ, να πάω εκεί, να δω το ένα, το άλλο, ό,τι ήθελα να ξαναδώ και ό,τι γνώριζα πως αξίζει να το ζήσω μ’ αυτό το ανεκτίμητο αισθητήριο της όρασης. Συχνά δεν ακολουθούσα κανένα από τα προγράμματά μου. Αφηνόμουν και πήγαινα. Απλώς περπατούσα χωρίς λόγο και σκοπό. Αυτό το τόσο απλό πράγμα, αυτό το ανούσιο τίποτα, το έβρισκα συναπαρστικό. Και πάντα κάτι καινούριο ανακάλυπτα ή κάτι μου αποκαλυπτόταν. Συναντιόμουν με τα πράγματα, τη φύση, τα χρώματα. Κάθε συνάντηση είχε μέσα της ένα «καλωσόρισες» κι ένα «αντίο». Μια ζωή ολόκληρη είχε κάθε συνάντηση, κάθε τέτοια στιγμή μου. Αυτούς τους δύο μήνες ένιωσα βαθιά να ενηλικιώνομαι ρισκάροντας ανά πάσα στιγμή, ακροβατώντας πάνω στην αβεβαιότητα και παλεύοντας κάθε φορά να μην τα παρατήσω. Η πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι των ματιών μου γινόταν θαρρείς πάλη του έφηβου με τον γέρο, του ζωντανού με τον νεκρό, του θνητού με τον αθάνατο. Καθημερινά κατέβαινα στον άδη, καθημερινά έβγαινα απ’ αυτόν. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο πλήθαιναν οι καταβάσεις και μειώνονταν οι αναβάσεις. Κλεινόμυν περισσότερο στο δωμάτιό μου, δεν ήθελα να βλέπω τους δικούς μου φοβούμενος μη καταλάβουν τι περνάω. Παρακολουθούσα τις σκιές να μεγαλώνουν και κάποτε τις έβλεπα τέρατα μοχθηρά να απλώνονται πάνω μου και να ζητούν να με πνίξουν. Ο ύπνος μου γέμιζε εφιαλτικές αγωνίες. Το μυαλό μου προσπαθούσε να καταμετρήσει και να χωρέσει όλα αυτά που θα έχανα αν έχανα το φως μου. Όμως όσο και να προσπαθούσα δεν χωρούσαν μέσα του όλα αυτά που αγαπούσα. Τίποτα δε μετριόταν. Η ταφόπλακα της απελπισίας μπροστά στο ενδεχόμενο της πιθανής απώλειας άρχισε όλο και συχνότερα να ζητά τον ενταφιασμό της ζωής μου ενόσω ήταν ακόμα ζωή.

Αφού έκλεισαν τα σχολεία για το καλοκαίρι, ένα βράδυ το έβαλα πείσμα πως δεν θα τα παρατήσω. Αποφάσισα να πάω κόντρα στην απόγνωση κι ήταν εκείνο το βράδυ που άνοιξα το ντουλάπι μου και πήρα πάλι στα χέρια μου τα γράμματα του παππού. Ώρα πολλή τα κρατούσα, αναποφάσιστος αν είχε έρθει η ώρα να τα διαβάσω ή έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμα. Όμως μέσα μου κάτι μού έλεγε για μια ακόμη φορά να μην αναβάλω. Κρατούσα το λίπασμα που έγινε ο παππούς για χάρη μου και ήμουν εγώ το νέο δέντρο που το λίπασμα τού ήταν απαραίτητο: να μεγαλώσω, να καταλάβω, ν’ ανθίσω και κάποτε να καρπίσω τους δικούς μου καρπούς με τη βοήθειά του. «Ποιος ξέρει τι ξημερώνει αύριο; Ξέρω αν θα μπορώ ή δεν θα μπορώ; Τώρα λοιπόν. Τώρα.».

Έλυσα τον σπάγκο, ξετύλιξα το κίτρινο χαρτί που τύλιγε τα γράμματα και τα κοίταξα με δέος σαν να είχα μπροστά μου το χειρόγραφο της αρχέγονης Βίβλου. Όλα ήταν κιτρινισμένα απ’ την πολυκαιρία. Όλα, εκτός από ένα που πάνω στο φάκελο με τρεμουλιαστά γράμματα στο όνομα του παραλήπτη είχε γραμμένο το δικό μου. Το άνοιξα τρέμοντας. Με δυσκολία έβγαζα τα παλλόμενα, απ’ την αρρώστια και τα κύματα μιας πολυτάραχης ζωής, γράμματα του παππού.

ΠΗΓΗ 1: Κεφ.  22ο, Monday, January 18, 2010,   http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/22.html

ΠΗΓΗ 2:   Κεφ.  23ο, Friday, January 22, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/23.html