Το Συμβάν: Κεφ 19ο – 21ο

Το Συμβάν:  Κεφ 19ο, 20ο, 21ο

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

Κεφ. 19ο

19. Ξημέρωσε. Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Η αγωνία μου δεν μ’ άφησε στιγμή να χαλαρώσω. Με δάγκωνε σα λυσσασμένο σκυλί που δηλητηρίαζε το αίμα μου. Και μόνο στην σκέψη πως θα έβγαζα τους επιδέσμους και δεν θα έβλεπα τρελαινόμουν. Το σώμα μου είχε μετατραπεί σε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Τεντωμένο. Φορτισμένο. Άκαμπτο.

 Χτύπησε η Αγγελική την πόρτα.

 -Καλημέρα μικρέ πρίγκιπα! Άντε, σήκω. Ώρα να πιεις το γάλα σου και να φύγουμε μη χάσουμε το λεωφορείο.

Σηκώθηκα. Ήμουν ντυμένος από ώρα και την περίμενα. Είχε πείσει τους γονείς μας να μας αφήσουν μόνους στο νοσοκομείο. Έτσι κι αλλιώς μας είχαν προετοιμάσει πως επρόκειτο για μια απλή διαδικασία. Θα έβγαζα τους επιδέσμους, θα με εξέταζε ο οφθαλμίατρος και μετά θα γυρίζαμε σπίτι. Κοντά της ένιωθα μια σιγουριά. Ήταν ψύχραιμη η Αγγελική και δυνατή. Μπορούσε σαν έμπειρος καπετάνιος να κουμαντάρει το καράβι σε μεγάλες φουρτούνες. Της είπα να κατέβει και να με περιμένει. Ήθελα πρώτα να δω τον παππού. Μπήκα δειλά στο δωμάτιό του, αλλά δεν προχώρησα.

 -Πάω παππού…

-Πήγαινε γιε μου… θα σε περιμένω… η Παναγιά μαζί σου…

Ήπια το γάλα ανόρεχτα. Σαν πέτρα μού κάθισε στο στομάχι, αλλά το ήπια μονορούφι και δεν είπα τίποτα να μην στεναχωρηθεί η μάνα μου. «Άντε παλικάρι μου, με το καλό», είπε και με φίλησε στο μάγουλο χτυπώντας μου ελαφρά την πλάτη. Με χαιρέτισαν όλοι. Όλοι ήταν εκεί, εκτός από την Καλλιόπη που είχε ήδη πάει στη μοδίστρα. Ένιωσα την αγωνία τους σ’ αυτόν τον χαιρετισμό. Πήραμε το λεωφορείο, φτάσαμε στην Χώρα και μπήκαμε στο νοσοκομείο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ακολουθούσα την Αγγελική που με είχε γερά πιασμένο απ’ το μπράτσο. Μας πέρασαν σ’ ένα δωμάτιο και μ’ έβαλαν να ξαπλώσω σ’ ένα πολύ στενό κρεβάτι. Η νοσοκόμα που μας οδήγησε εκεί πήγε και φώναξε το γιατρό.

 -Πώς σε λένε καλό παιδί; ρώτησε ο γιατρός.

-Ισίδωρο.

-Ωραίο όνομα! Μη φοβάσαι Ισίδωρε, δεν θα πονέσεις καθόλου.

Μα δε φοβόμουν μη πονέσω. Ούτε για μια στιγμή δεν μ’ απασχόλησε αυτό. Άλλο φοβόμουν. Ένα ένα ξεκολλούσε τα λευκοπλάστ κι η καρδιά μου ξεκολλούσε απ’ το στέρνο μου μαζί τους. Ανέβαινε στο λαρύγγι. Έβγαλε πρώτα τους επιδέσμους που είχα στο μέτωπο. Έβγαλε όλα τα ράμματα, το μελέτησε προσεκτικά κι ύστερα το ψηλάφισε.

-Μμμ… έχεις ακόμα μέσα μερικά υπολείμματα… πρέπει κάποια στιγμή να ξαναγίνει δεύτερη επέμβαση… να το καθαρίσουμε όσο μπορούμε….

 Δεν μ’ ένοιαζε το μέτωπο ό, τι κι αν είχε μείνει μέσα. Δεν μ’ ένδιέφερε καν αν θα έμεναν σημάδια.

 -Τώρα που θα βγάλω τους επιδέσμους απ’ τα μάτια, να τα ανοίξεις σιγά σιγά. Ό, τι και να γίνει, ό, τι και να δεις, όπως και να το δεις, μην τρομάξεις. Όλα θέλουν χρόνο. Αδερφή, κλείσε τις κουρτίνες, έχει πολύ φως, δεν κάνει.

Με το που έβγαλε ο γιατρός τους επιδέσμους προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά δεν άνοιγαν με τίποτα. Ήταν σα σφραγισμένα. Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλλα πήγαινε χαμένη. «Φαντάσου να μην μπορέσω καν να τ’ ανοίξω… Αυτό δεν το είχα υπολογίσει…». Ο γιατρός πήρε βαμβακάκι και το βούτηξε μέσα σ’ ένα ζεστό υγρό, ίσως να ήταν χαμομήλι ή κάποιο αντισηπτικό. Μου τα καθάρισε πολύ απαλά και προσεκτικά και μετά με τον αντίχειρά του προσπάθησε να σηκώσει το βλέφαρο από το δεξί μου μάτι. Όταν αυτό άρχισε να ανοίγει, έκανε το ίδιο και με το αριστερό.

 -Θέλω να μου περιγράφεις ακριβώς λεπτό το λεπτό τι θα βλέπεις.

-Ένα θαμπό φως… γεμάτο σκιές… γραμμές… ευθείες φωτεινές… μαύροι κύκλοι που μπλέκονται μεταξύ τους… σαν να παλεύει το φως με το σκοτάδι…

-Τι ωραία που το λες… Εμένα πώς με βλέπεις;

-Μια μαύρη σκιά μέσα σε φωτεινό κύκλο…

-Εντελώς μαύρη;

-Όχι, όχι εντελώς μαύρη… ίσως γκρι… υπάρχει λίγο φως στη σκιά σας, αλλά δεν διακρίνω χαρακτηριστικά…

-Είναι νωρίς για να διακρίνεις χαρακτηριστικά, αυτό θα έρθει σιγά σιγά, προς το παρόν είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι, όλα πηγαίνουν πολύ καλά. Σήκω κι έλα μαζί μου να σε εξετάσω λίγο τώρα.

 Άρχισα πάλι να αναπνέω. Μέχρι να ανοίξω τα μάτια κρατούσα την ανάσα μου όπως όταν έκανα βουτιές στη θάλασσα. Όλη αυτή την ώρα η Αγγελική μού κρατούσε το δεξί χέρι και μου το έσφιγγε δυνατά. Σηκώθηκα με μια ανακούφιση αν και ακόμα είχα αρκετή αγωνία. Κάθισα μπροστά σ’ ένα μηχάνημα και κοίταξα μέσα από δύο τρύπες. Από την άλλη μεριά κάθισε ο γιατρός για να εξετάσει τα μάτια μου.

 -Μάλιστα… φαίνεται πως όλα πηγαίνουν καλά… το δεξί μάτι φαίνεται να είναι σε καλύτερη κατάσταση από το αριστερό. Εντάξει Ισίδωρε, τελειώσαμε. Θα ξανάρθεις μετά από τρεις μέρες να σε ξαναδώ. Μέσα σε τρεις μέρες πρέπει να βλέπεις σχεδόν κανονικά. Μην εκτίθεσαι στον ήλιο και όταν κουράζεσαι να ξαπλώνεις λίγο και να τα κλείνεις. Κάνε λίγη υπομονή και μην έχεις άγχος, εντάξει;

 Μου χάιδεψε το κεφάλι και βγήκαμε έξω. Με το που βγήκαμε η Αγγελική με αγκάλιασε σφιχτά κι ένιωσα ένα τράνταγμα στο σώμα μου από το στέρνο της, σαν να πήγε να κλάψει και συγκρατήθηκε.

Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα αχόρταγα δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να αναγνωρίσω τα σπίτια, τα χωράφια, τους δρόμους. Όλα αυτά που γνώριζα σπιθαμή προς σπιθαμή. Οι όγκοι υψώνονταν μεγάλες σκιές και όλα τ’ άλλα, οι δρόμοι, οι δεντροστοιχείες και τα χωράφια, εκτάσεις θαμπού φωτός γεμάτου γραμμές και κηλίδες που μπερδεύονταν διαρκώς σ’ έναν ακανόνιστο χορευτικό ρυθμό. Είχα όμως την αίσθηση του φωτός μαέστρο μέσα σε όλη αυτήν την άναρχη ορχήστρα των διαβαθμίσεων του μαύρου κι αυτό λίγο λίγο μου επέστρεφε το χαμένο μου χαμόγελο.

Παρακάλεσα την Αγγελική να μου λέει επακριβώς από ποιο σημείο περνάμε κάθε φορά και το έκανε με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι με βοηθούσε να φαντάζομαι τα πράγματα όπως τα θυμόμουν κι ας μην τα έβλεπα καθαρά. Έτσι συμπλήρωνα κομματάκι κομματάκι το παζλ του κόσμου μέσα στο κάδρο του μυαλού μου.

Φτάσαμε στο σπίτι. Η Αγγελική τούς είπε τα νέα με όλες τις λεπτομέρειες. Χαρές και πανηγύρια. Η μάνα μου άρχισε να κλαίει και να σταυροκοπιέται συνεχώς λέγοντας: «Δόξα σοι ο Θεός!». Η Ιουλία γελούσε, χτυπούσε σα μικρό παιδί τα χέρια της κι έλεγε: «Μπράβο, μπράβο, επιτέλους!» Ο πατέρας μου χαιρόταν κι αυτός αλλά δεν έλεγε τίποτα, ήταν από χαρακτήρα κλειστός άνθρωπος, κι όταν ήρθε κι η Καλλιόπη με γέμισε φιλιά και μου χάρισε ένα μαξιλαράκι που είχε φτιάξει για μένα. Μου περιέγραψε τι είχε ράψει και τι είχε κεντήσει πάνω του, γιατί ακόμα δεν μπορούσα να δω τις λεπτομέρειες: ένας κήπος γεμάτος μαγικά λουλούδια, παράξενα σαν εξωτικά, με δέντρα αλλόκοτα και πολύχρωμες πεταλούδες κι ένα σωρό παιδιά που έπαιζαν μες στον κήπο κρυφτό κρατώντας στα χέρια πολύχρωμες κορδέλες.

Θυμήθηκα την ιστορία του κυρίου Ιωάννη γιατί η περιγραφή αυτού του υπέροχου εργόχειρου, μού θύμισε πολύ την χώρα που ονόμαζαν Καρδιά. Κι έτσι όταν καθίσαμε όλοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας που με τα χέρια του είχε φτιάξει κάποτε ο π ατέρας μου από ξύλο πεύκου, τους διηγήθηκα την ιστορία της πιο όμορφη πολιτείας του κόσμυ.

 -Γιε μου, είπε η μάνα μου, τι ωραία που μας τα είπες. Σαν να άκουγα τον κύριο Ιωάννη κι ακόμα καλύτερα.

 – Αυτή η ιστορία, είπε αρκετά συνεσταλμένα η Ιουλία, είναι σαν παραβολή, έτσι δεν είναι Αγγελική;

–  Πες μου Ιουλία πώς την καταλαβαίνεις, την ρώτησα.

–  Η καρδιά μας δεν είναι γεμάτη βουνά επιθυμίες; Θάλασσες όνειρα, δάσος μαγικό δεν ήταν τα παιδικά μας χρόνια; Δεν είναι γεμάτη ανθρώπους και σπίτια που ζητάμε να χωρέσουμε, αλλά για να γίνουν όλα ένα πρέπει να ανοίξουμε όλοι τα παράθυρα και τις πόρτες μας και να πλέξουμε, σαν τις γιρλάντες που περιγράφεις, τα χέρια μας; Βαπτισμένη μέσα στο άγιο νερό της αγάπης δεν έχουμε πάντα στραμμένο το βλέμμα μας στην ανατολή;

–  Ανατολή ανατολών… που λέει και το τροπάρι, πρόσθεσε η Αγγελική.

–  Και γιατί είναι άφυλο το ξωτικό Ιουλία, πώς το καταλαβαίνεις αυτό, τη ρώτησα σχεδόν θαμπωμένος με τις ερμηνείες της, γιατί δεν είχα συνηθίσει να την ακούω να μιλά έτσι.

–  Έχει φύλο η καρδιά Ισίδωρε; Αυτό δε θέλει και πολύ μυαλό. Φύλο έχει το σώμα, όχι η καρδιά. Ειδικά όταν βαφτίζεται στα νερά της αγάπης, αυτής που έρχεται από την Ανατολή… Μακάρι να έρθει κι από δω αυτός ο κύριος να τον γνωρίσουμε κι εμείς.

–  Μακάρι, απάντησα και σηκώθηκα. Πάω τώρα στον παππού, τα λέμε αργότερα.

Μόνος μου πήγα. Αφού διέκρινα τους όγκους και τα διαφορετικά επίπεδα, έστω και σαν μεγάλες σκιές, μπορούσα να τα καταφέρω. Βγήκα απ’ την κουζίνα στην αυλή, ανέβηκα την εξωτερική σκάλα πιάνοντας την κουπαστή για σιγουριά και μπήκα στο πάνω σπίτι. Ο παππούς με περίμενε.

 -Καλώς τα μάτια μου τα δυο…, είπε ευδιάθετος.

 Κάθισα στο κρεβάτι και του τα είπα όλα με τη σειρά. Όσα έγιναν κι όσα σκέφτηκα. Για όσα φοβήθηκα. Όλα.

-Είσαι λεβέντης γιε μου… έχεις μεγάλη δύναμη στα σπλάχνα…

-Όμως ακόμα φοβάμαι, παππού. Δεν ξέρω…

-Αφού θέλει λίγες μέρες… θα περιμένουμε… πάντως τώρα βλέπεις… φως… κι αυτό… είναι το πιο σπουδαίο γιε μου… Βγες… περπάτα… κάνε μια βόλτα… πάρε κι ένα κορίτσι να σε βοηθά… μην κάθεσαι εδώ μέσα… κι όταν θα καθαρίσουν τελείως τα μάτια… αν θέλεις… κάτσε και γράψε… θα σε ξεκουράσει… θα σε βοηθήσει… να τα καταλάβεις όλα… καλύτερα…

Κεφ. 20ο

20. Μέρα με τη μέρα η όρασή μου βελτιωνόταν. Άρχισα να διακρίνω λεπτομέρειες στα πρόσωπα και στα πράγματα. Όταν μετά από τρεις μέρες πήγαμε στο νοσοκομείο ο γιατρός ήταν ενθουσιασμένος. Ήμουν σχεδόν καλά. Πλημμύριζα ευγνωμοσύνη για το κάθε τι.

 Με το πρώτο φως της μέρας που έμπαινε από το πάντοτε ανοιχτό μου παράθυρο άνοιγα τα μάτια κι έλεγα: «Ξημέρωσε… το βλέπω… φως… ναι… το βλέπω και σήμερα…». Κάθε τι το κοιτούσα σαν να το έβλεπα πρώτη φορά. Κάθε τι μου φαινόταν όμορφο, πολύ όμορφο. Παρατηρούσα λεπτομέρειες που ποτέ πριν δεν είχα προσέξει. Σαν να είχα έρθει από έναν άλλο πλανήτη και ξαφνικά προσγειώθηκα στη γη, στην Ελλάδα, στη Χίο, στον Κάμπο, στο σπίτι μου. Η χαρά που με πλημμύριζε δεν περιγράφεται. Το μυαλό μου ανέπνεε και πάλι.

«Το φως είναι η ανάσα του μυαλού» έγραψα ένα βράδυ στο τετράδιό μου και μετά πήγα κατευθείαν στον παππού. Ήθελα να τον δω, να του μιλήσω, να τον ακούσω.

Πέρασα όλη τη νύχτα κοντά του ξάγρυπνος. Πότε κοιμόταν πότε ξυπνούσε, φράσεις του έμεναν μισοτελειωμένες, μετέωρες πάνω απ’ το χάος της αρρώστιας, μα δε με πείραζε. Δεν χόρταινα να τον κοιτώ κι ας είχε αποστεωθεί πλήρως. Είχε ησυχάσει με την εξέλιξη της κατάστασής μου και τώρα ήξερα καλά πως ήταν έτοιμος να φύγει. Δεν θ’ αργούσε. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε άλλη μεταβολή στην όρασή μου, -πράγμα για το οποίο δεν ήμουν καθόλου σίγουρος και είχα βαθιά μέσα μου έναν αδιόρατο φόβο-, εκείνος θα έφευγε σύντομα. Το ένιωθα. Για πόσο καιρό ακόμα θα έβλεπα το γλυκό του πρόσωπο; Για πόσες ώρες ή μέρες θα μ’ άγγιζαν αυτά τα χέρια ίδια φτερά αγγέλου; Για πόσο θα άκουγα τις λέξεις του τις καθαρές, τις ντόμπρες, γεμάτες αγάπη, ποίηση γνήσια; Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Μόνο τον κοιτούσα και συλλογιζόμουν. Χίλιες σκέψεις κι άλλες χίλιες βροχή στο διψασμένο χώμα του μυαλού μου.

Με το πρώτο φως της νέας μέρας πήγα στο σπίτι της Ελισώς. Κλειστό, αραχνιασμένο. Χέρσος ο κάποτε περιποιημένος κήπος του. Κοιτούσα το σφραγισμένο της παράθυρο, το φανταζόμουν ν’ ανοίγει διάπλατα, να προβάλλει από μέσα η αγάπη μου, να μου χαμογελά και να φωνάζει «καλημέρα αγόρι μου» με την τραγουδιστή φωνή της. Να κατεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα για να πάμε άλλη μια βόλτα. Όμορφη όσο ποτέ άλλοτε, μου κρατούσε το χέρι και τρέχαμε, τρέχαμε, αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν, χαϊδευόμασταν, τραγουδούσαμε, χορεύαμε κι όλα ήταν όπως πρώτα κι ακόμα καλύτερα…

Τίποτα δεν ήταν όπως πρώτα. Η Καλλιόπη μού είπε, πως, η Ελισώ βρισκόταν ήδη στο Λονδίνο εσώκλειστη σε ένα μεγάλο, αυστηρό σχολείο. Πως ο πατέρας της είχε ξαναπαντρευτεί μια γυναίκα είκοσι χρόνια μικρότερή του και πως ο Γιώργης, όπως μάθαινε από φίλες της στη Χώρα, είχε αλλάξει πολύ: Δεν μιλούσε σε κανέναν, δεν έβγαινε από το σπίτι παρά μόνο για το σχολείο και δεν τολμούσε να τον πλησιάσει κανείς. Είχε γίνει σωστό αγρίμι. Τα νέα είχαν μαθευτεί όχι μόνο σε όλη τη Χώρα, αλλά σε όλο το νησί. Αυτό μου το επιβεβαίωσε και η Αγγελική που μου είπε πως ο ίδιος ο γιατρός τής είχε εκμυστηρευτεί πως ήδη ήξερε καλά το περιστατικό πολύ πριν ζητηθεί το ραντεβού από το νοσοκομείο που με χειρούργησαν και το οποίο θέλω ολότελα να σβήσω απ’ τη μνήμη μου. Έλεγαν πως αργά ή γρήγορα θα μετακομίσει όλη η οικογένεια στην Αθήνα. Η τοπική κοινωνία άλλοτε μέσα από ψιθύρους κι άλλοτε μέσα από ανοιχτές κουβέντες, τους κατέκρινε. Ο πατέρας τους δεν φαινόταν διατεθειμένος ούτε ένα «συγνώμη» να ζητήσει εκ μέρους του γιου του στην οικογένειά μου. Δεν έκανε καμία κίνηση που να φανερώνει έστω μια καλή διάθεση, λίγη κατανόηση, ένα δείγμα μεταμέλειας. Η μεγάλη αδυναμία που είχε στον Γιώργη τον είχε τυφλώσει τελείως. Ήταν με το μέρος του γιου του και τον δικαιολογούσε. Την απόρριψη όμως της κοινωνίας δεν μπορούσε να την υποφέρει. Και αυτή η απόρριψη αυξάνονταν όσο αυξανόταν και η δική του αμείλικτη, σκληρή, ανάλγητη στάση.

Έκοψα λίγα λουλούδια του δρόμου και τα άφησα μπροστά στην σκουριασμένη εξώπορτα. Ήξερα πως δεν θα τα έβρισκε ποτέ η Ελισώ, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Εγώ τα άφησα και γύρισα στο σπίτι. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Ενώ η χαρά μου ήταν μεγάλη που επιτέλους έβλεπα πάλι τον κόσμο απ’ την αρχή, ο κόμπος που υπήρχε βαθιά μέσα μου δεν έλεγε να λυθεί. Μια φωνή μου ψιθύριζε επιτακτικά: «κάνε σήμερα αυτό που μπορείς, γιατί αύριο δεν ξέρεις τι ξημερώνει».

Πήρα το τετράδιο που κρατούσα όλες μου τις σημειώσεις. Σ’ αυτό το μικρό μπλε τετράδιο έγραφα τα ποιήματά μου και ό, τι άλλο μου ερχόταν στο κεφάλι και δεν ήθελα να ξεχάσω. Έτσι ξεκίνησα να γράφω την ιστορία μου, γιατί η ιστορία μου ξεκινά από τη στιγμή που γνώρισα και αγάπησα την Ελισώ. Δεν ήθελα να ξεχάσω στιγμή απ’ ό, τι έζησα μαζί της. Η γραφή σαν ποτάμι ξεχείλιζε από μέσα μου και τώρα που είχα ξανά την ευκαιρία και την δυνατότητα να το χειριστώ, να το οδηγήσω σε κανάλια που θα μου επέτρεπαν όποιο κι αν ήταν το μέλλον μου, να μη σβηστεί από μέσα μου το παρελθόν μου, έγραφα πάλι. Για να τα καταλάβω όλα καλύτερα, όπως ακριβώς μου είχε πει ο παππούς. Να καταλάβω τον εαυτό μου, τους άλλους, τον κόσμο, αυτήν την παράξενη, γοητευτική και συνάμα τραγική ζωή που στα δεκαεφτά μου χρόνια πρόλαβα να δω καθαρά και τα δυο της πρόσωπα.

Για όλους αυτούς τους λόγους γράφω και στην πραγματικότητα για κανέναν από όλους αυτούς. Δεν θα κρύψω την αλήθεια. Γράφω για την Ελισώ. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να με γνωρίσει η Ελισώ που αγάπησα όσο δεν πρόλαβε να με γνωρίσει. Να διαβάσει όσα δεν πρόλαβα ή δεν μπόρεσα ποτέ να της πω. Σ’ αυτήν μιλώ και γι’ αυτήν γράφω. Ας μη φαίνεται πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα τεράστιο γράμμα στην αγαπημένη. Πιστεύω πως μια μέρα αυτό το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της. Ίσως να περάσουν χρόνια πολλά, δεν έχει σημασία, μια μέρα, μια νύχτα, κάποια στιγμή θα φτάσει. Το πιστεύω με την ίδια δύναμη που πιστεύω στα θαύματα. Και γι’ αυτό όσο βλέπω θα γράφω.

Ενώ έγραφα αυτές τις τελευταίες λέξεις, χτύπησε η πόρτα. Μπήκε η μάνα μου μ’ έναν άγνωστο κύριο. «Θυμάσαι τον κύριο Ιωάννη»; Σηκώθηκα και τον κοίταξα βαθιά στα μάτια προσπαθώντας να ταυτίσω την φωνή που μου είχε διηγηθεί το πιο ωραίο παραμύθι που άκουσα ποτέ μου με το πρόσωπο που είχα μπροστά μου. Ένα πρόσωπο ευγενικό με σκαφτά βαθουλωτά μάτια, μέτωπο πλατύ, δυνατό, χείλη λεπτά και λίγα μαύρα μαλλιά που επέτρεπαν ευδιάκριτα τα ίχνη μιας φαλάκρας. Ψηλός και αδύνατος με άκρα κάπως αστεία υπερβολικά μακριά, προχώρησε και μου έσφιξε το χέρι:

-Γεια σου Ισίδωρε! Χαίρομαι πολύ που ανταμώνουμε ξανά. Κι ακόμα περισσότερο χαίρομαι που σε βλέπω, αλλά με βλέπεις κι εσύ!

Του έσφιξα με θέρμη το χέρι και με μία ανεξήγητη συγκίνηση.

-Κι εγώ χαίρομαι πάρα πολύ!

-Σας αφήνω να τα πείτε με την ησυχία σας, είπε η μάνα μου και κατέβηκε στην κουζίνα.

Κεφ. 21ο

21. Μετά την πρώτη μας συνάντηση, πολλές φορές είχε έρθει στο νου μου αυτός ο άνθρωπος. Δεν ξέρω τι ακριβώς μου είχε κάνει τόση εντύπωση. Είχε όμως έναν τρόπο που από την πρώτη δτιγμή με είχε μαγέψει. Ένα φως που το εξέπεμπε ακόμη και σε μάτια κλειστά. Ήθελες να είσαι κοντά του. Και μπορούσες να είσαι κοντά του όπως ήσουν: Ο εαυτός σου, χωρίς προσχήματα, τύπους, ντροπές. Ο εαυτός σου ατόφιος.

Αφού πρώτα τον ξενάγησα στο σπίτι, κατεβήκαμε στο περιβόλι και του έδειξα ένα ένα όλα τα δέντρα του περιβολιού μας Καθίσαμε στο ξύλινο παγκάκι που βρισκόταν ακριβώς μπροστά στην αγαπημένη μου πορτοκαλιά κι εκεί καθισμένοι, άρχισε να μου περιγράφει τις μέρες που πέρασε στα μαστιχοχώρια και κυρίως στο Πυργί. Γεμάτος ενθουσιασμό μου έλεγε πόσο τον εντυπωσίασε ο τρόπος παραγωγής και επεξεργασίας της μαστίχας, με το χάραγμα των σχοίνων την εποχή του κέντους, που πάλι πλησίαζε. Όλα αυτά που μου έλεγε δεν μου ήταν άγνωστα, αλλά σε όλα έδινε μια ξεχωριστή ζωντάνια και οι λέξεις του είχαν μια πρωτόγνωρη γεύση. Όλες αυτές τις δουλειές, που τόσο καλά γνώριζα, στην περιγραφή του κυρίου Ιωάννη, τις ανακάλυπτα απ’ την αρχή. Ήξερα πως πάνω από εικοσιπέντε φορές χαράζουν οι μαστιχοπαραγωγοί τον κορμό του θαμνοειδούς δέντρου για να τρέξει το πολύτιμο δάκρυ, άλλοτε μικρό σαν ανθρώπινο κι άλλοτε μεγάλο σαν καμήλας, να το μαζέψουν αφού στεγνώσει, και μετά να το «ταχταρίσουν» οι γυναίκες σε μεγάλα ταψιά για να μείνουν καθαρά τα δάκρυα από φύλλα, χώματα και πετρούλες, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ αυτό που πρόσθεσε σαν δικό του σχόλιο, πως, τα δάκρυα έχουν αξία μόνο αν είναι καθαρά. Ήξερα πως μετά το πλένουν, το στεγνώνουν ξανά, και πάλι απ’ την αρχή, αλλά δεν ήξερα πως μέσα από την άχαρη επανάληψη, όπως μου είπε, φτάνεις πολλές φορές να πλησιάσεις την τελειότητα. Μέσα από τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα, είχε την ικανότητα να συλλαμβάνει νοήματα που φώτιζαν κρυμμένες πλευρές της ζωής. Στο τέλος, μου μίλησε για τους ανθρώπους που γνώρισε και την αγωνία τους τέτοια εποχή μη πιάσει βροχή και καταστραφεί όλη η παραγωγή και πεινάσουν το χειμώνα ολόκληρα χωριά. Ο συγγραφέας ανακάλυπτε τον οικείο μου τόπο και όσο τον άκουγα τον ανακάλυπτα κι εγώ μαζί του απ’ την αρχή. Και αφού μου είπε ό, τι άλλο τον είχε μαγέψει -γιατί αυτός ήταν ένας άνθρωπος που επέτρεπε στον εαυτό του να μαγευτεί-, ήρθε η ώρα να τον ρωτήσω αυτό που ήθελα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας.

-Τι είναι το ταξίδι;

Εγώ δεν είχα ταξιδέψει. Άλλους τόπους δεν γνώρισα εκτός από τον τόπο που μεγάλωσα. Τόσα χρόνια με είχε ταξιδέψει βέβαια ο παππούς με τις διηγήσεις του και μαζί του είχα γυρίσει σχεδόν όλον τον κόσμο, αλλά ήθελα να καταλάβω τι είναι το ταξίδι για έναν συγγραφέα και μάλιστα ειδικά γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι πως όλα αποκτούν ένα άλλο νόημα ανάλογα με το βλέμμα που πέφτει πάνω τους. Κι εμένα το βλέμμα αυτού του ανθρώπου με ενδιέφερε πολύ, -σαν να μου ταίριαζε.

Μέσα από την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας μου, άρχισα να αναρωτιέμαι περισσότερο και πιο επίμονα πάνω σε πράγματα αυτονόητα. Πράγματα που κάποτε νόμιζα πως καταλαβαίνω. Ξανακοιτούσα τη ζωή με καινούριο βλέμμα, κι αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο που το ένιωθα μέχρι το μεδούλι μου. Κοιτούσα τον κόσμο σαν παιδί που μόλις γεννήθηκε και τα μαθαίνει όλα από την αρχή. Έχει για όλα απορίες. Δεν καταλαβαίνει τίποτα και διψά ανελέητα να μάθει ό, τι αφορά αυτή τη μυστήρια ιστορία που την ονομάζουμε ζωή. Ψάχνει την αλήθεια της και μαζί την δική του αλήθεια. Σίγουρα αν κάποιος με άκουγε να ρωτώ τι είναι ταξίδι, θα γελούσε και θα έλεγε πως πρόκειται για μια εντελώς ηλίθια ερώτηση. Για μένα όμως είχε σημασία. Εξάλλου, ηλίθιες ερωτήσεις δεν υπάρχουν και ο κύριος Ιωάννης σ’ αυτό συμφωνούσε απόλυτα μαζί μου.

Τα ταξίδια πάντα με γοήτευαν πολύ, μα τώρα περισσότερο από ποτέ. Τι είναι όμως ένα ταξίδι; Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να θέλει τόσο πολύ να ταξιδέψει; Τι προσθέτει στη ζωή του; Από πού ξεκινά αυτή η διακαής επιθυμία του; Σ’ αυτά τα ερωτήματα αισθανόμουν πως μόνον ο κύριος Ιωάννης μπορούσε να μου δώσει απαντήσεις και δεν θα έχανα την ευκαιρία να τον ρωτήσω τώρα που τον είχα μπροστά μου δεύτερη φορά. Είχα αποφασίσει να μην χάνω πια καμία ευκαιρία που θα ξεδιψούσε την ψυχή μου. Μέσα στην νέα μου πραγματικότητα ζούσα χωρίς καμιά βεβαιότητα πως το επόμενο λεπτό θα συνέχιζα να ζω. Έβλεπα, σαν την επόμενη στιγμή να μην ήξερα αν θα ξαναδώ. Αυτό το αίσθημα είχε κυριέψει ό, τι έκανα, ό, τι άγγιζα, ό, τι σκεφτόμουν, ό, τι συναντούσα. Και είχε δώσει ένα άλλο νόημα στην κάθε μου στιγμή. Καταλάβαινα πως τλεικά όσα μαθήματα κι αν πάρει κανείς, ακόμα κι από έναν μεγάλο δάσκαλο σαν τον παππού του, τα πιο αληθινά και ουσιαστικά σου τα δίνει η ίδια η ζωή. Αν δεν βιωθούν, θα μένουν πάντα κάποια θεωρητικά μαθήματα στα οποία όσο κι αν προσπαθείς δεν θα καταφέρεις ποτέ τίποτα περισσότερο από το να τα παπαγαλίσεις. Κι έτσι θα μένουν κενά από νόημα. Λέξεις μιας γλώσσας νεκρής που κανείς πια δε μιλάει.

 -Το ταξίδι είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ξεκίνησε να λέει μ’ εκείνη την ήσυχη φωνή του που μπορούσε να γαληνέψει ανταριασμένη θάλασσα. Όταν ταξιδεύεις για να φτάσεις σ’ έναν τόπο, γρήγορα συνειδητοποιείς πως διανύεις αχανείς αποστάσεις για να συναντήσεις τον εαυτό σου. Κάθε διαδρομή και κάθε τόπος φωτίζει τα εσωτερικά σου τοπία: των εμπειριών, των σχέσεων, των σκέψεων, ακόμη και του χαρακτήρα σου. Οι καινούριοι τόποι ανοίγουν πόρτες δωματίων του είναι σου που την ύπαρξή τους αγνοούσες. Μπαίνεις και σεργιανάς μέσα τους σαν παιδί που ανακαλύπτει μια σοφίτα γεμάτη καινούρια παιχνίδια. Διακατέχεσαι από τον ενθουσιασμό του παρθενικού βλέμματος που στέκεται πάνω σε ό, τι βλέπει μ’ έναν πρωτόγνωρο θαυμασμό, παντελώς ανίκανο να διακρίνει το κακό, το ελαττωματικό, το άσχημο. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν επισκεφτείς για πρώτη φορά έναν τόπο.

-Έχει διαφορά η πρώτη φορά από τη δεύτερη ή την τρίτη;

-Οι τόποι που επισκέπτεσαι για δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη φορά γίνονται λίγο λίγο απαιτητικοί, όπως μια ανθρώπινη σχέση, καθώς αναπτύσσεται στον χρόνο. Αρχίζουν να αποκτούν δικαιώματα. Ζητούν να εδραιώσουν τη σχέση αυτή μέσα σου. Να την ξεκαθαρίσουν. Έχεις όπως σε όλα τα πράγματα, μόνον δύο επιλογές: ή αφήνεις ανοιχτή την πόρτα του δωματίου τους και τους κάνεις σιγά σιγά αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού σου, ή αποφασίζεις να κλείσεις πίσω σου οριστικά την πόρτα. Τους εγκαταλείπεις στο έλεος της αδηφάγου αράχνης που ονομάζεται λήθη.

–  Και πώς ξέρεις ποιους τόπους θα κάνεις δικούς σου και ποιους θα λησμονήσεις;

–  Συνήθως αυτό γίνεται μόνο του, ασυναίσθητα. Δεν εισαι εσύ που το αποφασίζεις. Αποφασίζεται κατά κάποιον τρόπο αυτοβούλως, ή οδηγείσαι βήμα βήμα σ’ αυτήν την απόφαση μετά από μια σειρά εσωτερικών αποκαλύψεων.

–  Δηλαδή;

–  Θα σου εξηγήσω. Κάποτε συμβαίνει επισκεπτόμενος δεύτερη φορά έναν τόπο που την πρώτη φορά λάτρεψες να αναρωτηθείς πανικόβλητος: εγώ ήμουν που αγάπησα και θαύμασα τόσο πολύ αυτόν τον τόπο; Βιαστικά κι από φόβο, ίσως αποφανθείς πως ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα που μέσα σε λίγα χρόνια φτάνεις να μην τον αναγνωρίζεις και γι’ αυτό δεν αισθάνεσαι να έχεις πια καμιά σχέση μαζί του. Όμως η αλήθεια είναι πως αν είσαι ένας γνήσιος ταξιδευτής, εσύ αλλάζεις πιο γρήγορα από τους τόπους και ό, τι σκέφτηκες πριν, ήταν ένα μεγάλο ψέμα προκειμένου να αποφύγεις την γυμνή διαπίστωση: δική σου είναι η αλλαγή και αυτός ο τόπος δεν είναι πια για σένα.

–  Μεγάλη απογοήτευση…

–  Μέσα από τέτοιες διαψεύσεις όμως πλησιάζουμε στην αλήθεια μας. Όσο κι αν είναι οδυνηρό, νομίζω πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Θα σου πω ένα προσωπικό μου παράδειγμα. Όταν πρωτοπήγα στη Βενετία γυρνούσα μαγεμένος μέσα στα στενά της δρομάκια. Απορούσα στα αδιέξοδα των δρόμων που αιφνιδιαστικά σταματούσαν μπροστά στο νερό σαν να βρισκόμουν μπροστά σε ανερμήνευτα θαύματα. Μεθούσα κοιτάζοντας τα σπίτια που τα θεμέλιά τους βυθίζονται στη θάλασσα κι έλεγα: «ζω ένα μελαγχολικό γλυκό παραμύθι φτιαγμένο από χώμα και νερό σ’ αυτήν την νεκρόπολη. Θέλω να κατοικήσω εδώ για πάντα».

–  Και κατοικήσατε;

– Ξαναπήγα δεύτερη φορά, σπρωγμένος από αυτήν την επιτακτική ανάγκη, να την ξαναδώ και να αποφασίσω οριστικά, αν όντως μπορώ να μείνω εκεί. Απομακρύνθηκα μέσα στις πρώτες κιόλας ώρες από τα στενά της δρομάκια και τα μαγευτικά αδιέξοδα, τα μικρά κανάλια με τις ονειρεμένες γόνδολες, τους αρρενωπούς γονδολιέρηδες ντυμένους μαύρα ξεκούμπωτα πουκάμισα που ταξίδευαν ερωτευμένα ζευγαράκια συνοδεία κάποιου μουζικάντη προκειμένου να ευθυμήσουν. Άφησα στην άκρη την αρχική μου επιθυμία και εμπιστεύτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη ένα βαθύ μου ένστικτό που το άφησα να με οδηγήσει, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιώ, στις προβλήτες. Πήρα το θαλάσσιο λεωφορείο κι έφτασα στο νησί Μουράνο, εκεί που σπουδαίοι τεχνίτες φτιάχνουν γλυπτά από φυσητό γυαλί. Βλέποντας τότε από απόσταση την αγαπημένη μου πόλη στο βάθος του ορίζοντα, είπα μέσα μου: «η Βενετία είναι από άμμο και φωτιά. Δεν μπορείς να ζήσεις την εύθραυστη ομορφιά της. Ή θα σε ρουφήξει η άμμος της για να σε πνίξει ή θα σε κάψει η φωτιά της. Στην καλύτερη περίπτωση, και μόνο με την προϋπόθεση πως είσαι ένας άξιος και έμπειρος τεχνίτης, μπορείς να την πλάσεις γυάλινη μνήμη που θα εκθέτεις στο σαλόνι της ύπαρξής σου έργο τέχνης για τα μάτια του κόσμου.

– Οπότε δεν ξαναπήγατε. Αποφασίσατε πως αυτή η πόλη δεν είναι για σας ή αποφασίστηκε αυτοβούλως από την σχέση σας.

– Κι όμως καμιά φορά δεν μπορούμε εύκολα να δεχθούμε έναν αποχωρισμό. Ζητούμε άλλη μια επιβεβαίωση. Επιδιώκουμε άλλη μια δοκιμασία. Μετανιωμένος γι’ αυτό που είχα εκστομίσει την δεύτερη φορά, πήγα και τρίτη και μάλιστα μετά από αρκετό καιρό. Ξεκίνησα το ταξίδι σχεδόν με μια ερωτική λαχτάρα σαν αυτή του εραστή που επιστρέφει μετά από χρόνια στην παλιά του ερωμένη: το σώμα που αγάπησε, το μύρισε, το περπάτησε, το έζησε μέσα από έναν καυτό πόθο. Πόθο που εξάντλησε ολόκληρο. Φτάνοντας όμως, συνέβη κάτι ολωσδιόλου απροσδόκητο. Με το που πάτησα το πόδι μου πάνω της μ’ έπνιξαν τα στενοσόκακα. Περπατούσα και σε κάθε στροφή του δρόμου σκόνταφτα πάνω σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών που ποτέ άλλοτε δεν είχα προσέξει. Η μπόχα της ήταν αφόρητη. Τα στίφη των τουριστών λόγχες αιχμηρές τρυπούσαν το σώμα μου και τότε είπα: «η Βενετία είναι μια πόρνη πολυτελείας. Πούλησε το κορμί και την ψυχή της στον διάβολο. Δεν έχω πια καμιά σχέση μαζί της. Η λάμψη της για μένα έσβησε». Κι ακόμα είπα: «δεν θα επιστρέψω ποτέ ξανά σ’ εσένα. Η εικόνα σου πόλη με πονά σαν ένα παρελθόν που δεν ωφελεί πλέον να ανασύρω από τη μνήμη γιατί δηλητηριάζει το παρόν. Δεν υπάρχεις και δεν θα υπάρξεις ποτέ ξανά για μένα. Δεν είσαι άμμος και φωτιά, άξια να σε πλάσω γλυπτό στη μνήμη μου. Δεν είσαι σπίτια, ούτε νερό. Η εικόνα σου σε προδίδει. Σε εξαπατά και σε ξεγελάει. Είσαι μονάχα οι γέφυρες που ενώνουν σπίτια με νερό κι εγώ αν γυρεύω μια γέφυρα δεν είναι καμιά απ’ τις δικές σου. Ψάχνω αυτήν που ενώνει χώμα με ουρανό.

– Κι έτσι καταλάβατε κάτι από τον εαυτό σας.

– Ναι, γιατί τότε μου αποκαλύφτηκε πως η πόλη αυτή ήταν πάντα τέτοια. Εγώ ήμουν ένας άλλος την πρώτη φορά, ένας άλλος την δεύτερη κι ένας άλλος την τρίτη. Εγώ ήμουν άμμος και φωτιά. Νερό και σπίτια. Γέφυρες των ανερμάτιστων αδιεξόδων μου. Κι ακόμα κατάλαβα πως ίσως δεν έχει τόση σημασία ο τόπος στον οποίο πηγαίνεις, όσο ο τόπος από τον οποίο ξεκινάς για να πας. Σημασία έχει από πού ξεκινάς. Γιατί την τρίτη φορά συνέβη να πάω στη Βενετία ερχόμενος από έναν τόπο πολύ διαφορετικό.

– Την έχω τόσο όμορφη τη Βενετία στο μυαλό μου που δεν μπορώ να φανταστώ τόπο ωραιότερο απ’ αυτήν.

– Κι όμως, όσο ταξιδεύέις γνωρίζεις, κι όσο γνωρίζεις γκρεμίζονται και χτίζονται μέσα σου εντυπώσεις, μύθοι, αισθήματα.

– Και ποιος ήταν αυτός ο ωραιότερος τόπος, ο τόσο διαφορετικός;

– Ήταν ένας τόπος με ανοιχτούς ορίζοντες, απέραντο ουρανό, νερά καθαρά, βουνά πανύψηλα, δρόμους αστραφτερούς και πουλιά. Εκατοντάδες πουλιά που κελαηδούσαν κάθε μου βήμα. Έμοιαζε πολύ με τον τόπο που ονόμασα Καρδιά και που τον έπλασα παίρνοντας αφορμή απ’ αυτόν. Αν δεν πήγαινα στην Βενετία αμέσως μετά απ’ αυτό το ανοιχτόκαρδο μέρος, ίσως να μην προχωρούσα σε μια τέτοια ρήξη με αυτήν την πόλη που κάποτε λάτρεψα. Ναι, μάλλον δεν θα προχωρούσα. Ο άλλος τόπος όμως μου έδωσε λέξεις πρωτόγνωρες. Χάιδεψε με χέρι ιαματικό τις πληγές μου. Καταπράυνε τους μώλωπες. Ανακούφισε τους πόνους. Πώς μπορούσα μετά απ’ αυτόν να επιστρέψω πίσω στη σκοτεινή, στενάχωρη, αν και γοητευτική, Βενετία; Τι δουλειά είχα πια με τα ανήλιαγα δρομάκια, τους αμήχανους τουρίστες και την μπόχα, εγώ που είδα τον ουρανό σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του να ξημερώνει και να βραδιάζει, ανέπνευσα πεύκο και μαντζουράνα και αντάλλαξα βλέμματα με μάτια ζεστά των κατοίκων αυτού του παραδείσου;

– Καταλαβαίνω, αλλά έτσι δεν είσαι ποτέ σίγουρος γι’ αυτό που θα προκύψει.

– Όχι, δεν είσαι. Είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Το ταξίδι Ισίδωρε ξεκινά απ’ τον δικό σου τόπο. Και δικός σου τόπος είναι αυτός που τον έζησες και ενώθηκε με το αίμα της καρδιάς σου. Αυτόν κουβαλάς φτάνοντας στον πρώτο προορισμό του ταξιδιού σου. Δεν μπορείς να τον ξεφορτωθείς έτσι εύκολα επειδή αγόρασες ένα εισιτήριο και πέταξες τρεις ώρες μ’ ένα αεροπλάνο. Κι όταν θα φτάσεις στον επόμενο σταθμό θα κουβαλάς και τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησες και αυτόν που μόλις άφησες.

– Δεν μπορείς με κάποιον τρόπο να είσαι πιο προετοιμασμένος; Δεν είναι μεγάλο ρίσκο να εκτίθεσαι έτσι σε κάθε ενδεχόμενο;

– Ίσως να στάθηκα απρόσεκτος και αδαής, το σκέφτηκα κι εγώ για μια στιγμή. Για να αποφύγω τη ρήξη μάλλον έπρεπε να προηγηθεί η Βενετία του παραδείσου μου. Κάποτε ίσως πρέπει να μάθουμε να ταξιδεύουμε επιλέγοντας πιο προσεκτικά τι θα προηγείται και τι θα έπεται, αν δεν θέλουμε να διαγράψουμε στο τέλος όλους τους προορισμούς που κάποτε αγκαλιάσαμε εγκάρδια. Ίσως όμως έτσι να πρέπει, γιατί είμαστε φτιαγμένοι για να προχωράμε. Κι ίσως δεν προχωράμε αν δεν διαγράφουμε κι αν δεν ερχόμαστε σε ρήξεις. Ίσως κανένα λάθος δεν διέπραξα κι ίσως έκανα αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνω: επέστρεψα σε μια πόλη τρίτη φορά και μάλιστα μετά από μια άλλη που πρωταντίκρυσα. Στο αθώο βλέμμα του πρωτόγνωρου δοκιμάστηκε το παλιό. Αν άντεχε, θα άξιζε να το ξαναζήσω και να το θυμάμαι. Αφού όμως δεν άντεξε, το απέβαλλα γρήγορα σαν βάρος περιττό. Εξάλλου θα μπορούσε κάλλιστα να αντέξει. Δεν γκρεμίζονται ούτε ακυρώνονται όλα. Κάποια αντέχουν στις δοκιμασίες. Αφού όμως ο στόχος του ταξιδιού είναι να ανακαλύπτεις όλο και μεγαλύτερη ομορφιά, δεν επιτρέπονται άχρηστα βαρίδια σ’ αυτό το ταξίδι.

– Και τι τα κάνεις τα βαρίδια; Πώς ξεφορτώνεσαι αυτά με τα οποία κάποτε ενώθηκες;

– Τα εγκαταλείπεις στν άκρη του δρόμου κι αν κάποιοι άλλοι τα βρουν ίσως να αποτελέσουν θησαυρό για κείνους. Δεν λυπάμαι για κείνα που πέταξα ούτε κι εκείνους που θα τα δουν σαν πολύτιμα. Γιατί καθένας μας βρίσκεται σε άλλο σημείο της μεγάλης του διαδρομής κι αλλιώς αξιολογεί κάθε φορά τι είναι θησαυρός και τι σκουπίδι.

– Και στο τέλος τι μένει; Μένει τίποτα;

– Είμαστε φτιαγμένοι από Ομορφιά, Ισίδωρε, που στο διάβα της ζωής μας κάπου την χάσαμε. Για να την ξαναβρούμε ταξιδεύουμε και στο ταξίδι μας έχουμε να απελευθερώσουμε μεγάλες εκτάσεις αιχμαλωτισμένες μέσα μας απ’ την ασχήμια. Η Ομορφιά είναι η μόνη που μπορεί να ξεκλειδώσει τα δωμάτια που θα μας οδηγήσουν στο Κάλλος και την πλήρη ένωσή μας μ’ αυτό, που δεν είναι άλλο από ολόκληρο το Είναι μας. Ένα Είναι απέραντο, αστραφτερό. Λαμπερό σαν ήλιος.

Όσο μου μιλούσε ο κύριος Ιωάννης, είχα βυθίσει το βλέμμα μου στα άνθη της πορτοκαλιάς μου. Της δικής μου πορτοκαλιάς. Την είχα φυτέψει με τα χέρια μου στα πρώτα μου γενέθλια. Ήταν κι αυτή ενός έτους όταν μου την έφερε ο πατέρας μου σαν δώρο γενεθλίων και με πήρε από το χέρι πάνω που είχα αρχίσει να στέκομαι στα πόδια μου για να με οδηγήσει στο περιβόλι. Αφού μου το έδειξε όλο, με ρώτησε: «πού θέλεις να φυτέψεις την πορτοκαλιά σου, πού θα την βάλεις Ισίδωρε;». Δεν ξέρω γιατί διάλεξα να την βάλω ακριβώς εκεί που ήταν ήδη αυτό το παγκάκι στο οποίο τώρα καθόμασταν με τον κύριο Ιωάννη και που είχε φτιάξει κάποτε σαν δώρο πρώτων γενεθλίων στην Αγγελική και την Ιουλία, αλλά ξέρω πως μεγαλώνοντας μαζί της, συνομήλικοι πάντα κι αχώριστοι σύντροφοι, πέρασα πολλές ώρες καθισμένος στη ρίζα της, παρατηρώντας πώς μεγαλώνει, πώς ανθίζει, πώς βγάζει καρπούς. Μόνον εγώ έκοβα τα πορτοκάλια αυτής της πορτοκαλιάς και μετά τα μοίραζα σε όλους όσους αγαπούσα. Συχνά καθόμουν και της μιλούσα ή όταν έγραφα κάτι πήγαινα και της το διάβαζα. Είχαμε μια σχέση μυστική και βαθιά. Και τώρα για μια ακόμη φορά δεν κατάλαβα για πότε βρισκόμουν πάλι κοντά της και γιατί ήθελα να μοιραστεί μαζί μου όλα όσα θα μου έλεγε αυτός ο άνθρωπος που ειχα αρχίσει να τον αισθάνομαι φίλο μου. Ίσως γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά που είχα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν πως ήθελα όλα να τα μοιράζομαι και κυρίως τα πιο πολύτιμα, ό, τι είχε σημασία για μένα. Η δυστυχία μου ξεκινούσε από τη στιγμή που δεν μπορούσα να μοιραστώ κάτι. Κι αν πέρασα δύσκολες ώρες στο νοσοκομείο, αυτός ήταν ο βασικός λόγος: δεν είχα αυτούς στους οποίους θα μπορούσα να μιλήσω, να μοιραστώ τις στιγμές μου. Δεν είχα ούτε την πορτοκαλιά. Αντίθετα, προσπαθούσα να κρύψω κάθε μου σκέψη και κάθε μου αγωνία για να μην στεναχωρήσω τη μάνα μου. Αυτό όμως σίγουρα δεν με βοηθούσε.

Τόση ώρα αυτός ο αξιαγάπητος άνθρωπος μου μετέδιδε γενναιόδωρα εμπειρίες και σκέψεις του κι εγώ σα χώμα στεγνό του Κάμπου ρουφούσα σαν ιαματική βροχή τα λόγια του. Μιλούσε σαν μέσα από κάποιο όνειρο. Δεν έβλεπε το περιβόλι. Δε σταματούσε στα άνθη των δέντρων, ούτε στις μυρωδιές τους. Το βλέμμα του ήταν αλλού κι έκλεβε και το δικό μου. Μόνο που το δικό μου όπου και να το οδηγούσε, είχε ματόκλαδα της πορτοκαλιάς τα άνθη και το άρωμά τους, ανάσα μου, μαζί τους ταξίδευε.

Ένιωσα κάποια στιγμή τη μοίρα μου να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μοίρα αυτού του δέντρου και είπα:

-Πόσο πρέπει να ζηλεύουν τα δέντρα, τα πουλιά. Καρφωμένα στον ίδιο τόπο, στην ίδια θέση πάντα, είναι καταδικασμένα να μην ταξιδέψουν ποτέ… άραγε εγώ θα μπορέσω ποτέ να γυρίσω τον κόσμο;

Μετά από μια μεγάλη παύση που επέτρεψε στον καθένα μας να βυθιστεί στις δικές του σκέψεις, συμπλήρωσα συμπερασματικά:

-Το θέμα είναι αν γεννήθηκες δέντρο ή πουλί. Αν πλάστηκες να ‘χεις ρίζες ή φτερά. Τι ταξίδια να κάνει ένα δέντρο…

-Ίσως να έχεις δίκιο Ισίδωρε, αλλά ίσως και όχι. Αυτή είναι η εξωτερική πλευρά των φαινομένων. Υπάρχει και η άλλη, αυτή που δε φαίνεται στο γυμνό μάτι. Πώς θα σου φανεί αν σου πω πως ίσως τα πιο ωραία ταξιδιωτικά κείμενα δεν τα έγραψαν αυτοί που ταξίδεψαν και ενδεχομένως γύρισαν τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη, αλλά αυτοί που πόθησαν αφάνταστα να ταξιδέψουν μα ποτέ δεν βγήκαν από το σπίτι τους, δεν απομακρύνθηκαν ούτε μια μέρα από τον τόπο τους, κάποτε ούτε απ’ το δωμάτιό τους;

-Θέλετε να πείτε πως τον κόσμο τον έχουμε μέσα μας.

-Ναι, καλό μου παιδί. Μέσα μας τον έχουμε, αλλά δεν μπορούμε πάντα να τον δούμε. Κάποιοι μπορεί να ταξιδεύουν συνέχεια και να μην ανακαλύψουν τίποτα. Κάποιοι, όπως σου είπα, μέσα από τα ταξίδια βρίσκουν τον τρόπο να ανακαλύπτουν άγνωστες πτυχές του εαυτού τους. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που έχουν την ικανότητα να βλέπουν μέσα τους όλον τον κόσμο χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθούν εξωτερικά. Αυτοί είναι οι μεγάλες ψυχές του κόσμου.

-Αυτοί μετακινούνται εσωτερικά. έτσι;

-Ναι Ισίδωρε. Η σκέψη τους δεν σταματά ούτε λεπτό. Η συνείδησή τους είναι το άγρυπνο μάτι του κόσμου. Μια ελάχιστη αφορμή, μια κοινή για τους άλλους εικόνα, αυτούς τους βάζει σε τέτοια διαδικασία ώστε γεννούν αλήθειες που ποτέ δεν συνάντησαν άλλοι ταξιδεύοντας, διαβάζοντας, γνωρίζοντας τόπους και ανθρώπους. Θα έλεγα πως ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Διονύσιος Σολωμός.

Εδώ ο κύριος Ιωάννης σταμάτησε να μιλά. Έσκυψε το κεφάλι του στο χώμα.

Πέρα από το τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε, πέρα από τι είμαστε και τι δεν είμαστε, μετράει πολύ το τι θέλουμε να μπορούμε και το τι θέλουμε να είμαστε. Ποιον δρόμο διαλέγουμε και πόσο αποφασισμένοι είμαστε να τον περπατήσουμε πάση θυσία… έτσι νομίζω… Να στο πω με όρους φυσικής; μπορείς μελετώντας τον μικρόκοσμο να αντιληφθείς τον κανονικό κόσμο. Να στο πω με θεολογικούς όρους; μπορείς μέσα από το ορατό να πλησιάσεις το αόρατο. Να στο πω με όρους μαγειρικής; γνωρίζοντας τις πρώτες ύλες των τροφών, τις ιδιότητες και το άρωμά τους, μπορείς να μαγειρέψεις όλα τα φαγητά. Ή αλλιώς, αρκεί να γνωρίσεις βαθιά μια καρδιά για να καταλάβεις τις καρδιές όλες. Ακόμα κι αν αυτή η καρδιά δεν είναι η δική σου.

-Δηλαδή αυτή η πορτοκαλιά, μπορεί να ταξιδέψει; τον ρώτησα, γιατί όσο κι αν καταλάβαινα τα λόγια του, εξακολουθούσα να μην τα καταλαβαίνω όλα όσο κι αν ένιωθα τη σπουδαιότητά τους.

-Αυτή η πορτοκαλιά συνδέεται άρρηκτα με το χώμα που την στηρίζει και της δίνει ζωή. Και το χώμα… το χώμα τα γνωρίζει όλα. Δεν υπάρχει ταξίδι που να μην ξεκινά και να μην τελειώνει στο χώμα. Δέχεται τα πάντα. Τα βήματά, τα δάκρυα, τις σχέσεις μας. Ποτίζεται τον ουρανό, στεγνώνει απ’ τον ήλιο του, ενώνεται με τις θάλασσες και τα ποτάμια, με όλα τα φυτά. Τα πουλιά, τα ζώα, οι άνθρωποι, πάνω του ξεκουράζονται, κοιμούνται, ξυπνούν, ερωτεύονται, ανασαίνουν, πεθαίνουν. Τι λες λοιπόν; Η πορτοκαλιά αυτή που έχει απλώσει τις ρίζες της βαθιά στο χώμα, δεν ταξιδεύει; Δεν γνωρίζει συνέχεια άλλους τόπους, πολιτισμούς, ανθρώπους ξένους, που τα νέα τους ταξιδεύουν νερό μέσα στις φλέβες των υπόγειων ποταμών της γης και γίνονται τροφή στις ρίζες της; Ίσως να ταξιδεύει περισσότερο και από τα πουλιά. Γιατί το αληθινό ταξίδι Ισίδωρε δεν είναι να φύγεις απ’ τον τόπο σου και να πορευθείς σε τόπο ξένο. Είναι να ανοίξεις το είναι σου ολόκληρο για να δεχθείς το άλλο, το διαφορετικό, το ξένο και να το φιλοξενήσεις, να το γνωρίσεις, να το αγαπήσεις, να το κάνεις δικό σου. Αν την βλέπεις Ισίδωρε, την πορτοκαλιά σου να μεγαλώνει, να πρασινίζει, να ανθίζει και να γεννά πορτοκάλια όμορφα και γλυκά, είναι γιατί κάνει μεγάλα, πολύ μεγάλα ταξίδια και από όλα τα ταξίδια κρατά κυρίως τις ομορφιές που κάθε φορά συναντά κι έτσι αυξάνεται.

-Κι αν μια μέρα ξεραθεί;

-Αν μια μέρα ξεραθεί ίσως να είναι γιατί χόρτασε ομορφιά. Εκπλήρωσε τον απόλυτο προορισμό της. Μπορεί και να κουράστηκε…

-Ποιος είναι ο απόλυτος προορισμός;

-Ίσως, Ισίδωρε, ίσως… ο απόλυτος προορισμός να είναι, να γίνουμε μια μέρα λίπασμα, όπως έγιναν τόσοι άλλοι πριν από μας για μας. Λίπασμα που θα θρέψει τα νέα δέντρα… Πεθαίνοντας ένα δέντρο γίνεται τροφή και ζωή για άλλα δέντρα, όπως θα γίνουμε κι εμείς για άλλους ανθρώπους… ίσως για να ενωθούμε έτσι κάποτε όλα και όλοι με το Κάλλος. Το Κάλλος με Κ κεφαλαίο….

-Το Κάλλος;

Μαζί με την ερώτησή μου ήρθε ένα ψιλόβροχο απαλό σα μωρουδιακό χάδι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφτασε ασθμαίνουσα η Ιουλία:

-Έλα γρήγορα… μας ζητά ο παππούς…

Σηκωθήκαμε αμέσως. Αμίλητοι και βαθιά συλλογισμένοι προχωρήσαμε με γρήγορο βήμα προς το σπίτι. Το νόημα αυτής της επιτακτικής πρόσκλησης ήταν ξεκάθαρο. Φωτίστηκε σαν από αστραπή στο μυαλό μου ο λόγος που έμεινε μετέωρη η συζήτηση με τον κύριο Ιωάννη. Την είχα ήδη αποθέσει στο θησαυροφυλάκιο του νου μου. Το μέγα θησαυροφυλάκιο από το οποίο όταν έρχονται οι δύσκολες ώρες -που πάντα έρχονται- και τον άνθρωπο επισκέπτεται η απώλεια, ανοίγει και σου δίνει πλουσιοπάροχα ό, τι πολλές φορές δίχως να το θυμάσαι, αποθήκευσες, για να μη μείνεις απαρηγόρητος.

Πριν ξεκινήσω, άπλωσα το χέρι και χάιδεψα μ’ ένα φευγαλέο χάδι, την πορτοκαλιά μου. Ήταν λευκά τα άνθη της. Έκοψα το ομορφότερο…

ΠΗΓΗ 1: Κεφ. 19ο, Tuesday, January 12, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/19.html

ΠΗΓΗ 2:   Κεφ. 20ο, Thursday, January 14, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/20.html

ΠΗΓΗ 3: Κεφ. 21ο, Friday, January 15, 2010, http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/21.html