Το Συμβάν: Κεφ 16ο – 18ο

Το Συμβάν:  Κεφ 16ο, 17ο, 18ο

 (προδημοσίευση μυθιστορήματος)

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 Κεφ. 16ο

16. Το χάραμα με ξύπνησε η μπουρού του καραβιού. Από το ένα μπράτσο μ’ έπιασε ο θείος κι από το άλλο η μάνα μου, κουβαλώντας με τα ελεύθερα χέρια τους μπόγους και τις βαλίτσες με τα χρειαζούμενα των περασμένων ημερών. Με το που πατήσαμε στην προκυμαία με υποδέχτηκε η ζεστή αγκαλιά της Καλλιόπης. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό μου και με φίλησε μ’ ένα φιλί που θαρρείς κόλλησε στο μάγουλό μου μέχρι σήμερα. Μετά πήρε σειρά ο πατέρας μου, λέγοντας ένα αμήχανο και ελαφρώς συγκινημένο: «καλωσόρισες, γιε μου», και με κράτησε λίγο παραπάνω απ’ ότι συνήθιζε στη δική του αγκαλιά.

Φτάσαμε στον Κάμπο. Περάσαμε κάτω από την αψηδωτή μας πόρτα. Οι ευωδιές του περιβολιού με χτύπησαν στο στέρνο βέλη γλυκόπικρα. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Επιτέλους σπίτι… Ανεβαίνοντας με τη βοήθεια της Καλλιόπης τη σκάλα, με υποδέχθηκαν οι δύο μεγάλες αδερφές μου. Τις άκουσα να τρέχουν στο ξύλινο πάτωμα του διαδρόμου που τους τριγμούς του πρόσεχα πρώτη φορά. Κι εμένα μου ‘ρθε να τρέξω, αλλά το σκοτάδι των κλειστών μου ματιών με φρέναρε απότομα και την ανακούφιση της επιστροφής στο σπίτι την διαδέχθηκε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Με φιλούσαν κι οι δυο και με χάιδευαν παντού. Το σώμα μου ξαφνιαζόταν σε κάθε άγγιγμα κι ένα πρωτόγνωρο αίσθημα γεννιόταν: σφιγγόταν το σώμα σαν να ήθελε να προστατευτεί. Από τι να προστατευτεί; Από τα χάδια και τις αγκαλιές των αγαπημένων μου; Κι εγώ από την άλλη να μην μπορώ να κατευθύνω τα δικά μου φιλιά και τις αγκαλιές μου.

 Ήρθε η στιγμή να μπω στο δωμάτιο του παππού. Ήθελα και δεν ήθελα. Την ίδια στιγμή που κάτι δυνατό με έσπρωχνε να ορμήσω μέσα, κάτι άλλο με συγκρατούσε και μ’ έκανε να το βάλω στα πόδια. Δεν μπορούσα όμως μόνος μου. «Πήγαινέ με Καλλιόπη και βάλε με να κάτσω στο κρεβάτι του. Αν θέλεις, μετά κλείσε την πόρτα». Κάθισα κοντά του και μόλις άκουσα πίσω μου την πόρτα να κλείνει έπεσα πάνω στο στήθος του σαν ώριμο φρούτο που έφτασε η ώρα του να πέσει στο ζεστό χώμα. Και τότε αφέθηκα. Λύθηκε η ψυχή μου που μέχρι τότε ήταν βάρκα δεμένη στο μουράγιο παρά τη θέλησή της, επειδή ο καιρός δεν της επέτρεπε να ταξιδέψει. Έκλαψα με την καρδιά μου χωρίς να νοιαστώ καθόλου για τις συμβουλές και τις απαγορεύσεις των γιατρών. Όση ώρα έκλαιγα ο παππούς ούτε μιλούσε ούτε με χάιδευε. Μόνο με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του τυλίγοντας το σώμα μου και την καρδιά μου με τις δυο μεγάλες φτερούγες του.

Αφού ξέσπασα κι άρχισα να ησυχάζω, ξεκινήσαμε, όπως πάντα.

 -Τι θα κάνω τώρα;

-Θα περιμένεις γιε μου… Λίγη υπομονή… να δούμε πρώτα τι γίνεται…

 -Κι αν δεν ξαναδώ παππού;

-Αν δεν ξαναδείς… μ’ αυτά τα μάτια… θα δεις πολλά… που εμείς δεν βλέπουμε… με τα άλλα…… θ’ ακούσεις ήχους που εμείς δεν ακούμε… Μην το σκέφτεσαι όμως… Είναι νωρίς…

 -Χάθηκε η λάμψη των χρωμάτων παππού. Είναι όλα τόσο σκοτεινά…

-Υπάρχει και η λάμψη της ακοής γιε μου… της αφής… και είναι ωραία…

 -Η λάμψη της αφής; Τι χρώμα έχει;

-Όλα τα χρώματα… όλες τις υφές… μετάξι και τσόχα είναι… από σένα εξαρτάται…

 -Εσύ τι κάνεις;

-Σε περίμενα…

 -Είχες πει πως την άνοιξη…

-Άλλαξα σχέδια…, είπε και τραντάχτηκε το στήθος του από ένα μικρό γέλιο. Θα περιμένω… μέχρι να μάθω… τι θα γίνει τελικά… αν δε μάθω… δε φεύγω… δε θα σ’ αφήσω έτσι…

 -Είναι πολύ κουραστικό το σκοτάδι παππού. Με πνίγει. Με ρουφάει. Θέλω να ξεφύγω…

-Μείνε ξύπνιος μέσα του γιε μου…

Μείναμε ώρα σιωπηλοί έτσι αγκαλιασμένοι. Ακίνητοι. Άκουγα την βαριά του ανάσα. Τι ώρα να ‘ναι; Χωρίς φως όλες οι ώρες μοιάζουν ίδιες. Ακουμπούσα το αριστερό μου χέρι πάνω στο στέρνο του που ανεβοκατέβαινε αργά με δυσκολία. Κατέβασα το χέρι κι έπιασα ένα ένα τα κόκκαλα του θώρακα που εξείχαν. Πρέπει να είχε αδυνατίσει πολύ. Θυμήθηκα το παλιό παιδικό μας παιχνίδι. Σηκώναμε τις μπλούζες μας, ρουφούσαμε μέσα την κοιλιά μας, σχεδόν δεν αναπνέαμε και μετρούσαμε τα κοκαλάκια μας. Κάναμε ζαβολιές και προσπαθούσαμε να πείσουμε τους άλλους πως τάχα εμείς έχουμε περισσότερα και καλύτερα κόκαλα. Το συμφωνούσαμε αυτό μυστικά με την Καλλιόπη πριν ξεκινήσουμε το παιχνίδι και όταν μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς στα χωράφια, τους λέγαμε όλους πως εμείς στην δική μας οικογένεια έτσι γεννηθήκαμε, με περισσότερα κόκκαλα. Ο Κυριάκος που ήταν πολύ χωρατατζής, αλλά και δε μασούσε, μας κορόιδευε κι έλεγε: «σιγά μη μας πείτε πως είστε και γαλαζοαίματοι…». Τι καλό παιδί που ήταν ο Κυριάκος. Μικρόσωμος και καχεκτικός αλλά πανέξυπνος. Όταν νευρίαζε πετάγονταν έξω οι φλέβες του λαιμού του και βαρούσε όπου έβρισκε όποιον ένιωθε πως τον αδικεί. Έχω φάει πολύ ξύλο απ’ τον Κυριάκο, αλλά τον αγαπούσα πολύ. Είχα μέσα του ένα καθαρό αίσθημα δικαιοσύνης, δεν άντεχε την αδικία και ήξερε να ζυγίζει τα πράγματα, χωρίς να νοιάζεται για το συμφέρον του. Ποτέ δε θα στην έφερνε πισώπλατα. Ό, τι είχε να πει θα το έλεγε μπροστά σου, χωρίς να νοιάζεται για τις συνέπειες. Έφυγε για την Γερμανία, οι δικοί του δεν τα έβγαζαν πέρα, φτωχοί άνθρωποι ήτανε, πρόσφυγες από τη Σμύρνη κι αυτοί, πήγαν εκεί μετανάστες κι από τότε δεν τον ξαναείδα.

Αναάθισα στο κρεβάτι. Τον παππού τον είχε πάρει ο ύπνος. Θέλησα να πάω στο δωμάτιό μου. Τι το ήθελα το δωμάτιό μου; Τι θα έκανα εκεί; Αλλά και τι άλλο να έκανα; Σηκώθηκα. Λογάριασα πώς θα βγω από το δωμάτιο, να φτάσω στην πόρτα, χωρίς να σκοντάψω πουθενά. Προσπάθησα να προσανατολιστώ. Μες στο σκοτάδι όλα είναι ίσια, όλα ευθεία, μα στην πραγματικότητα καμιά ευθεία δεν υπάρχει. Ακριβώς όπως στη θάλασσα, όταν κλείνεις τα μάτια. Δεν ξέρεις πού είναι το μπροστά, το δεξιά, το αριστερά, το πίσω. Μόνον αν κοιτάξεις λίγο στα κλεφτά μπορείς να προσανατολιστείς. Αν κολυμπήσεις για αρκετή ώρα με τα μάτια κλειστά χάνεις τον προσανατολισμό σου. Χάνεις και τη λάμψη των χρωμάτων του βυθού. Τα χάνεις όλα, κι αν κάποιος δεν σου τα περιγράψει, ποτέ δεν θα μάθεις τι υπάρχει εκεί κάτω, πώς είναι, αν σε αφορά κι αν σου αρέσει.

Έπεσα πάνω σε τοίχο ενώ περίμενα να βρω την πόρτα. Ήμουν βέβαιος πως η πόρτα ήταν εκεί που είχα υπολογίσει. Τοίχο τοίχο περπάτησα δεξιά. Προφανώς την είχα αφήσει πίσω μου. Έκανα όλον τον γύρο του δωματίου, προσπέρασα το βορινό παράθυρο κι έφτασα. Συνειδητοποίησα πως χωρίς οδηγό θα δυσκολευόμουν. Έπρεπε βήμα βήμα, τοίχο τοίχο, έπιπλο το έπιπλο, να ξαναμάθω όλο το σπίτι μου απ’ την αρχή. Να το ξαναδιαβάσω με άλλον τρόπο και να το μάθω απέξω. Δεν ήθελα βοηθό. Δεν ήθελα να εξαρτιέμαι από κανέναν και κάθε τρεις και λίγο να φωνάζω κάποιον απ’ τους δικούς μου, να αναγκάζεται να διακόπτει ό, τι κάνει, με ό, τι ασχολείται και ό, τι τον ενδιαφέρει, για να νταντεύει εμένα. Παρ’ όλα αυτά ήθελα δεν ήθελα, χρειαζόμουν βοήθεια. Έπρεπε να το αποδεχτώ. Άνοιξα την πόρτα, την έκλεισα σιγανά πίσω μου μη ξυπνήσω τον παππού και βρέθηκα στον διάδρομο. Η Καλλιόπη με περίμενε εκεί.

-Πού θέλεις να πάμε;

-Στο δωμάτιό μου.

Με πήρε απ’ τη μέση και προχωρήσαμε προς το δωμάτιο. Φορούσε άρωμα κίτρο που της ταίριαζε πολύ.

-Θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος.

-Αν χρειαστείς κάτι, φώναξέ με, μου απάντησε κι έφυγε αφού έκλεισε πίσω της την πόρτα χωρίς αυτή τη φορά να της το ζητήσω, κάτι που με ευχαρίστησε πολύ. Φοβήθηκα μη νιώσει άβολα και νομίσει πως θέλω πάλι να την διώξω. Είναι τόσο ωραίο να καταλαβαίνουν οι άλλοι τι θέλεις χωρίς να χρειάζεται να τους το εξηγείς.

Μόνος στο δωμάτιό μου. Μόνος με τα μάτια κλειστά. Θεόκλειστα. Ούτε μια αχτίδα φως δεν περνούσε μέσα από τα σφραγισμένα παραθυρόφυλλα των επιδέσμων μου. Το κενό ήταν κι εδώ το ίδιο. Όπως στο νοσοκομείο, στο αυτοκίνητο, στο καράβι, στο δωμάτιο του παππού. Ένα σκοτεινό, ανοίκειο, άγριο κενό. Λίγο πιο άγριο μέσα στο παιδικό μου δωμάτιο…

Κεφ. 17ο

17. Η ντουλάπα μου στο αριστερό μου χέρι, το κρεβάτι μου κολλημένο στον αριστερό κάθετο τοίχο, το γραφείο μου ίσια μπροστά και το παράθυρο δεξιά μου. Το δωμάτιό μου είναι γαλάζιο. Στους τοίχους έχει παντού σύννεφα και μέσα τους λογιών λογιών ψάρια, όλα ζωγραφισμένα από την Καλλιόπη. τον καιρό που μικρά παιδιά ακόμα, μέναμε μαζί. Στο ράφι κάτω από το παράθυρο παραταγμένη η συλλογή μου με τα ξυλόγλυπτα καραβάκια.

Δεν ξέρω για πόση ώρα έμεινα στην πόρτα ασάλευτος. Λίγο γιατί δεν μπορούσα να αποδεχτώ πως βρισκόμουν στο παιδικό μου δωμάτιο χωρίς να το βλέπω, να υπολογίζω τα βήματα και τις αποστάσεις μες στο μυαλό μου, λίγο για να αποφασίσω να κάνω το πρώτο βήμα απ’ την αρχή, όπως όταν πρωτοστάθηκα στα πόδια μου μετά το μποσούλησμα. Μήπως θα ήταν πιο φρόνιμο να μπουσουλήσω και τώρα; Η σκέψη μού έφερε ένα μικρό αυτοσαρκαστικό χαμόγελο, κάτι που δεν ήταν καθόλου του χαρακτήρα μου, και με ξάφνιασε. «Θ’ άλλαζε κι ο χαρακτήρας μου τώρα;»

Άπλωσα το χέρι να εντοπίσω την ξύλινη ντουλάπα μου. Χάιδεψα αργά το ξύλο της καρυδιάς από το οποίο είναι φτιαγμένη. Δεν είχα λόγο να βιάζομαι. Ήταν η ώρα που συλλάβιζα τη νέα μου πραγματικότητα και θυμόμουν καλά πως ο συλλαβισμός είναι μια αργή και επίπονη διαδικασία που θέλει υπομονή. Προσωρινή ή μόνιμη, η πραγματικότητά μου, αυτήν είχα τώρα μπροστά μου και έπρεπε να την χειριστώ. Όσο περισσότερο τα κατάφερνα μόνος μου, τόσο το καλύτερο για μένα.

Άνοιξα το δεξί της φύλο. Έτριξε. Μετά άνοιξα και το αριστερό. Τα ρούχα, όπως πάντα, μοσχοβολούσαν λεβάντα. Η ευωδιά, σάλι μεταξωτό, τύλιξε απ’ άκρη σ’ άκρη όλο μου το σώμα. Άρχισα να ψηλαφώ ένα ένα τα ρούχα μου. «Το πράσινο μπουφάν μου εδώ…, το καφέ παλτό μου…, τα παντελόνια μου…» Τα αναγνώριζα όλα κι αυτό μου έφερε στην καρδιά αγαλλίαση. Μια αβεβαιότητα ένιωσα με τις μπλούζες μου. Τις τράβηξα όλες κι έπεσαν στο πάτωμα. Κάθισα καταγής κι άρχισα να τις πιάνω μία μία. «Αυτή είναι η ριγέ, μπλε με άσπρες ρίγες… αυτή… είναι η κόκκινη ή η άσπρη;» Και οι δύο είχαν γιακαδάκι και ήταν από μαλακό βαμβάκι… «…δεν ξέρω… δεν είμαι σίγουρος… η τυρκουάζ αυτή… ναι… αυτή δεν θυμάμαι… αυτή σίγουρα είναι η καφέ η πλεχτή που μου έπλεξε η μαμά…». Προσπάθησα να τις διπλώσω και να τις ξαναβάλω μέσα. Δεν τα πολυκατάφερα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε κιόλας. Έκλεισα όπως όπως τη ντουλάπα και προχώρησα σέρνοντας τα πόδια και τεντώνοντας τα χέρια, για να εντοπίσω το κρεβάτι μου. Το βρήκα εύκολα και κάθισα πάνω του για λίγο. Στρωμένο, καθαρό, με περίμενε. Αυτό ήταν από τα λίγα, το ίδιο όπως και πρώτα, φιλικά αντικείμενα. Τίποτα δεν μπορούσε να κλονίσει τη σχέση μας. Σηκώθηκα κι έκανα το γύρο του πιάνοντας σίδερο σίδερο τον σκελετό του. Τα δάχτυλά μου σεργιανούσαν στα ελικοειδή του σχέδιά, τις μυτερές απολήξεις των καγκέλων στο κεφαλάρι. Στο τέλος το κούνησα λίγο. Ζητούσα να ακούσω τη φωνή του. Προχώρησα προς το γραφείο μου. Έφτασα στην καρέκλα μου. Κάθισα.

Τα στυλό μου, τα μολύβια μου, όλα στη θέση τους, μέσα στη χειροποίητη μολυβοθήκη, φτιαγμένη απ’ τα χρυσά χέρια της Καλλιόπης, με περίμεναν. Πήρα ένα στυλό κι άρχισα να κάνω πως γράφω πάνω στην επιφάνεια του γραφείου. Μου ήρθε να ανοίξω το καπάκι του και να αρχίσω μια μεγάλη απέραντη μουντζούρα σαν το κουβάρι του μυαλού μου. Δεν το έκανα. Συγκρατήθηκα.

Τα σχολικά μου βιβλία μια στοίβα στην αριστερή γωνία. Τα πήρα ένα ένα στα χέρια μου και τα ξεφύλλισα σαν αν επρόκειτο να τα διαβάσω. Είχαν όλα το ίδιο μέγεθος. Κανένα δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Άρχισα να τα ξεφυλλίζω πάλι θαρρείς και θα τα άκουγα να διαβάζονται από μόνα τους. Σιωπή νεκρική. Δεν διαβάστηκαν. Χωρίς τα μάτια μου τα βιβλία ήταν νεκρά. Σκέφτηκα πως πολλά αντικείμενα έχουν τη δική τους φωνή. Ένα μαχαίρι, μια οδοντόβουρτσα, ένα μαξιλάρι. Μπορείς να συνομιλήσεις μαζί τους. Αν στήσεις αφτί ίσως καταφέρεις να ακούσεις και τα λόγια τους. Τα βιβλία όμως είναι οι μουγκοί των πραγμάτων. Αν εσύ για κάποιον λόγο δεν μπορείς να τα διαβάσεις, είναι παντελώς ανίκανα να σου μιλήσουν. Να σου πούνε οτιδήποτε. Ίσως μάλιστα να μην είναι μόνο μουγκά αλλά και τυφλά. Δεν μπορούν ούτε να δουν. Βαριά ανάπηρα τα βιβλία. Πλήρως εξαρτημένα από τις ικανότητες ενός υγιούς αναγνώστη.

Σήκωσα το χέρι στο ράφι που κρεμόταν ακριβώς πάνω από το γραφείο. Εκεί είχα όσα λογοτεχνικά βιβλία μου είχε χαρίσει ο παππούς από τα ταξίδια του, κυρίως γαλλικά και ελληνικά μυθιστορήματα, ποίηση, και όσα είχα αγοράσει μόνος μου. Θυμόμουν πως τα ποιήματα του Βαλαωρίτη ήταν το πέμπτο βιβλίο στη σειρά από αριστερά. Το εντόπισα εύκολα γιατί ήταν σε μέγεθος μικρότερο από τ’ άλλα. Το τράβηξα με προσοχή. Το κράτησα πάνω στο στήθος μου και το χάιδεψα. Ο Βαλαωρίτης ήταν για μένα κάτι σαν ο προξενητής της αγάπης μου. Θυμήθηκα τη στιγμή που πρωτοσυνάντησα την Ελισώ. Το τραγούδι της, την απαγγελία μου, το λευκό της φόρεμα, τα χαμομήλια, την πρώτη μας βόλτα. Εκείνο το πρώτο σκίρτημα που καθόρισε τη ζωή μου. Έβαλα πάλι το βιβλίο στη θέση του δίνοντας στον εαυτό μου την υπόσχεση πως ό,τι και να γινότανε θα την έβρισκα και πάλι την Ελισώ. Θα την αναζητούσα παντού. Ό,τι περνούσε από το χέρι μου θα το έκανα. Εξάλλου αυτή την υπόσχεση δώσαμε στην τελευταία μας συνάντηση. Εκτός κι αν δεν θεραπευόμουν ποτέ. Αυτό όμως δεν ήθελα ούτε να το σκέφτομαι. Παρέλυαν μέσα μου όλες οι άλλες σκέψεις και τα αισθήματά μου γκρεμίζονταν στα βάραθρα ενός απελπισμένου Άδη. Έδιωξα βίαια τον εφιάλτη απ’ το μυαλό μου και πήρα το κλειδί του ντουλαπιού μου που μέσα του είχα φυλαγμένα τα γράμματα του παππού. Άνοιξα το ντουλάπι και αμέσως ανακουφίστηκα. Όλα ήταν στη θέση τους. Το ξανακλείδωσα κι έβαλα πάλι το κλειδί στη θέση του μαζί με το βιβλίο.

Σηκώθηκα και προχώρησα προς το παράθυρο. Το άνοιξα κι ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι μού φύσηξε το πρόσωπο. Ξεκούμπωσα το πουκάμισό μου. Ένιωθα την ανάγκη να μπει ο αέρας στο στέρνο μου. «Είναι ανθισμένο το περιβόλι… μοσχοβολά…», σκέφτηκα και αποφάσισα να κατέβω να χωθώ μέσα στα δέντρα και τις μυρωδιές τους. Τα χέρια μου έπεσαν πάνω στα ξυλόγλυπτα καράβια μου. Ένα ένα τα κράτησα. «Να και κάτι που το καταλαβαίνω απόλυτα. Αυτά μπορούν ακόμα και μου μιλάνε. Εγώ μπορώ και τ’ ακούω. Μου τα θυμίζουν όλα. Η πρώτη βάρκα που σκάλισα σε ξύλο φλαμουριάς όταν ήμουν δέκα χρονών… το ιστιοφόρο με τα τρία κατάρτια και τα πανιά φουσκωμένα έτοιμο για ταξίδι… το ψαροκάικο του θείου μου σκαλισμένο σε σκληρό ξύλο ελιάς… μέχρι να το τελειώσω δυσκολεύτηκα πολύ και ορκίστηκα πως δεν θα ξανασκαλίσω ελιά… κι ένα μισοτελειωμένο… το είχα ξεκινήσει πριν αρρωστήσει ο παππούς μέσα στον χειμώνα…». Δεξιά στην άκρη του περβαζιού ήταν το κουτί με τα εργαλεία μου: σκαρπέλο, σφυρί, ματσόλα.

Με θαρραλέα βήματα προχώρησα να βρω την πόρτα χωρίς να πιάνω αυτή τη φορά τον τοίχο και χωρίς να σέρνω τα πόδια μου από φόβο μη χτυπήσω ή σκοντάψω πουθενά. Δεν την βρήκα αμέσως. Χρειάστηκε να κάνω τρία περισσότερα βήματα δεξιά. Δεν τα πήγα κι άσχημα. Βγήκα αθόρυβα και κατευθύνθηκα προσεκτικά προς την έξοδο του διαδρόμου που οδηγούσε στην εξωτερική σκάλα. Το χέρι μου μετακίνησε ένα κάδρο στον τοίχο που παραλίγο να ρίξω. «Τι ήταν αυτό; Δεν θυμόμουν να υπάρχει κάτι τέτοιο. Ίσως να είναι μια ζωγραφιά της Καλλιόπης. Τι να εικόνιζε άραγε;». Έπρεπε να με ενημερώσουν για τις αλλαγές που είχαν γίνει στο σπίτι να μην κάνω καμιά ζημιά. Έφτασα στην πόρτα και βγήκα έξω. Άκουσα κάποιον ν’ ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά.

-Για πού το βάλαμε, άκουσα την Αγγελική να με ρωτά.

-Είπα να πάω μια βόλτα στο περιβόλι…

-Σε πειράζει να πάμε παρέα, να τα πούμε και λίγο που έχουμε τόσο καιρό; Έχω να σου πω νέα!

-Όχι βρε Αγγελική, τι λες τώρα; Πάμε.

Μπήκαμε στο περιβόλι. Περπατούσαμε αργά σαν να μπαίναμε πρώτη φορά σ’ έναν μαγικό κήπο που η ομορφιά του μας θάμπωνε. Άπλωνα το αριστερό μου χέρι -μιας και η αδερφή μου με κρατούσε από το άλλο- και άγγιζα τους κορμούς των δέντρων σαν να μην τους είχα αγγίξει ποτέ πιο πριν. Τους ρόζους τους ψηλαφούσα, τα σημάδια του καιρού πάνω στους κόμπους τους σ’ αυτό το ριζωμένο και ακίνητο σώμα τους που καρφωμένο στην ίδια πάντα θέση στρέφει τα κλαδιά του στους ουρανούς και στους αέρηδες. Σε ήλιους χρυσούς, ασημένια ιπτάμενα φεγγάρια, εκλιπαρώντας το βλέμμα τους.

Μοσχοβολούσε ο τόπος. Τα αρώματα των λουλουδιών έδιναν ανάσα στο μυαλό μου. Σαν απροσδόκητο φως. Ίσως αρκετά διαφορετικό από το φως της μέρας, αλλά εξίσου ζεστό, γεμάτο θαλπωρή και γλύκα.

Κοντοστάθηκα κι έβγαλα τα παπούτσια. Τέτοια εποχή πάντοτε περπατούσα ξυπόλητος. Ήθελα να νιώθω το χώμα, τις πέτρες, τα πεσμένα φυλλαράκια στο σώμα μου. Τη θερμοκρασία της γης. Την υγρασία της. Χαμογέλασα ικανοποιημένος. Τα γυμνά μου πόδια πάτησαν στο χώμα και τότε το χώμα που αγάπησα από παιδί με στήριξε γι’ άλλη μια φορά χαρίζοντάς μου ζωντάνια και ευεξία. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Ξαναβρήκα το θάρρος που τον τελευταίο καιρό είχα χάσει σαν βάρος πολύτιμο απ’ το σώμα μου, που αν ελαφρύνει πολύ, στο πρώτο φύσημα κινδυνεύει να το πάρει ο αέρας και να το γκρεμοτσακίσει…

Αφού μείναμε ώρα σιωπηλοί, η Αγγελική άρχισε να μου λέει τα νέα της, νέα που με ξάφνιασαν και με προβλημάτισαν πολύ.

Η Αγγελική με την Ιουλία ήτανε δίδυμες. Πάντα μαζί σε όλα αξεχώριστες. Μαζί στο παιχνίδι, στο ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο θρανίο, στις παρέες, παντού. Με τα ίδια κουρέματα, τα ίδια ρούχα και παπούτσια. Έμοιαζαν σα δυο σταγόνες νερού. Μόνο στον χαρακτήρα και στα χαρίσματα διέφεραν. Και στις ιδιοτροπίες βέβαια, όπως και στο μυαλό. Σίγουρα και στην καρδιά, αλλά γι’ αυτό δεν θα μπορούσα να μιλήσω με βεβαιότητα, τόσο που τις αγαπούσα και τις δυο.

Η Ιουλία ήταν εσωστρεφής. Ελάχιστα μιλούσε και συνήθως μόνο όταν τη ρωτούσες για κάτι. Αθόρυβη σε κάθε κίνηση της με μια ξεχωριστή λεπτότητα. Σαν να είχε βρει τον τρόπο με μια της κίνηση να μετακινεί τον αέρα. Πολλές φορές όταν της απευθυνόσουν, προτού μιλήσει, γυρνούσε το κεφάλι και κοιτούσε την Αγγελική σαν να ήθελε να εκμαιεύσει την δική της σκέψη ή την συγκατάβασή της για να εκφραστεί. Όταν δεν ήθελε κάτι, της ήταν αρκετό να σηκώσει τα φρύδια ή να να αποσυρθεί. Της ήταν σχεδόν αδύνατον να αντιδράσει με λόγια, να επιμείνει ή να φωνάξει για να υπερασπίσει τη θέση της, θαρρείς και δεν είχε θέση ή δεν την ενδιέφερε καθόλου να πείσει τους άλλους γι’ αυτήν. Οι δυο μας είχαμε πάντα μια μυστική συνεννόηση με τα μάτια. Έναν αόρατο κώδικα αποκλειστικά δικό μας, που τώρα τον χάναμε.

Η Αγγελική ήταν η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Ανοιχτή σαν ανθισμένο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο και με μεγάλη διάθεση επικοινωνίας με όλους τους ανθρώπους σα γέροντας. Έμοιαζε πολύ στη γιαγιά Μαρικούλα, έτσι έλεγαν οι μεγάλοι. Κι αυτή, όπως η γιαγιά, άμα θύμωνε γινόταν χαλασμός Κυρίου από τις φωνές της, αστραπές και βροντές τα λόγια της. Όταν όμως γελούσε, έφερνε το καλοκαίρι. Τέτοια εξουσία είχε πάνω στις εποχές. Έβρισκε τον τρόπο να σώζει καταστάσεις. Όχι μόνο γιατί ήταν ένα πολύ καλό μυαλό που μπορούσε στα πιο δύσκολα προβλήματα να βρίσκει λύσεις, αλλά και επειδή ήταν τόσο ανοιχτόκαρδη που δεν άντεχε να την σκιάζουν τα βάσανα. Ούτε την ίδια ούτε κι όσους αγαπούσε. Έκανε το παν για να είναι οι άλλοι χαρούμενοι κι όταν η ίδια είχε στεναχώριες, έκανε επίσης τα πάντα για να τις κρύψει να μη στεναχωρήσει τους άλλους. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσε αυτό δεν το κατάφερνε. Δεν μπορούσε να κρύψει τίποτα. Όλα ζωγραφίζονταν στο φεγγαρένιο της πρόσωπο και μπορούσες να τα διαβάσεις ακόμα κι αν ήσουν αγράμματος. Τέτοια ψυχή ήταν: γεμάτη πάθη έντονα και ολοζώντανα κι ένα πάθος για όλα τα πάθη που την έκανε πολύ ξεχωριστή. Μου είχε λείψει πολύ αυτά τα τρία χρόνια που σπούδαζαν μαζί με την Ιουλία Παιδαγωγικά στη Μυτιλήνη. Γιατί όταν έλειπε η Αγγελική η απουσία της γινόταν αισθητή όσο και η απουσία του φωτός τώρα από τα μάτια μου.

Κεφ. 18ο

18. -Αποφάσισα να γίνω μοναχή, είπε με αποφασιστική φωνή.

Έμεινα εμβρόντητος. Ποτέ δεν μου είχε περάσει αυτή η σκέψη, όχι μόνον για την αδερφή μου, αλλά για κανέναν μας.

-Μοναχή; Μοναχή δηλαδή σε μοναστήρι; είπα και σταμάτησα να περπατώ, σταμάτησε κι αυτή.

-Ε, σε μοναστήρι βρε Ισίδωρε, πού αλλού; Ακόμα δεν έφτασα να γίνω σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία που πήρε την έρημο, και γέλασε με την καρδιά της.

-Οι γονείς το ξέρουν; Η Ιουλία;

-Ναι, τους το έχω πει εδώ και λίγο καιρό, αλλά μέσα σε όλα αυτά τα τελευταία γεγονότα μάλλον δεν βρήκαν ευκαιρία να σου πούνε κάτι. Δεν πέταξαν κι απ’ τη χαρά τους βέβαια, αλλά δεν αντέδρασαν κιόλας. Μόνον η Ιουλία….

«Χριστέ μου», σκέφτηκα, «πώς θα ζούσε η Ιουλία χωρίς την Αγγελική; Αυτό δεν θα το άντεχε, θα πέθαινε από μαράζι». Ήταν απόλυτα εξαρτημένη από την μεγάλη της δίδυμη αδερφή. Πέντε λεπτά τους χώριζαν μόνο. Πέντε λεπτά που ήταν ικανά να δημιουργήσουν, μαζί με την εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία της, την μεγάλη της εξάρτηση από την Αγγελική. Ναι, η Αγγελική θα μπορούσε να την αποχωριστεί, έστω και με κάποια δυσκολία. Αλλά η Ιουλία πώς θα συνέχιζε να ζει;

-Σκέφτεται να έρθει κι αυτή μαζί μου, αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρη…

Είναι αλήθεια πως πάντα είχαμε μια καλή σχέση με την εκκλησία και ο πατέρας μου μάλιστα γνώριζε και λίγο τα γράμματα και όποτε μπορούσε ανέβαινε και στο ψαλτήρι να βοηθήσει λίγο, να ψάλλει κάτι τις. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία να λειτουργηθούμε, όπως και οι περισσότεροι στο νησί. Στη Χίο οι άνθρωποι είναι θεοσεβούμενοι, είναι και μερακλήδες. Δεν είναι τυχαίο που στους περισσότερους ναούς έχουμε πολύ καλούς ψαλτάδες. Ο κόσμος καταλαβαίνει το καλό ψάλσιμο και το εκτιμά. Όλοι προσφέρουν ό, τι μπορούν για να αμοιφθεί ικανοποιητικά ένας καλός ψάλτης προκειμένου να ευχαριστιούνται, αλλά όλα αυτά απέχουν αρκετά από το να αποφασίσει ένας νέος άνθρωπος και μάλιστα γυναίκα, η ίδια η αδερφή μου, να πάει σε μοναστήρι. Και ακόμα χειρότερα, να παρασύρει και την δίδυμη αδερφή της, απλώς γιατί αυτή δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, δηλαδή μισή. Αγκυλώθηκε η καρδιά μου.

-Πώς σου ήρθε αυτό Αγγελική;

-Μερικά πράγματα δεν εξηγούνται Ισίδωρε. Πώς μου ήρθε, κατακέφαλα μου ήρθε. Πάντα πίστευα με δύναμη στον Χριστό, στην Παναγία και στους αγίους, στην Σταύρωση και στην Ανάσταση, αλλά τελευταία δεν μπορώ να διανοηθώ τίποτα άλλο για τον εαυτό μου. Τελειώνω σε λίγο τη σχολή και φεύγω. Είναι ένα μοναστήρι στη Μυτιλήνη. Άρχισα να το επισκέπτομαι από πέρσι. Στην αρχή πήγαινα γιατί είναι τόσο όμορφο το φυσικό περιβάλλον του που με ξεκούραζε, μου θύμιζε το περιβόλι μας. Μετά άρχισα να γνωρίζω λίγο λίγο τις μοναχές και την ηγουμένη και με τον καιρό άρχισα να βρίσκω εκεί μια χαρά και μια γαλήνη που δεν περιγράφονται αδερφέ μου, δεν είναι αυτού του κόσμου. Πώς να σου εξηγήσω; Τι λόγια να βρω; Τώρα ο νους μου είναι συνέχεια εκεί. Είμαι εδώ, αλλά δεν είμαι εδώ. Ολόκληρη είμαι εκεί. Περιμένω πώς και πώς να γυρίσω πίσω, να τελειώσω τη σχολή και να μπω μέσα για τα καλά.

-Και η Ιουλία;

-Δεν είναι εύκολο για την Ιουλία, το ξέρω καλά, αλλά θα είναι λάθος να έρθει μαζί μου μόνο και μόνο για να μη χωριστούμε. Ίσως ήρθε ο καιρός να ενηλικιωθεί κι αυτή. Να δοκιμάσει να ζήσει χωρίς εμένα. Διαφορετικά τι θα γινόταν; Κάποια στιγμή θα παντρευόμασταν, πάλι μια μέρα θα χωρίζαμε. Τι θα κάναμε; Δεν θα παντρευόμασταν για να μην αποχωριστούμε;

Δεν είχε άδικο σε όσα έλεγε και άρχισα να καταλαβαίνω πόσο σημαντική ήταν αυτή η απόφαση για κείνη. Ούτε για την Ιουλία είχε άδικο, αν και δεν ξέρω πολλές φορές τι είναι δίκιο και τι άδικο. Έχω αρχίσει να αμφιβάλλω πολύ γι’ αυτές τις έννοιες. Όμως την άκουγα κατασταλαγμένη κι αυτό ήταν κυρίως που με έπειθε.

-Σε τρεις μέρες θα πάμε μαζί στο νοσοκομείο της Χώρας να βγάλουμε τους επιδέσμους.

Η κουβέντα της με τάραξε.

-Καλά… Πάμε τώρα σπίτι.

 Πήραμε το δρόμο του γυρισμού ενώ ένα σωρό σκέψεις στριφογύριζαν γαϊτανάκι στο μυαλό μου χωρίς να προλαβαίνω ν’ αδράξω καμία.

Δεν ξέρω μετά από πόσο καιρό καθίσαμε πάλι όλοι μαζί γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι. Εκτός από τον παππού όλοι οι άλλοι ήμασταν εκεί. Τα κορίτσια μιλούσαν συνέχεια, γελούσαν, φώναζαν και γέμιζαν χαρά το σπίτι. Ακόμα και η Ιουλία ήταν πολύ πιο ομιλητική απ’ ότι συνήθως, ίσως για να κάνει σε μένα πιο αισθητή την παρουσία της, τώρα που δεν μπορούσαμε να συννενοούμαστε με τα μάτια. Η μάνα μας είχε μαγειρέψει μοσχαράκι γιουβέτσι στο φούρνο. Ούτε Πάσχα να ήταν. Μετά τα άνοστα φαγητά του νοσοκομείου το γεύμα μού φάνηκε βασιλικό. Μου έκοψαν μπουκιές το κρέας. Η Καλλιόπη πήγε να με ταϊσει και νευρίασα. Πήρα το κουτάλι με το δεξί, λίγο ψωμί για να σπρώχνω το φαγητό με το αριστερό, όπως μου είχε μάθει να κάνω η Αντιγόνη, η νοσοκόμα φίλη μου, και τα κατάφερα μια χαρά μόνος μου.

Πόσο διψούσα να δω τα πρόσωπά τους. Όλων τα πρόσωπα ξανά να δω. Πόσο το παρακαλούσα βαθιά μέσα μου μόνο εγώ το ήξερα. Κανείς άλλος. Αυτό παρακαλούσα σαν ευχή, σαν προσευχή, σαν σκέψη, σαν ελπίδα που με κρατούσε τόσες μέρες τώρα να υπομένω όλο αυτό το απόλυτο σκοτάδι όπως ο διψασμένος μέσα στην έρημο που δεν παραιτείται από την πεποίθηση πως αργά ή γρήγορα θα βρει την όαση με το πηγάδι κι αυτή η ελπίδα οδηγεί τα βήματά του μέσα στο λιοπύρι. Το νερό δε θ’ αργήσει να το βρει. Λίγο πιο πέρα είναι. Λίγο ακόμα. Λίγο… τρεις μέρες περπάτημα δεν είναι δα κάτι φοβερό…

Άργησαν πολύ να περάσουν αυτές οι τρεις μέρες. Ήταν μέρες μεγάλες σαν χρόνια. Αργές σαν άρρωστες γριές που με βία σέρνουν τα πόδια τους. Ώρες άδειες χωρίς κανένα ενδιαφέρον κι ας προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τις γεμίσουν οι τρεις αδερφές μου μιλώντας μου ή διαβάζοντάς μου βιβλία που αγαπούσα. Μόνο στο κρεβάτι του παππού οι ώρες ήταν γεμάτες κι ας περνούσαν οι περισσότερες μέσα σε απόλυτη σιωπή. Ήταν σιωπή γεμάτη βαθιά κατανόηση και αληθινή παρηγοριά.

Αν όμως οι μέρες ήταν μεγάλες σαν χρόνια, οι τρεις νύχτες τους ήταν αιώνιες. Αδύνατον να κοιμηθώ. Σκέψεις και αισθήματα, αγωνίες, φόβοι, μνήμες όλα ένα κουβάρι που μέσα στο σκοτάδι ήταν αδύνατον να ξεμπλέξω. Όσο περισσότερο προσπαθούσα να το ξεδιαλύνω τόσο παγιδευόμουν μέσα του σαν ψάρι μέσα στο δίχτυ που όσο προσπαθεί να απεγκλωβιστεί τόσο περισσότερο μπλέκεται. Πιάστηκε στο δίχτυ και χτυπιέται απελπισμένα. Ήθελα κοντά μου την Ελισώ όσο κανέναν άλλον. Έστω να ακούσω λίγο την τραγουδιστή φωνή της. Να μου πιάσει το χέρι. Να την αγκαλιάσω και να μείνω εκεί. Πάνω στα λεπτά κόκκαλα του ώμου της ν’ αφήσω το κεφάλι μου να γείρει και να νιώσω στο πρόσωπό μου, στα χείλη μου αν ήταν δυνατόν, τον σφυγμό της στη φλέβα του λαιμού να χτυπά, να χτυπά, να χτυπά… τι ήξερε άραγε η Ελισώ για όλα αυτά; Τι της είχαν πει; Ήταν ήδη στο Λονδίνο; Δεν είχα νέα της και δεν τόλμησα να ρωτήσω κανέναν. Αν ο παππούς ή η Καλλιόπη γνώριζαν κάτι ήδη θα μου το είχαν πει.

Υπήρχαν ωστόσο πολλές στιγμές που αισθανόμουν πως υπάρχει κάτι που δεν μου το ομολογεί κανείς. Δεν ήξερα αν αυτό αφορούσε την Ελισώ, την κατάστασή μου ή κάτι άλλο. Όμως υπήρχε ολοφάνερα κάποιο μυστικό. Γλιστρούσε σα σκιά κάτω από τις λέξεις τους και χανόταν, κρυβόταν πίσω απ’ τα γέλια και τις φωνές τους και πάλι εμφανιζόταν αθόρυβα, ύπουλα σχεδόν, μέσα στις παύσεις, ή στο τέλος μιας φράσης που δεν τελείωνε …

ΠΗΓΗ 1: Κεφ. 16ο,    Saturday, January 9, 2010

http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/16.html

ΠΗΓΗ 2: Κεφ. 17ο,  Saturday, January 9, 2010

http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/17.html

ΠΗΓΗ 3: Κεφ. 18ο,  Thursday, January 7, 2010

http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/15.html