Κώστας Βεργόπουλος, Η ανάρμοστη σχέση

Η ανάρμοστη ηθικοποίηση της κρίσης*

 Κώστας Βεργόπουλος, Ελλάδα-Ευρώπη, η ανάρμοστη σχέση

Του Γιάννη Στρούμπα

Οι τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις επαναφέρουν διαρκώς στο προσκήνιο την άποψη πως για την κρίση που βιώνουν σήμερα οι ασθενέστερες χώρες της ευρωζώνης, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, ευθύνεται η μεγάλη απόσταση που τις χωρίζει από τις ευρωστότερες, όπως αυτή αποτυπώνεται σε ποικίλους οικονομικούς δείκτες.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 368, 1/6/2013.

Η σχέση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη χαρακτηρίζεται από πολλούς «ανάρμοστη», αν και εντελώς ατεκμηρίωτα και αβασάνιστα. Ακόμη όμως κι αν η σχέση χαρακτηριζόταν δικαίως ανάρμοστη, θα γινόταν να καταστεί γόνιμη αντί να οδηγηθεί σε διαζύγιο, υποστηρίζει ο Κώστας Βεργόπουλος στο βιβλίο του «Η ανάρμοστη σχέση: Ελλάδα-Ευρώπη».

Μια δημιουργική οικονομική διαχείριση αποτελεί προϋπόθεση για την εξομάλυνση των ενδοευρωπαϊκών σχέσεων. Οι ανισομέρειες μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, επισημαίνει ο Βεργόπουλος, δεν είναι μεγαλύτερες από αυτές, για παράδειγμα, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας με την Ευρώπη, ούτε από αυτές μεταξύ αρκετών πολιτειών στις Η.Π.Α. Στις Η.Π.Α., ωστόσο, ενεργοποιούνται ομοσπονδιακοί μηχανισμοί που αντισταθμίζουν τις ανισότητες κι εξασφαλίζουν την ενότητα του αμερικανικού οικοδομήματος. Θα μπορούσε να εξελιχθεί και η ευρωζώνη σε «Άριστη Νομισματική Περιοχή», δηλαδή σε περιοχή όπου συνυπάρχουν υπό το ίδιο νόμισμα χώρες καταρχήν οικονομικά αταίριαστες;

Η μετατροπή της ευρωζώνης σε «Άριστη Νομισματική Περιοχή» είναι, κατά τον Βεργόπουλο, δυνατή υπό προϋποθέσεις, οι οποίες μάλιστα φανερώνουν ότι η «αριστοποίηση» δεν λαμβάνεται ως δεδομένη εκ των προτέρων, αλλά εξασφαλίζεται εκ των υστέρων. Η κυριότερη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της «αριστοποίησης», σαν καταληκτικής εξέλιξης, είναι η διαρκής μεταβίβαση σταθεροποιητικών και αναπτυξιακών πόρων από τις πλεονασματικές περιοχές προς τις ελλειμματικές, ώστε να μειώνονται οι τοπικές ανισομέρειες και να ενισχύεται η συνολική οικονομική συνοχή του ευρωπαϊκού χώρου. Το συγκεκριμένο μοντέλο ήδη εφαρμόστηκε, άλλωστε, την περίοδο 2000-2008, μα η εφαρμογή του διακόπηκε με την ανάδειξη ως «πρωταρχικού» τού προβλήματος χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Γερμανοί τραπεζίτες θεωρούν σήμερα ότι βασική αιτία για την τρέχουσα κρίση δημόσιου χρέους στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας είναι οι σταθεροποιητικές και αναπτυξιακές μεταβιβάσεις πόρων. Η σύγκλιση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών απορρίπτεται ως ζημιογόνα για τη Γερμανία. Όπως όμως επισημαίνει ο Καναδός νομπελίστας οικονομολόγος Ρόμπερτ Μάντελ, που είναι και ο εισηγητής της έννοιας της «Άριστης Νομισματικής Περιοχής», δεν γίνεται να «αριστοποιηθεί» ένας διεθνής οικονομικός χώρος χωρίς κόστος για τη δύναμη που τον ηγεμονεύει. Άλλωστε δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα της ηγεμονικής δύναμης απορρέουν, εν πολλοίς, από την ενοποιημένη λειτουργία των υπόλοιπων χωρών, ενώ και τα πλεονάσματα που κατευθύνονται προς τις περιφερειακές χώρες δεν χαρίζονται, παρά συνιστούν δάνεια.

Η απόρριψη μιας πολιτικής σύγκλισης όχι μόνο δεν διασώζει το κοινό νόμισμα, αλλά αποτελεί την πιο ριζική αμφισβήτησή του. Αντίθετα, ο πλέον ασφαλής τρόπος για τη διασφάλιση των δανειστριών χωρών δεν είναι η διακοπή της χρηματοδότησης και η ύφεση που την ακολουθεί, αλλά η συνέχιση της χρηματοδότησης και η επέκταση των εισοδημάτων στην περιφέρεια, ώστε να εξασφαλίζεται υπό ομαλές συνθήκες η αποπληρωμή των χρεών. Στο πρωταρχικό μέτρο της μεταβίβασης πόρων από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές περιοχές θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά η ενοποίηση της αγοράς κρατικών ομολόγων και του κόστους δανεισμού. Η ευθυγράμμιση του κόστους δανεισμού, επισημαίνει ο Βεργόπουλος, είναι το αναγκαίο πρώτο βήμα προς την πραγματική ενοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών δημόσιου χρέους. Χωρίς ενοποιημένη αγορά κρατικών ομολόγων δημιουργείται κατακερματισμός στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές, που ευνοεί την ανάπτυξη της κερδοσκοπίας.

Για την αντιμετώπιση της κρίσης θα έπρεπε η ανάπτυξη να προηγείται της σταθεροποίησης του χρέους. Άλλωστε, εάν το δεύτερο θα ‘χε συμβεί, δεν θα συνέτρεχε κανείς λόγος για την όποια βοηθητική λειτουργία της Ε.Ε. προς τις ελλειμματικές της χώρες. Αντί όμως να επιδιώκεται η ανάπτυξη, προκρίνεται η εκ διαμέτρου αντίθετη αντιπαραγωγική επιλογή, που ενισχύεται από μια συστηματική εκστρατεία ιδεολογικής καταρράκωσης της κοινωνίας, ώστε αυτή να «ετοιμάζεται» για κάθε «θυσία» που της επιβάλλεται, υπό τον μανδύα της «σκληρής, αλλά δίκαιης και σωτήριας τιμωρίας». Όλοι θεωρούνται ένοχοι, εκτός από τις αγορές, τις τράπεζες, τους χρηματιστές και τους κερδοσκόπους, δηλαδή τους πραγματικά ενόχους. Την κρίση την επωμίζονται, ακόμη κι από το υστέρημά τους, όσοι δεν φέρουν καμία πραγματική ευθύνη γι’ αυτήν, και καλούνται να τη «θεραπεύσουν» οι ίδιοι που την προκάλεσαν! Για την αποτυχία της ιθύνουσας τάξης ενεργοποιούνται η αποϊδεολογικοποίηση και η αυτοενοχοποίηση της κοινωνίας.

Η Ευρώπη, σύμφωνα με τον Αμερικανό οικονομολόγο Τζέφρεϊ Σακς, φέρει μεγάλη ευθύνη επειδή επέτρεψε στη Γερμανία να «ηθικοποιήσει» την κρίση και να της προσδώσει τιμωρητική διάσταση. Εάν όμως η ηθική ήταν προϋπόθεση των οικονομικών νόμων, τότε δεν θα χρειαζόταν η οικονομία. Το Βερολίνο θα μπορούσε να επιλύσει το τεχνικό πρόβλημα επισφάλειας των ευρωπαϊκών τραπεζών, προτίμησε ωστόσο να το περιπλέξει με ηθικούς όρους, που το κατέστησαν ανεπίλυτο. Η Γερμανία, επικαλούμενη τον «σωφρονισμό» των «σπάταλων» και «παρασιτικών» ευρωπαϊκών χωρών, μεταχειριζόμενη την ηθικολογία, εξασφαλίζει για τον εαυτό της φτηνό χρήμα, στερώντας το όμως από τους εταίρους της, για τους οποίους αυτό ακριβαίνει, με αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση του συνόλου της ευρωζώνης. Προωθώντας την «παγίδα ρευστότητας» σε βάρος των εταίρων της, αυτοπαγιδεύεται η ίδια σ’ αυτήν, με δική της επιλογή κι ευθύνη. Γι’ αυτό και ο Σακς τονίζει πως η τρέχουσα οικονομική κρίση στις χώρες της νότιας Ευρώπης δεν έχει σχέση με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, το οποίο επικαλείται η γερμανική κυβέρνηση, αλλά απορρέει από τον χρηματοπιστωτικό στραγγαλισμό που επιβλήθηκε στις ευρωπαϊκές χώρες του νότου αμέσως μετά από την πυροδότηση της διεθνούς κρίσης του 2008.

Κάθε περικοπή της εσωτερικής ζήτησης, λόγω της πολιτικής τής λιτότητας, είτε στις Η.Π.Α. είτε στην Ευρώπη, αποτελεί, όπως εξηγεί ο Βεργόπουλος, μια απολύτως ασυγχώρητη αυτοχειρία. Δεδομένου πως οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αντιπροσωπεύουν μόλις το 10% του Α.Ε.Π. των αναπτυγμένων δυτικών χωρών, συνάγεται ότι το 90% του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού προϊόντος εξαρτάται από την εσωτερική κατανάλωση. Όταν λοιπόν καταρρέει η εσωτερική κατανάλωση λόγω της λιτότητας, εύλογα καταρρέει στη συνέχεια και η οικονομία. Ειδικά από τους Έλληνες η πολιτική της λιτότητας εκλαμβάνεται ως αρπαγή των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων τους, καθώς και του δημόσιου κι εθνικού τους πλούτου. Γι’ αυτό η διακύβευση σήμερα για την Ελλάδα δεν πρέπει να είναι τόσο η «ακεραιόφρων» εφαρμογή της ευρωπαϊκής συνταγής, όσο η απόδειξη του εσφαλμένου χαρακτήρα της. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στις Η.Π.Α. ένας διαφορετικός χειρισμός της κρίσης, με την αύξηση των δαπανών προς διατήρηση της απασχόλησης, αποφέρει ήδη διαφορετικά αποτελέσματα από τα ευρωπαϊκά.

Ο σύγχρονος χρηματοπιστωτικός στραγγαλισμός και η ύφεση καθιστούν κάθε χρέος μη εξυπηρετήσιμο. Εκτός από τις ισχυρές κοινωνικές αντιστάσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της Ε.Ε., ακόμη και ο υπόλοιπος κόσμος αξιώνει πια από τη Γερμανία και την Ε.Ε. άμεση αλλαγή της υφεσιακής πολιτικής, που εφαρμόζεται στην Ευρώπη από «μαθητευόμενους δογματικούς και καθυστερημένους νεοφώτιστους στη σχολή του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού», όπως τους χαρακτηρίζει ο Βεργόπουλος. Έτσι, αντί να επέρχεται σύγκλιση κι ενοποίηση, σημειώνεται αύξουσα απόκλιση και διασπορά μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Κι αντί να προσαρμόζονται οι εργατικοί μισθοί στην ανταγωνιστικότητα, προσαρμόζεται η ανταγωνιστικότητα στο εργασιακό κόστος. Είναι λάθος όμως να προσαρμόζονται οι μισθοί προς τα κάτω, και όχι οι επενδύσεις προς τα πάνω. Άλλωστε ήδη από την εποχή του Βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς είναι γνωστό πως καμία αύξηση της ανταγωνιστικότητας δεν επιτυγχάνεται με την αποδιοργάνωση κι αυτοκαταστροφή της εγχώριας αγοράς μιας χώρας. Αντίθετα, οι συνέπειες της αυτοκαταστροφής «εξάγονται» και στις υπόλοιπες χώρες που συναλλάσσονται μ’ εκείνη. Ούτε και είναι τυχαίο πως οι ανταγωνιστικότερες οικονομίες στον κόσμο είναι όσες εμφανίζουν το υψηλότερο εργασιακό κόστος: Η.Π.Α., Γερμανία, Ελβετία, Σουηδία.

Οι κατηγορίες σε βάρος των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων, και η κατάδειξή τους ως των υπευθύνων για την ελληνική υπερχρέωση και χρεοκοπία, συγκαλύπτει πως το πραγματικό πρόβλημα είναι η υπερσυγκέντρωση του πλούτου προς τα πάνω. Η τρέχουσα οξύτατη κρίση δεν προήλθε τόσο από κάποιον υποθετικό «υπερκαταναλωτισμό», όσο από την υπερεπένδυση και υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, με παράλληλη επέκταση της φτώχειας και των κοινωνικών αποκλεισμών σε ευρυνόμενα τμήματα του πληθυσμού. Ο Γάλλος δημοσιογράφος Εμμανουέλ Τοντ εξηγεί πως η φυγή των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από την Ευρώπη και η ανενόχλητη εισαγωγή των προϊόντων της «ασιατικής μιζέριας», κατέστρεψαν το κοινωνικό κράτος και τον κοινωνικό ιστό στην Ευρώπη. Γι’  αυτό προτείνει την εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού προστατευτισμού.

Δεδομένης της αρπαγής και της συσσώρευσης του πλούτου έναντι των θυμάτων, η αποχώρηση των τελευταίων από τις ευρωπαϊκές δομές και το κοινό νόμισμα δεν αποτελεί για τον Βεργόπουλο την ενδεδειγμένη λύση. Η αποχώρηση των θυμάτων θα ισοδυναμούσε με την άφεση αμαρτιών των θυτών. Γι’ αυτό ο συγγραφέας προτείνει τη διεκδίκηση, εκ μέρους των πληττόμενων ευρωπαϊκών χωρών, περισσότερης σύγκλισης και συνοχής. Αυτό είναι νόμιμο δικαίωμα των θυμάτων, δικαίωμα που δεν πρέπει για κανέναν λόγο να απεμπολήσουν, προτού τους αποδοθούν τα οφειλόμενα. Η δε διεκδίκησή τους επιβάλλεται να επιχειρείται εντός μιας κοινής συμμαχικής πορείας με τον υπόλοιπο πληττόμενο ευρωπαϊκό νότο.

Με επίκληση επίσημων οικονομικών στοιχείων και με τεκμηριωμένα επιχειρήματα, ο Βεργόπουλος ανατρέπει όλη την κατεστημένη επιχειρηματολογία που γίνεται δεκτή ακόμη κι από τα «αυτομαστιγωνόμενα» οικονομικά θύματα, αποκαλύπτει με παρρησία τους πραγματικούς θύτες της κρίσης, καυτηριάζει την απληστία τους, και προτείνει ρεαλιστικές λύσεις, με σεβασμό στους ευρωπαϊκούς λαούς και το κοινό τους όραμα προς μια ουσιαστική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Μπορεί η σχέση της Γερμανίας με τους λοιπούς λαούς να μοιάζει «ανάρμοστη», όμως είναι δυνατή η συμβίωση και η προσαρμογή, με τη λειτουργία μηχανισμών αλληλεγγύης μεταξύ των εταίρων. Η διαυγής ματιά των αδυνάμων χαρίζει αισιοδοξία. Το νεανικό σύνθημα «Είμαστε 99%, είσαστε το υπόλοιπο 1%», ας δίνει το έναυσμα για την απεμπλοκή από τις μονομερείς κινήσεις της ολιγαρχίας του χρήματος.

Κώστας Βεργόπουλος, «Η ανάρμοστη σχέση: Ελλάδα-Ευρώπη», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ. 240. 

Επιλεγμένα κείμενα

   «Ενώ η Ευρώπη, υπό γερμανική έμπνευση, διατηρεί την πίεση επάνω στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με την επίκληση ηθικού, παιδαγωγικού και σωφρονιστικού στόχου, με τη σειρά της η ελληνική ιθύνουσα τάξη μεταφέρει και επαυξάνει την πίεση προς τα αδύναμα μεσαία και κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, με στόχο όχι μόνον να επωμιστούν κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν το σύνολο του κόστους της υποθετικής προσαρμογής και σταθεροποίησης, αλλά επίσης με στόχο να καταρρακωθούν ιδεολογικά και τελικά να προσχωρήσουν στο «ιδεολόγημα του πόνου», που τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση για την υποθετική εξαγορά «αμαρτιών» του παρελθόντος, τις οποίες εντούτοις άλλοι διέπραξαν.»

 

 «Βρισκόμαστε οπωσδήποτε μακριά από την πρώιμη μεταπολεμική αντίληψη σχετικά με τις δυνατότητες της εκβιομηχάνισης και της βαριάς βιομηχανίας, ακόμη και μέσα στις συνθήκες της σύγχρονης συμπληρωματικότητος με τις ευρωπαϊκές οικονομίες, έστω και αν αυτή περιοριστεί στην αξιοποίηση του βεβαιωμένου ενεργειακού και ορυκτού πλούτου της χώρας. Οπωσδήποτε αυτές οι κατευθύνσεις παραμένουν σημαντικές και δεν πρέπει να υποτιμώνται, αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι εξασφαλίζεται έτσι είτε η βιωσιμότητα είτε η ανάπτυξη της χώρας. Ας μη λησμονούμε ότι δεν υπήρξε στην ιστορία περισσότερο παραδοσιακή μορφή αποικιακής εξάρτησης από αυτήν που βασίστηκε στην εξόρυξη ορυκτού πλούτου και στις εξαγωγές από τον πρωτογενή τομέα. Αυτή ήταν η οδός για την ένταξη στο παγκόσμιο αποικιοκρατικό σύστημα, από τον 16ο αιώνα, τόσο με τις μαζικές εξαγωγές πολύτιμων μετάλλων από την αμερικανική ήπειρο όσο και με τις εξαγωγές προϊόντων από φυτείες και μπαχαρικών με προέλευση από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ακόμη και στη συνέχεια η μετεγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στον Τρίτο Κόσμο, σε αναζήτηση μειωμένου εργασιακού κόστους, θεωρήθηκε επίσης ως νεότερη και περισσότερο εξελιγμένη μορφή νεοαποικιακής εξάρτησης. Το ανάλογο ισχύει σήμερα με τη μετεγκατάσταση στις αναδυόμενες χώρες μεταποιητικών δραστηριοτήτων, για τις οποίες όμως οι χώρες του κέντρου συνεχίζουν να κατακρατούν τα έσοδα από τις ευρεσιτεχνίες, από τα πνευματικά δικαιώματα και γενικότερα από την παραγωγή διαρκώς ανανεούμενων νέων τεχνολογιών. Ακόμη και χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και η Νότια Αφρική, παρά τις εντυπωσιακές βιομηχανικές επιδόσεις τους, παραμένουν οιονεί «φόρου υποτελείς» στις δυτικές χώρες, λόγω των πληρωμών για ευρεσιτεχνίες και «πνευματικά βιομηχανικά δικαιώματα», που οφείλουν να αποδίδουν στους «εισοδηματίες» που τα κατοχυρώνουν από τις χώρες του παγκόσμιου κέντρου. Το πρόβλημα των βιομηχανικών δικαιωμάτων συνδέεται άρρηκτα με τα ποσά που δαπανώνται για την έρευνα στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες και για τα οποία καμία απολύτως αναδυόμενη χώρα δεν είναι σε θέση να συναγωνιστεί την Αμερική, ούτε καν την Ευρώπη.»

 

«Η αιτία της καθοδικής και αποσυνθετικής δυναμικής στη Γηραιά Ήπειρο δεν εντοπίζεται τόσο στην υπερχρέωση των ευρωπαϊκών κρατών-μελών, όσο, κυρίως, στην επιλογή της λιτότητος εισοδημάτων και των περικοπών δημοσίων δαπανών, που όχι μόνον δεν διευκολύνουν την αποπληρωμή των συσσωρευμένων δημοσίων χρεών, αλλά και εξωθούν το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας σε υφεσιακή συρρίκνωση και σε αποσυνθετική δυναμική. Με την επιλογή μηδενικών και αρνητικών ρυθμών, εξασθενούν οι ανταλλαγές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών-μελών και, αντί σύγκλισης με στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, επέρχεται απόκλιση. Εν τούτοις, η ευρωπαϊκή οικονομία, όσο υπερχρεωμένη και αν θεωρηθεί, δεν είναι οφειλέτης έναντι του υπόλοιπου κόσμου, καθ’ όσον τα δημόσια χρέη οφείλονται εντός της ευρωπαϊκής νομισματικής περιοχής. Εάν η Ευρώπη δανειζόταν από άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως αυτό συμβαίνει με τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα της ενδεχόμενης ιστορικής παρακμής του οφειλέτη. Από τη στιγμή που η Γηραιά Ήπειρος δεν είναι μόνον μεγάλος οφειλέτης, αλλά ταυτόχρονα ακόμη πιο μεγάλος πιστωτής του εαυτού της και το ευρωπαϊκό σύνολο παραμένει ισορροπημένο στις τρέχουσες εξωτερικές συναλλαγές του, η ενδεχόμενη ιστορική παρακμή του προκύπτει με αποκλειστικά δική του επιλογή και δεν ανταποκρίνεται σε κανενός είδους ιστορική αναγκαιότητα.»

 

«Αυτοανακηρυγμένοι «ψύχραιμοι εκτιμητές» υποστηρίζουν επίσης με εξίσου ατεκμηρίωτη και δογματική έπαρση ότι για κάθε θέση δημοσίου υπαλλήλου χάνονται δύο θέσεις εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, εάν αυτή η διαβεβαίωση δεν συνιστά αποκύημα τρομολαγνίας, θα πρέπει οι ίδιες να εξηγήσουν γιατί δεν επαληθεύεται, αλλά διαψεύδεται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και ειδικότερα στις περισσότερο ανεπτυγμένες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT, κατά το μοιραίο έτος της κρίσης (2009), στην Ελλάδα οι συνολικές δαπάνες μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων είχαν ανέλθει σε 19,1% του ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα στη Γερμανία ήσαν 19,7%, στη Γαλλία 24,5%, στην Ολλανδία 28,2%, στη Δανία 29,7%, στη Σουηδία 28,1%, στο Βέλγιο 24,6%, ακόμη και στον υπερφιλελεύθερο «κελτικό τίγρη», την Ιρλανδία, αυτές οι δαπάνες ανέρχονταν σε 19,4%, ενώ στον μέσο όρο της Ευρωζώνης των 15 έφθαναν στο 22,6%. Στη Βρετανία, που θεωρείται πρότυπο φιλελεύθερης οικονομίας, οι αντίστοιχες δαπάνες μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων το αυτό έτος ανέρχονταν σε 23,4% και στη μικρομέγαλη και αλαζονική Φινλανδία σε 25,7%. Το θεώρημα ότι η δημόσια απασχόληση κατατρώγει την ιδιωτική αποδεικνύεται έωλο, απολύτως αβάσιμο, παραπλανητικό και εγκυμονεί τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε εσφαλμένες οικονομικές και πολιτικές επιλογές, που όχι μόνον δεν βελτιώνουν τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας, αλλά απειλούν να την αποσαθρώσουν και να την επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο.»

 

«Το παθητικό μιας χώρας δεν καταγράφεται στο χρέος του κράτους έναντι των πολιτών του, αλλά στο χρέος της χώρας, τόσο δημόσιο όσο και ιδιωτικό, έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Ενώ διεξάγεται τεράστια συζήτηση για το αμερικανικό εξωτερικό χρέος, που έχει φθάσει στα 14,3 τρισ. δολάρια, παρασιωπάται ότι το αντίστοιχο της Ευρωζώνης είναι παρεμφερές: 14,2 τρισ. κι ακόμη, ενώ το αμερικανικό χρέος ανέρχεται σε 105% του ΑΕΠ, αυτό της Ευρωζώνης φτάνει ήδη στο 120%. Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ, στην Ευρώπη των 27 το εξωτερικό χρέος φθάνει μόλις στο 90% του ΑΕΠ. Προφανώς, η Ευρωζώνη εξασφαλίζει στα μέλη της επαχθές προνόμιο: με την ένταξη στο ευρώ, το εξωτερικό χρέος, αντί να τίθεται υπό έλεγχο, εκτινάσσεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Ακόμη και της «ενάρετης» Φινλανδίας το εξωτερικό χρέος είναι σήμερα 200% του ΑΕΠ, της Ολλανδίας 344%, της Γαλλίας 188%, της Ισπανίας 157%. Με κριτήριο πάντα το εξωτερικό χρέος κατά κεφαλήν κατοίκου, η κατάσταση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή: 46.377 δολάρια για κάθε Αμερικανό, αλλά 43.110 δολάρια για κάθε κάτοικο της Ευρωζώνης, ενώ ο κάτοικος της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 οφείλει αισθητά λιγότερα: 27.382 δολάρια. Ομοίως, ο κάθε Έλληνας οφείλει 49.525 δολάρια, αλλά ο Ολλανδός 226.503, ο Ιρλανδός 515.671, ο Γάλλος 74.410, ο Γερμανός 57.646, ο Ισπανός 52.588. Μεγάλα και προβληματικά εξωτερικά χρέη έχουν συσσωρευθεί στην Ευρωζώνη, και το χειρότερο είναι ότι, αντί να μειώνονται με τη λειτουργία του συστήματος του ευρώ, επαυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς. Αυτό και μόνον δηλώνει με σαφήνεια ότι υπάρχει κάτι νοσηρό στο Βασίλειο του ευρώ: οι χώρες-μέλη βλέπουν κάθε μέρα τη διεθνή χρηματοπιστωτική τους θέση να επιδεινώνεται, αντί να βελτιώνεται. Και το ευρώ, αντί να τις προστατεύει, αποβαίνει κύριος παράγων της αποπροστασίας και επιδείνωσης.»

 

«Οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες εντυπωσιάζονται περισσότερο από τους Έλληνες συναδέλφους τους με τις απροσδόκητα υποτονικές αντιδράσεις του ελληνικού λαού στο πρόγραμμα της υποτιθέμενης δημοσιονομικής εξυγίανσης, που εφαρμόζεται στη χώρα μας υπό την επίβλεψή τους. Τους είχε διαφύγει η ικανότητα της κυβέρνησης, τόσο της «συντηρητικής» όσο και της «σοσιαλιστικής», ακόμη και της «τεχνοκρατικής», να παραπλανά τους εργαζομένους, να τους ενοχοποιεί για δαπάνες που άλλοι έχουν κάνει, να μεταθέτει στους ώμους τους τα βάρη, συγκαλύπτοντας τους πραγματικούς υπεύθυνους, εν ονόματι κάποιας υποθετικής εξυγίανσης, που όμως ούτε καν διαφαίνεται ακόμη και στον πιο απόμακρο ορίζοντα. Με τα Μνημόνια, 90% των «θυσιών» επιρρίπτονται σε μισθωτούς και συνταξιούχους, που διαθέτουν μόνον 48% του ΑΕΠ, ενώ στα υψηλότερα εισοδήματα, που διαχειρίζονται 52% του ΑΕΠ, επιρρίπτεται μόνον 10% των «θυσιών». Οι τελευταίες δεν θα έπρεπε να ονομάζονται «θυσίες», εφόσον εξακολουθούν να υστερούν όχι μόνον κατά την αναλογική συμμετοχή των δικαιούχων στις έκτακτες περικοπές και εισπράξεις, αλλά και κατά την απλή συμμετοχή τους στο εθνικό εισόδημα. Η επιχείρηση Μνημόνια όχι μόνον συγκαλύπτει τους υπεύθυνους της ελληνικής χρεοκοπίας, αλλά και τους ανταμείβει με πρόσθετα οφέλη, εις βάρος των ίδιων πάντοτε θυμάτων και χωρίς προοπτική πραγματικής εξυγίανσης σε οιοδήποτε βάθος χρόνου.

 Ότι η χώρα χρειάζεται αναδιάρθρωση δεν αμφισβητείται. Όμως, αυτό θα έπρεπε να γίνεται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη την οποία επιλέγουν σήμερα οι κυβερνήσεις υπό την επίβλεψη των πιστωτών της χώρας. Με τον στιγματισμό του «υπερκαταναλωτισμού», υποθάλπεται ηθελημένη σύγχυση, που ενοχοποιεί τους πάντες, συγκαλύπτοντας την πραγματική φύση του προβλήματος τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την ευρωπαϊκή. Στη διάρκεια της δεκαετίας 1990-2000 η ιδιωτική κατανάλωση στη χώρα μας ανερχόταν σε 73% του ΑΕΠ, την επόμενη δεκαετία 2000-2010 η ίδια ανήλθε σε 72% και το 2011 σε 71% του ΑΕΠ. Το ύψος της κατανάλωσης παραμένει υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, όμως αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το εισόδημά μας είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Όσο φτωχότερη μια χώρα τόσο υψηλότερος ο δείκτης κατανάλωσης. Ωστόσο, ενόσω η κατανάλωση στη χώρα μας τελεί υπό πίεση και βαίνει μειούμενη, αυτό δεν μπορεί να θεωρείται αιτία του σημερινού αδιεξόδου. Το αντίθετο συμβαίνει με τις επενδυτικές δαπάνες παγίου κεφαλαίου, που από 19% του ΑΕΠ στη δεκαετία 1990-2000 εκτινάχτηκαν σε 21% την επόμενη δεκαετία. Κατά την 8ετία 2001-2008 οι επενδυτικές δαπάνες σε βιομηχανικούς εξοπλισμούς αναπτύχθηκαν σωρευτικά στη χώρα μας με ασύγκριτα υψηλότερο ρυθμό απ’ ό,τι κατά την αυτή περίοδο στη Γερμανία. Παρεμφερής με την ελληνική ήταν η σωρευτική επέκταση των επενδυτικών δαπανών στις περιφερειακές χώρες της Ευρώπης, που σήμερα έχουν βυθιστεί σε κρίση υπερχρέωσης: Ισλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία. Στις περιφερειακές χώρες τα κέρδη του κεφαλαίου ήσαν υψηλότερα, ενώ τα εισοδήματα της εργασίας παρέμειναν χαμηλότερα και υπό αύξουσα συμπίεση. Αποτέλεσμα για όλες ήταν όχι η υπερκατανάλωση, αλλά το αντίθετό της: υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, που όμως δεν συνοδεύτηκε από συνακόλουθη επάρκεια ζήτησης και αγορών. Αυτό οδήγησε σε υπολειτουργία του εγκατεστημένου παραγωγικού δυναμικού, σε κεφαλαιική απώλεια και σπατάλη, κυρίως λόγω πλεονεξίας της τάξης των κεφαλαιούχων. Στην Ελλάδα, πρώτο θύμα της υπερσυσσώρευσης, η σπατάλη παραγωγικού εξοπλισμού καταγράφεται με τον βαθμό χρησιμοποίησής του: από 77% κατά το έτος αιχμής 2007, κατέπεσε σε 68% το 2010. Στη Γερμανία ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, από 87,5% το 2007, κάμφθηκε σε 80% το 2010. Την αυτή περίοδο, στην περιφερειακή Ευρώπη καταγράφεται η μεγαλύτερη πτώση στη χρήση του παραγωγικού δυναμικού: στην Ισπανία και στην Ιταλία κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες. Σήμερα η κρίση είναι οξύτερη στην περιφέρεια απ’ ό,τι στο κέντρο της Ευρώπης. Όμως, όχι γιατί η περιφέρεια υπερκαταναλώνει, αλλά κυρίως γιατί υπερεπενδύει, διοχετεύοντας εκεί τα υπερκέρδη της, ενώ ταυτόχρονα δεν επεκτείνει ανάλογα την εσωτερική αγορά της, αλλά τη συρρικνώνει.

Πολλά κυκλοφορούν σχετικά με την υποθετική υπερκατανάλωση των ελληνικών νοικοκυριών, που φέρεται ότι χρηματοδοτήθηκε με υπερδανεισμό. Ωστόσο, το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών ανέρχεται σήμερα σε 50% του ΑΕΠ, ενώ στον μέσο όρο της Ευρωζώνης το αντίστοιχο μέγεθος φτάνει στο 66%. Ας σημειωθεί ακόμη ότι πάνω από τα μισά ελληνικά νοικοκυριά δεν έχουν ποτέ λάβει κανενός είδους δάνειο. Στις υπόλοιπες χώρες το χρέος των νοικοκυριών είναι σαρωτικό: 176% του ΑΕΠ στη Βρετανία, 130% στις ΗΠΑ, 95% στη Γερμανία, 93% στη Γαλλία, ενώ μόλις 70% στην Ιταλία και στην Ισπανία. Η Ιρλανδία ακολουθεί το πρότυπο των αγγλοσαξονικών χωρών, με χρέος νοικοκυριών 176% του εισοδήματος. Εάν για τις τελευταίες έχει κάποια βάση η υπόθεση του υπερκαταναλωτισμού, για την ευρωπαϊκή περιφέρεια, και ιδίως για τη χώρα μας, ο υποκαταναλωτισμός, σε συνδυασμό με τα υπερκέρδη και την υπερσυσσώρευση, έχει πολύ μεγαλύτερη βάση. Στις άλλες χώρες, το Δημόσιο υπερχρεώθηκε στο μέτρο που προσήλθε αρωγός στη διάσωση των ιδιωτικών επιχειρηματικών τομέων που είχαν χρεοκοπήσει. Στη χώρα μας το Δημόσιο υπερχρεώθηκε επίσης, όμως όχι για να τροφοδοτεί κάποια υποθετική λαϊκή κατανάλωση, αλλά κυρίως προκειμένου να αφήνει ακέραια και αλώβητα τα υπερκέρδη του ιδιωτικού τομέα. Φυσικά, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η σημερινή επιλογή του περιορισμού των δημοσίων δαπανών εφαρμόζεται πάντα και χωρίς εξαίρεση προς την κατεύθυνση των κοινωνικά αδύναμων, πάντα προς την κατεύθυνση του κόσμου της εργασίας, ποτέ προς εκείνη των ισχυρών του χρήματος. Κι όμως, μόνον η δεύτερη επιλογή θα άνοιγε δρόμο για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης, για νέο ορίζοντα με διάρκεια.

Το πώς η χώρα μας οδηγήθηκε στην υπερχρέωση και στη χρεοκοπία κυκλοφορεί ως λαϊκό αφήγημα, τόσο πειστικό, που δεν εξαρτάται από καμία τεκμηρίωση βάσει διαθέσιμου πραγματολογικού υλικού και συνεπώς δεν υπόκειται σε έλεγχο, ούτε σε επιβεβαίωση, ούτε σε διάψευση. Η άρχουσα τάξη ενοχοποιεί γι’ αυτό τις αρχόμενες, και αυτές αποδέχονται και «ομολογούν» την ενοχή τους με εντυπωσιακή προθυμία, αυταπάρνηση και αυτομαστίγωση. Για την υπερχρέωση της χώρας καίρια ευθύνη αποδίδεται στο παρασιτικό και σπάταλο κράτος, στο πελατειακό σύστημα, στο φθηνό χρήμα, στον καταναλωτισμό των λαϊκών και μεσαίων τάξεων, εκτός από εκείνον των ανώτερων. Η χώρα φέρεται ότι συντηρούσε βιοτικό επίπεδο ανώτερο των δυνάμεών της, ανώτερο αυτού που επέτρεπε και δικαιολογούσε το επίπεδο παραγωγικότητος και ανταγωνιστικότητος της εργασίας και της οικονομίας.

Στη διαμόρφωση του πλέον μη περαιτέρω βιώσιμου νεοελληνικού «τερατουργήματος» φέρονται ότι έχουν συμβάλει όλοι οι συντελεστές που δεν αποδέχτηκαν την εικόνα της «μικρής αλλά έντιμης» Ελλάδας και επέλεξαν να βιώνουν στη χλιδάτη, τεχνητή και εικονική πραγματικότητα, της οποίας το τέλος ήταν από την αρχή προβλεπτό και προδιαγεγραμμένο: η αριστερή κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, οι συντεχνίες και γραφειοκρατίες, που άλωσαν το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, η δράση των πολιτικών κομμάτων, των φοιτητικών παρατάξεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι πελατειακές συναλλαγές ψηφοφόρων με τους εκπροσώπους τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αποδέχονται την τρέχουσα κρίση υπερχρέωσης όχι μόνον ως αδήριτη συνέπεια του «μη βιώσιμου» κοινωνικού και οικονομικού προτύπου που ακολουθούνταν από την εποχή της Μεταπολίτευσης, αλλά και ως αναγκαία, σωτήρια και ευεργετική διαδικασία, που προορίζεται να εξυγιάνει την ελληνική κοινωνία από τις παραδοσιακές παθογένειές της.

Ωστόσο, εάν σήμερα κάτι έχει περιέλθει σε οξύτατη κρίση, αυτό δεν είναι τόσο η παραδοσιακή ελληνική κοινωνία, η οποία είχε ήδη ξεπεραστεί πριν από αρκετές δεκαετίες, όσο κυρίως οι φιλοδοξίες και απόπειρες «εκσυγχρονισμού» της. Δεν είναι τόσο κάποια υποθετική διάχυση εισοδήματος, είτε πραγματικού είτε εικονικού, προς τα κάτω, προς τα λαϊκά και μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, όσο κυρίως η υπερσυγκέντρωση πραγματικού πλούτου προς τα επάνω, που ευθύνεται κατά κύριο λόγο για το σημερινό αδιέξοδο της εθνικής υπερχρέωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ευρωπαϊκή οικονομία, κατά την 8ετία 2001-2008, που προηγήθηκε της κρίσης, το ελληνικό εθνικό εισόδημα αυξήθηκε συνολικά σε σταθερές τιμές κατά 32%. Κατά το αυτό διάστημα η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 21%, ενώ παράλληλα το πραγματικό μοναδιαίο κόστος εργασίας δεν αυξήθηκε, όπως πιστεύεται, αλλά μειώθηκε κατά 2%. Αυτό σημαίνει ότι τα οφέλη από τη βελτίωση της παραγωγικότητος κατανεμήθηκαν καθ’ ολοκληρίαν στην πλευρά των επιχειρήσεων, παρά σε εκείνη της μισθωτής εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, δεν σημειώθηκε κάποια έκρηξη της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθόσον η τελευταία εξελίχθηκε με περίπου παρεμφερή ρυθμό, 32%. Το εθνικό εισόδημα αυξήθηκε, χωρίς όμως να αυξηθεί η ροπή προς κατανάλωση στον ιδιωτικό τομέα, που παρέμεινε περίπου σταθερή. Όσον αφορά την κατανάλωση του Δημοσίου, επιβραδύνθηκε, καθόσον η μεταβολή της ήταν μόλις 20,4% στο σύνολο της 8ετίας, δηλαδή όχι μόνον δεν επεκτάθηκε, αλλά υστέρησε αισθητά της αύξησης του εθνικού εισοδήματος. Το ελληνικό κράτος ήταν πολύ περισσότερο σπάταλο πριν από μία και δύο δεκαετίες απ’ ό,τι τη στιγμή που ξέσπασε η τρέχουσα κρίση υπερχρέωσης.»

Ένα σχόλιο στο Κώστας Βεργόπουλος, Η ανάρμοστη σχέση

  1. Το Μανιτάρι του Βουνού

    Διάβασα:

    Πέθανε την Πέμπτη (Σημείωση από τΜτΒ: 9-11-2017) στο Παρίσι σε ηλικία 75 ετών ο Κώστας Βεργόπουλος, σπουδαίος οικονομολόγος, διανοητής και συγγραφέας. Ο θάνατός του επήλθε από αιμάτωμα στο κεφάλι έπειτα από σύντομη νοσηλεία.

    Ο Κώστας Βεργόπουλος, γεννήθηκε το 1942 στην Αθήνα και στη συνέχεια σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, όπου αναγορεύθηκε διδάκτορας.

    Το 1974 εξελέγη καθηγητής οικονομολογίας στην Σορβόννη και αργότερα το 1992 καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2002 ήταν καθηγητής οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, ενώ υπήρξε επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της βόρειας και της νότιας Αμερικής. Παράλληλα εργάστηκε ως εμπειρογνώμονας στον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

    Υπήρξε διευθυντής του προγράμματος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τη Μεσόγειο (UNITAR) και μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την απορρύθμιση και την ανταγωνιστικότητα στην Ευρώπη. Την περίοδο 1997-1999 διετέλεσε επικεφαλής του Vision Group του ASEM που είχε σκοπό την τόνωση των δεσμών και της συνεργασίας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ενώ ήταν μέλος του συμβουλίου του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

    Επίσης είχε γράψει και συμμετάσχει στη συγγραφή διάφορων επιστημονικών έργων, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί από τα ελληνικά σε άλλες γλώσσες. Μεταξύ αυτών:

    Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, 1975.
    Η απο-ανάπτυξη σήμερα;, 1986.
    Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, 1993.
    Κράτος και οικονομική πολιτική στον 19ο αιώνα, 1994.
    Παγκοσμιοποίηση, η μεγάλη χίμαιρα, 1999.
    Ποιος φοβάται την Ευρώπη – Ανατομία ενός μύθου, 2000.
    Το τέλος του κύκλου, 2002.
    Η αρπαγή του πλούτου, 2005.
    Το μεγάλο ρήγμα, 2007.
    Οι αμετανόητοι, 2010.
    Μετά το τέλος, 2011.
    Η ανάρμοστη σχέση, 2012.
    Το μαύρο και το κόκκινο, 2014.
    Η νέα παγκόσμια αναταραχή, 2017.