ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗΣ

Του Δημήτρη Μαυρόπουλου*


Δημήτρης Κουτρουμπς πρξε να π τ πρόσωπα ποὺ παιξαν καθοριστικ ρόλο στ θεολογικ πράγματα κατ τ δεύτερο μισυ το 20o  αώνα, χοντας συμβάλλει οσιαστικ  γι  τν πανεύρεση τς θεολογικς κα πνευματικῆς λήθειας τς ρθόδοξης παράδοσης, ποὺ π τ τέλη το 19ου αώνα εχε ρχίσει νὰ  γλυστράει σὲ καδημαϊσμό, σχολαστικισμ καὶ  εσεβισμό. Εναι δύσκολο ν μιλήσει κανες γι’ ατν, δυσκολότερο ν τν σκιαγραφήσει. Πρόσωπο κάπως ντιλεγόμενο, πὸ λλους τιμήθηκε ς αθεντία καὶ πὸ λλους λοιδορήθηκε ς «σπερμολόγος»· λλοι τν γάπησαν γι τν λήθεια του κα τν καλοσύνη του καὶ λλοι ντέδρασαν ξαιτίας τς παρρησίας του.

Κατόρθωσε να συναντηθε, μέσα πὸ  τν προσωπική του πορεία κα τς ναζητήσεις του, μ μεγάλα πνευματικ ρεύματα κα παραδόσεις, νὰ ντλήσει, πως μέλισσα, σους καλος χυμούς, κα νὰ λοκληρωθε μσα στν ρθόδοξη νατολικὴ κκλησία στν ποία γεννήθηκε κα παραδόθηκε.

Τ μεγάλο μυστήριο στὸ ποο τν δήγησαν οἱ ναζητήσεις του κα πο τ θεωροσε ς τν καταξίωση τοῦ νθρώπου, ταν τ μυστήριο τς Σαρκώσεως το Λόγου. Τόνιζε διαίτερα τ γεγονς τι Υἱὸς κα Λόγος το Θεο προσέλαβε τν παλαιὰ νθρώπινη φύση, μ τν μπειρία κα τ σφραγίδα ποὺ φερε πάνω της, μι σφραγίδα σύγχυσης κα θανάτου τι χωρς νὰ ρνηθε κανένα της στοιχεο, τν νακαίνισε κα τς πέδωσε τὸ ρχαο της κάλλος, τν ρχαία της δόξα, κι τσι νακαινισμένη, σώα, κέραιη καὶ γιή, τν στησε στ δεξιὰ  τοῦ  Πατρός. Ατ τ μυστήριο, τόνιζε Δημήτρης Κουτρουμπς, καλε  τν κάθε νθρωπο νὰ πιχειρήσει τν νάλογη κίνηση: ν προσαγάγει τ φύση του – τ πάθη του, τ λόγο του, τν μπειρία του, τν πορεία κα τ συμβεβηκότα τς ζως του – στν ναστημένο ησο καὶ  ν  τν ναποθέσει στος παντοκρατορικος κόλπους τς γίας Τριάδος. χι ρνούμενος τ φύση του, λλ περνώντας την πὸ  τ  θάνατο τς κολυμβήθρας, γι  ν  τν δηγήσει στ μεταμόρφωση το  Θαβώρ, σφυρηλατώντας σ’ ατὴ  τν πορεία τν νακαινούμενο νθρωπο.

Συνήθιζε ν τονίζει πίσης, νάμεσα σλλες στορίες πο  διηγόταν π  τν Συναξαριστή, στν ποο ντρυφοσε, τν στορία τοῦ γίου Κόνωνα τοῦ σαυρίας: ταν μισόκαλος στειλε τ δαιμόνια νὰ  τν παρασύρουν στν δὸ  τς πωλείας, κενος κατόρθωσε ν  τ μεταστρέψει π δαιμόνια τς καταστροφς σ δυνάμεις πηρετικς τοῦ νθρώπου κα κατ’ πέκταση τς δόξας το  Θεο. Καὶ πεξηγοσε τι ργο τοῦ νθρώπου δν εναι νὰ ρνεται τ γνώση το κόσμου τούτου, λλὰ  ν τν προσάγει ς σμύρνα, χρυσὸ  κα  λιβάνι στ πόδια τοῦ σπαργανωμένου Παιδίου.

Δημήτρης Κουτρουμπς γεννήθηκε στν θήνα, στς 21 ουλίου το 1921.  πατέρας του Γεώργιος, θηναος μπορος, καταγόταν π τν Καστανι τς Σπάρτης, καὶ  μητέρα του ναστασία π τ Βάβδο τς Χαλκιδικς. Μοναχοπαίδι, ποὺ  οἱ  γονες του τὸ πέκτησαν σ μεγάλη σχετικὰ λικία, τυχε πιμελημένης φροντίδας, διαίτερα γιατὶ π μικρς διακρίθηκε γι τς νοητικές του κανότητες. Ο παιδικς θρησκευτικς μπειρίες του ταν τακτικς κκλησιασμς μ τος γονες του, κάποια προσκυνήματα καὶ θικς νουθεσίες πλν ερέων τς κκλησίας τς γειτονις του, μιὰ νεπίγνωστη εσέβεια, πο στὰ φηβικά του χρόνια ποχώρησε. Τελειώνοντας τὸ  Πειραματικὸ  σχολεο θηνν, γγράφεται τ 1938 στν ατρικ σχολ  το Πανεπιστημίου, μ τ φιλοδοξία ν διακριθες χειρουργός. Πρν μως τελειώσει τ φοίτηση, να τραμα στ δεξί του πόδι ξελίσσεται σ φλεγμονὴ πικίνδυνη γι τ ζωή του. Ατὴ  περιπέτεια καταλήγει τελικ  σὲ γκύλωση το  δεξιοῦ  γόνατος – μιὰ ναπηρία πο θὰ χει σημαντικς συνέπειες γι’ ατόν. Ἡ ξέλιξη ατ γίνεται φορμ  νὰ κδηλωθον ντονες μεταφυσικς νησυχίες, καὶ ἡ νάγκη πιλογς νέων στόχων τν δηγε στν ναζήτηση παντήσεων σ θέματα παρξιακά. Βρισκόμαστε δη στς ρχς τς γερμανικς κατοχς κα εναι φανερὸ τι τ γενικ κλίμα δύνης πηρεάζει τν ψυχικό του κόσμο παράλληλα μ  τν προσωπική του περιπέτεια. Διαβάζει θρησκευτικὰ ντυπα τς ποχς καὶ ρχεται σὲ παφ μ κύκλους πο ατ τὰ ντυπα κφράζουν. Πρν μως οἱ παφς ατς προλάβουν νὰ ποδώσουν, γνωρίζεται συμπτωματικ μὲ ησουτες μοναχος πο παρεπιδημον στν θήνα κα ποὺ  θεολογική τους μόρφωση εναι ντυπωσιακή. Νομίζει τι στν πνευματικ παράδοση ποὺ κπροσωπον θ βρε τς  παντήσεις ποὺ ναζητάει, ν παράλληλα τν συγκινεῖ διαίτερα τ λατρευτικ τυπικ τς Καθολικς κκλησίας. Μ τ τέλος το πολέμου πιχειρεῖ να ταξίδι στ Γαλλία, που γνωρίζεται μ μεγάλα νόματα το Καθολικισμο, καὶ πιστρέφει στν λλάδα. δ, στερα πὸ πίπονες σωτερικς διευθετήσεις, ποφασίζει ν προσχωρήσει στ τάγμα τν ησουϊτν κα τ Σεπτέμβριο το 1946 ντάσσεται στς τάξεις τους ς δόκιμος μοναχός. Τν διο μήνα γκαταλείπει τν λλάδα γι  νὰ ρχίσει μιδοιπορία σ Δύση καὶ νατολή, σπουδάζοντας τ φαινόμενα καὶ  τὰ  νοούμενα τς ζως μέσα π τ φιλοσοφία καὶ  τ θεολογία τς Καθολικς κκλησίας.

π  τὸ  1946 ς τ 1949 σπουδάζει φιλοσοφία στ Heythrop College τς ξφόρδης, νῶ π τ Σεπτέμβριο τοῦ  1948 πισκέπτεται συχν τ Λυών, στν ποία παραμένει καὶ λόκληρο τ 1949 γιὰ  ν  παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας στ College de Mongré.  παραμονή του στ Λυν συνδέεται μ τ γνωριμία τς μάδας τοῦ  Pere de Lubac, μις μάδας πο δείχνει μεγάλο νδιαφέρον γι τν παράδοση τν λλήνων Πατέρων τς νατολς. νεαρς Κουτρουμπς εναι μιὰ λπίδα γι τος νθρώπους ατούς, χι μόνο γι τς κανότητές του τς πνευματικές, λλ κα γιατὶ   μητρική του γλώσσα κα παράδοση μπορε  ν τος βοηθήσει στς ναζητήσεις τους.

Τὀ  1950 ὁ  Δημήτρης Κουτρουμπς στέλνεται γι  νὰ  διδάξει στ Πανεπιστήμιο St. Joseph  τς  Βηρυτο.

δη μως χουν ρχίσει νὰ ναφαίνονται τὰ ποτελέσματα διεργασιν πο γίνονται μέσα του. σπόρος τς μητρικς πίστης, ἡ ποία δν εχε πάψει νὰ  τν  πασχολε, πως γράφει διος σ στενό του φίλο, τὸ νδιαφέρον τς μάδας το Pere de Lubac γι τν παράδοση τς νατολικς κκλησίας, γνωριμία του μ τν π. Lev. Gillet, κα κυρίως σπουδ τν λλήνων Πατέρων, τν δηγον σ μι πρώτη σύγκρουση μ τος δελφούς του τς Βηρυτο, ποὺ κδηλώνεται ς διάσταση μεταξ τς γγλοφιλίας πο τοῦ ποδίδεται κα τς γγλοφοβίας τν Γάλλων ησουϊτν. Ἡ ποχώρησή του π τ Τάγμα γίνεται τ Μάιο το 1952 κα διατυπώνεται μ τν διπλωματικ κώδικα τν ησουϊτν ς «παράκληση γιὰ ποχώρηση».

ς τ τέλη το 1953 πιχειρε  διάφορα ταξίδια μὲ φετηρία πάντα τ Βηρυτό: στος γίους Τόπους, ποὺ χουν προσκυνηματικ κυρίως χαρακτήρα, κα πο τ μνημόνευε διαίτερα στος φίλους του σο ζοσε, στ Ρώμη, στ Γαλλία, στν γγλία, κα σύντομες παραμονς στν λλάδα, στν ποία καπιστρέφει ριστικ στς ρχς το 1954. φυγε π’ ατ σὲ λικία 23 τν καὶ πιστρέφει σὲ λικία 33. Σημειώνει ὁ διος σὲ να «προσωπικό» του κείμενο:

«Κανονικά  μ τν τρόπο πο σκέφτομαι τώρα  θὰ πρεπε, θὰ ταν φυσικώτερο κα λογικώτερο ν εχα ρχίσει μ τν ρθοδοξία.

Γι λόγους μως γι τος ποίους ν μέρει φταίω γώ, ν μέρει φτανε τ πράγματα, φταίει᾿ καἡ δια ἡ ρθοδοξία (, ρθότερα, φτανε᾿  οἱ ρθόδοξοι, πο  δν συμμορφώνονται πρς τ δόγματα καὶ  τος κανόνες τς ρθοδοξίας) ρχισα μ τ μελέτη κα τν ξέταση κα τ δοκιμ το καθολικισμο.

π τ δοκιμὴ  ατὴ πεκόμισα μι πείρα. ρχισα ν πιστεύω τι δν εναι καθόλου βάσιμος  ὁ σχυρισμς το Χριστιανισμοῦ τι ατς εναι ἡ ῾ὁδς᾿  ποὺ δηγε τν νθρωπο στν λήθεια κα στ Ζωή.

ρχισα πίσης νὰ νακαλύπτω τὴ  σημασία, τν πλοτο, τν ραιότητα, τ σπουδαιότητα τς  ρθοδοξίας…

Γιὰ  ν π ροχωρήσω πὸ δ  πο  βρίσκομαι,   φυσικώτερος, ὁ  λογικώτερος, ὁ οκοδομικώτερος᾿  καὶ ῾ὀργανικώτερος ᾿ δρόμος εναι, νομίζω, ἡ ρθοδοξία.

Μὲ λλα λόγια ν προσπαθήσω – μ τ χάρη το  Θεο καὶ σο πιτρέπουν ἡ δυναμία, ἡ μαρτία καὶ ἡ λογία μου – ν γνωρίσω τν  ρθοδοξία, νὰ  τν ζήσω, ν φθάσω δι’ ατς  κα῾ μετ’  ατς᾿ στ Τέλος».

π τ 1954 ς τ 1958 προσπαθε  νὰ ναγνωρίσει τν «οκεον τόπον» κα ν σπουδάσει τν πλοτο  τς  ρθόδοξης παράδοσης. Ζε μ τ χήρα μητέρα του – πατέρας του χει πεθάνει τ 1952 – κα γι ν συντηρηθεῖ  παραδίδει μαθήματα γαλλικς καὶ γγλικς γλώσσας – γλσσες πο τς κατέχει σὲ ριστο βαθμό. Φίλοι του τν συστήνουν κα προσλαμβάνεται σὲ πεύθυνη θέση το  Γραφείου ποκαταστάσεως Προσφύγων τς πάτης ρμοστείας το ΟΗΕ, θέση ποὺ ποδεικνύεται μοιραία γι’ ατόν. σοι ζοσαν κοντά του διαπίστωναν πολ γρήγορα τι ὁ νθρωπος ατς δυνατοσε ν ξεχωρίσει τὴ  διαφορὰ νάμεσα σ μία κα  σὲ κατ δραχμές. διαχείριση χρηματικν ποσν πο τοῦ νατέθηκε π τν πηρεσία του τν δήγησε σ μία σύγχυση λογαριασμν καὶ π πανικ  μήπως κατηγορηθε  γι  «κατάχρηση» πούλησε τ πατρικό του σπίτι στν  θήνα γι  ν  εναι «οκονομικς ντάξει» μ  τν πηρεσία του. Χαρακτηριστικ  δεγμα  τς  φέλειάς του εναι τι τ σπίτι πουλήθηκε γι  ποσὸ σο μ’ κενο πο παρουσιαζόταν στὰ  χαρτιά του ς λλειμμα – καὶ ταν σήμαντο τ ποσ ατό. Στὸ ξς γκαθίσταται μ τ μητέρα του στ Βουλιαγμένη, σ’ να σπιτάκι ποὺ  οκογένειά του τ  διατηροσε γι παραθερισμό, να τοιμόρροπο κτίριο. Οσιαστικὰ π τότε ρχίζει  μι καινούργια περίοδος τς ζως του, πο θ τν ναδείξει Διδάσκαλο τς Θεολογίας κα Μάστορα  – πως τοῦ ρεσε ν τν ποκαλον – «οκοδομούμενων οκων» καθενς πο τν πλησίαζε. Τ σπιτάκι στ Βουλιαγμένη θ γίνει κέντρο μαθήσεως γι πολλος ποὺ  εχαν τν τύχη ν τν γνωρίσουν.

π τ 1958 ς τ 1964 θ προσφέρει τ λόγο του κα τν πείρα του σ μι προσπάθεια ν κάνει γνωστὴ  τ γνήσια πατερικ  καὶ  μυστικὴ  θεολογία στος πεύθυνους θεολογικος κύκλους το τόπου του. Βλέποντας τι μ τν καδημαϊκ  θεολογικ  κόσμο δν χει τ δυνατότητα ν  διαλεχθε, στρέφεται σ κύκλους νδιαφερομένων πνευματικν νθρώπων πο  τος  ργανώνει σ  μικρς μάδες καὶ  τος  κάνει «θεολογικ φροντιστήριο». Νεαρο  θεολόγοι νδιαφέρονται νὰ κούσουν τ λόγο του πο τν ασθάνονται ς  καινότητα ζως, ν κάποιοι φίλοι θ τν καταφέρουν ν δημοσιεύσει ρθρα του στ περιοδικ «νάπλασις» κα «κτίνες». Στὰ ρθρα ατὰ πιχειρε ν γνωρίσει στος σύγχρονούς του τ θεολογία τοῦ γίου Γρηγορίου το  Παλαμ, το Νικολάου Καβάσιλα, τοῦ γίου Νικοδήμου τοῦ γιορείτου, τ θεολογικὴ  καὶ  φιλοσοφικ σκέψη τν μεγάλων θεολόγων τς ρωσικς διασπορς.

δη βρισκόμαστε στς ρχς τς δεκαετίας το  ’60, ταν, δειλὰ  στν  ρχὴ λλὰ μφαντικὰ ργότερα, ρχίζουν ν συζητονται παραγνωρισμένα στοιχεα τς ρθόδοξης πνευματικότητας, ν  παρατηρεται μιὰ πομάκρυνση πὸ  τν καδημαϊκ κα σχολαστικ θεολογία καὶ πὸ  τ  θρησκευτικὰ  σχήματα, νὰ μφανίζεται μι στροφ πρς τ μυστικ κα πατερικ παράδοση τς ρθοδοξίας κα μία ναγέννηση το μοναχισμο, κυρίως στὸ γιον ρος. Θὰ ταν πωσδήποτε περβολικὸ  νὰ  διατυπωθεῖ ἡ ποψη τι λα ατὰ φείλονται στν Δημήτρη Κουτρουμπ, λλ θὰ ταν πίσης παράλειψη ν μν τονιστε σημαντικς ρόλος πο διαδραμάτισε ατς ὁ νθρωπος στν μφάνιση κα αξηση τοῦ νδιαφέροντος γι τν ρθόδοξη πνευματικότητα, γι τ σπουδή της κα τ φανέρωσή της. χοντας ζήσει κα σπουδάσει λλες πνευματικς παραδόσεις, ξερε νὰ ναζητάει, ν φέρνει στν πιφάνεια κα ν προβάλλει τος κανόνες γι τ φιλοτέχνηση τς θείας εκόνας.

Τ 1964 δέχεται ν συνεργαστε γι τν κδοση νς νέου περιοδικοῦ  πο τ ξεκιν «μιὰ μάδα νθρώπων ποὺ νδιαφέρονται ν γνωρίσουν καὶ  ν  μελετήσουν τν στορικ πραγματικότητα (καὶ τ  σχετικὴ ρμηνεία τς ζως κα  το κόσμου, τν νσαρκωμένη σ’ ατ τν πραγματικότητα) πο λέγεται ρθοδοξία», πως σημειώνει διος. Τ περιοδικ «Σύνορο» θ κυκλοφορήσει δώδεκα τεύχη. Τ δέκατο τρίτο θ μείνει τύπωτο στὸ  τυπογραφεο,  ταν μάδα τν νθρώπων πο τὸ ξέδιδαν ποφασίζει στς 24 πριλίου 1967, Μεγάλη Δευτέρα, νὰ ναστείλει τν κδοσή του γιατὶ ὁ λεύθερος λόγος χει φιμωθε. ς τότε, Δημήτρης Κουτρουμπς ταν ἡ  ψυχὴ  το  περιοδικο: προσέφερε τ  θεωρητικὴ ποδομή, συνέβαλε στν προγραμματισμ  τν τευχν, πρότεινε ρθρα γι νὰ  μεταφραστον, θεωρώντας τς περισσότερες φορς ατς τς μεταφράσεις, ἢ γραφε ὁ διος  πάντα μ ψευδώνυμο. σο κυκλοφοροσε τ περιοδικό, τ μέλη τς μάδας συγκεντρώνονταν κάθε δεκαπέντε μέρες καὶ  οσιαστικ μαθήτευαν κοντά του σπουδάζοντας ναν νέο λόγο ποὺ κπληκτοι καταλάβαιναν τι ταν λόγος τς δικς τους, τς ρθόδοξης παράδοσης. λλ κι ταν νεστάλη ἡ κδοση, «παρέα το Συνόρου» ξακολούθησε τς δεκαπενθήμερες συγκεντρώσεις, σ’ λη τ διάρκεια τν δίσεκτων χρόνων, μ τν Δημήτρη Κουτρουμπ κέντρο ατν τν συναντήσεων.

π τ 1966 γκαθίσταται σ διαμέρισμα πο το παραχωρε φίλος του, στ Παγκράτι – τ σπιτάκι στ Βουλιαγμένη χει καταντήσει ν  μν μπορε  πι  ν κατοικηθεῖ  τὸ  χειμώνα. Ατ  τ  νέο «στέκι», κοντ  στν θήνα, πιτρέπει σ περισσότερους νθρώπους, λληνες καὶ λλοδαπούς, ν τν πισκέπτονται. Κι χι μόνο γι μι θεωρητικὴ  κατάρτιση, λλ καὶ  γι  προσωπικ «ναψυχή» – ν’ κουμπήσουν πάνω του τς νησυχίες τους, τς στενοχώριες τους, τς θλίψεις τους. Σημειώνει ὁ διος, τν κτώβριο το 1966, γι τὸ ργο πο ασθάνεται τι πιτελε:

«… μ τν δημιουργία νς  περιβάλλοντος᾿ μπορῶ χι μόνον ν παίρνω λλ κα  ν δίνω στος λλους…

φο δν εμαι σοφς᾿  γι  ν δίνω στος  λλους σοφία, δν εμαι  ῾ἀρχηγς᾿  γι  ν δίνω στος  λλους κατευθύνσεις κα καθοδηγήσεις, δν  εμαι παράγων τς κοινωνικς, οκονομικς, πιστημονικς ἢ παγγελματικς ζως, γι  ν συμβάλλω χρησίμως στ σύνολο, ς προσπαθήσω τουλάχιστον  ξιοποιώντας τν σχετικ εκολία το χαρακτρα μου, τ μόνον τάλαντον᾿, μου ν δημιουργήσω γύρω μου μι μικρὴ ῾ὄασιν᾿, που ο γνωστοὶ  κα  ο  φίλοι μου θὰ  μπορον ν βρίσκουν κάποιαν νακούφιση, κάποια θαλπωρή, κάποιο ξέσπασμα, κάποιο ασθημα τι δν εναι ντελς μόνοι, νευ ξίας, χωρς φίλους, χωρς κατανόηση».

Καὶ  κατορθώνει νὰ  δημιουργήσει ατ τν αση, που κάθε συνομιλητής του κι κάθε φίλος του βρίσκουν στοιχεα παραγνωρισμένα τοῦ αυτο τους, δυνατότητες ν σκέπτονται κα  νὰ ποφασίζουν γι τν πιτέλεση ργου σπουδαίου. Συνηθίσαμε νὰ νομάζουμε μαιευτικὴ  σωκρατικ τ μέθοδο πο χρησιμοποιον δάσκαλοι πως Δημήτρης Κουτρουμπς: μὲ πομονὴ καὶ πιμονὴ πιχειρον ν  καθοδηγον π τὰ πλ  στ σύνθετα, πὸ  τς ασθητς πραγματικότητες στν ποκάλυψη τς λήθειας, π τος «καιρος κα χρόνους» το κόσμου τούτου στν φθαρτη δόξα τς γδοης  μέρας  τς Βασιλείας.

πρξε νας π τος Δασκάλους κείνους ποὺ  ξέρουν νὰ πισκέπτονται τ βάθη τς γς, τ βάθη το κάθε νθρώπου, νὰ νακαλύπτουν τν πολύτιμο λίθο κα  νὰ  τν φέρνουν στν πιφάνεια. Ἡ ποδειγματική του εγένεια φερνε σους τν συναναστρέφονταν σὲ μηχανία, τος κανε συχν ν διερωτνται γι τ τί σπουδαο δωσαν στε νξίζουν τόσες εχαριστίες. Κα μόνον ν κάποιος ποψιαζόταν τι ἡ ξία του βρίσκεται στὸ τι εναι εκόνα το Θεο, στω καὶ μαυρωμένη,   στὸ τι φέρνει τ σφραγίδα τοῦ ρνίου, κι τι χάρη σ’ ατ τ δωρεὰ   Δάσκαλος ατς τν γαποσε κα τν εχαριστοσε ποὺ πάρχει, τότε καταλάβαινε κα τ πραγματικό του ργο: ν πορευθεῖ λεύθερα καὶ πεύθυνα τ δρόμο πρς τ Τέλος. Ποτέ του δν καθοδήγησε κ τοῦ μφανος. λλὰ ξερε ν βοηθάει προσφέροντας στν καθένα τν κατάλληλη θεωρητικὴ ποδομή, στε ὁ λλος, μόνος του πιά, ν βρίσκει τ δρόμο πο θὰ κολουθήσει.

Τ 1970 πιλέγει νὰ κκλησιάζεται στ ναὸ  τν  γίων ναργύρων τς Πλάκας, τ γνωστ Μετόχι το Παναγίου Τάφου. Ο λόγοι ατς  τς  πιλογς θ πρέπει νὰ ναζητηθον ν μέρει στν κκλησιαστικ κατάσταση τς λλαδικς κκλησίας, μ τν παρουσία στν ρχιεπισκοπικ θρόνο νς μφιλεγόμενου ς πρς τν κλογή του προσώπου, ν μέρει στν γαθ συγκυρία νὰ πηρετον στ Μετόχι χαριτωμένοι πὸ  τν  Θε κληρικο  κα  διακονοντες (ὁ είμνηστος Σεβαστείας Γερμανς ς ξαρχος, ο  νεαροὶ ερες ρίσταρχος κα Κάλλιστος, φοιτητς τότε, χαρισματικς ψάλτης Θεόδωρος Χατζηθεοδώρου). παρουσία του κε φέρνει στ Μετόχι ρκετος φίλους του κα  μαθητές του καὶ  γίνεται τόπος να λειτουργικ κέντρο. Στὸ  Μετόχι θ γνωρίσει καὶ λλους νεαρος κληρικούς, πως τν π. Θεόφιλο (σήμερα Πατριάρχη εροσολύμων), τν π. Εδόκιμο (σήμερα γούμενο τς Μονς γίου Σάββα) κα τν π. Θεοφάνη (σήμερα ξαρχο το Πατριαρχείου στν θήνα). Στν κκλησιαστικ κόσμο, λλ κα ερύτερα, ρχίζουν ν μιλον γι τν «παρέα το Μετοχιο».

Τ 1974 πιστρέφει στ Βουλιαγμένη, σ’ να καινούργιο διαμέρισμα πο μερικο φίλοι του κατόρθωσαν ν οκοδομηθε στ θέση το παλαιο σπιτιο μ τ σύστημα τς «ντιπαροχς». Τ «στέκι» λλάζει χρο, λλ κατ μία θλιβερὴ συγκυρία γίνεται περισσότερο «κλειστό». Στ  τέλη τοτους ατοῦ  χάνει τ μητέρα του, γεγονς ποὺ πηρεάζει σημαντικ  τὴ  ζωή του κα τν δηγε  στν ναζήτηση περισσότερης συχίας. Συντελε σ’ ατ καὶ ἡ πιδείνωση τς γείας του ξαιτίας τς σωματικς του δυσκινησίας, ρχίζουν τ σπλάχνα ν παρουσιάζουν νεπαρκ λειτουργία. χοντας νάγκη μις μονιμότερης συντροφις λίγων νθρώπων, συνδέεται περισσότερο μ μερικ φιλικά του πρόσωπα, στε νὰ  μπορεῖ  ν  μιλάει γιὰ  «οκογένεια» κα νὰ ναζητάει σ’ ατν μι θαλπωρή. ξακολουθε πάντως νὰ ποτελε πόλο λξεως γι πολλος ποὺ ναζητον τ θεωρητικ θεμελίωση τν μεταφυσικν τους ναζητήσεων τν οκοδομητικ διάλογο γύρω π τς σκέψεις τους κα τς παρατηρήσεις τους.

Τ καλοκαίρι το 1978 πιχειρεῖ να ταξίδι στν γγλία, που ποβάλλεται σὲ ατρικς ξετάσεις. Ἡ γεία του δν βελτιώνεται κα τ Μάρτιο το 1981 ξαναφεύγει γι τν γγλία, που παραμένει ς τν μέρα τοῦ  θανάτου του, κτς πὸ να ξάμηνο διάστημα (Μάρτιος-Σεπτέμβριος 1982) παραμονς στν λλάδα.

Θ μποροσε ν πε κανες τι φιερώθηκε σ δύο γυνακες ποὺ πηρέασαν βαθι τ ζωή του. μία βρισκόταν ν πορεί πρς τ δικαιοσύνη το Θεο, ἡ λλη πισκοποσε π τ δόξα της. Τν πρώτη προσπάθησε ν τν πηρετήσει μ τν γάπη του κα τς σες σωματικς δυνάμεις διέθετε. Τν λλη τν πηρέτησε μ τ λόγο κα μ τ λατρεία του. Στ τέλη το 1974 πρώτη, μητέρα του, τν φησε γι ν συνεχίσει τν πορεα της στν νω ερουσαλήμ. σως τσι ξηγεται μιὰ γκατάλειψη τοῦ αυτο του – χωρς φροντίδες γι τ γήινα – ποὺ ρχισε ν κλιμακώνεται πρς τν φεση συχίας κα τν σωστρέφεια. Μέχρι ποὺ ὁ διος παραδόθηκε στος κόλπους τς δεύτερης, τς Παναγίας, τν ποία τόσο μνησε  κα δόξασε στ ζωή του. φησε  τν τελευταία του πνοὴ  τὰ  μεσάνυχτα τς 1ης πρς τ 2η Μαρτίου 1983, ερηνικά, ψιθυρίζοντας τὸ νομά Της. Πέθανε σ’ να χωρι τς νατολικς γγλίας, στ Denver το Downham Market τς παρχίας Norfolk. Προηγουμένως εχε ζητήσει ν ταφε στ Walsinham, μι  μικρὴ  πόλη τς διας περιοχς, ποὺ ποτελε μεγάλο θρησκευτικ προσκύνημα, μι πόλη φιερωμένη στν Παναγία, που ρθόδοξοι, Καθολικο καὶ γγλικανο δοξάζουν καθημεριν τὸ νομά Της.

* Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα (Καισαριανή) το 1944 από μικρασιάτες γονείς. Τέλειωσε τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δίδαξε ως θεολόγος στη Μέση Εκπαίδευση από το 1969 μέχρι το 1989. Υπήρξε μέλος της ομάδας που εξέδιδε το περιοδικό «Σύνορο» (1964-1967). Από το 1982 μέχρι το 1989 υπήρξε βασικός συνεργάτης στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ «Σήμερα είναι Κυριακή». Το 1978 ξεκίνησε την έκδοση των «Απάντων» του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ιδρύοντας τον εκδοτικό οίκο «Δόμος», τον οποίο διευθύνει μέχρι σήμερα. Το 1986 ίδρυσε σεμινάριο με τον τίτλο «Θεολογικό εργαστήριο», στο οποίο παραδίδει μαθήματα θεολογίας. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Είναι πατέρας τριών παιδιών. [http://www.perizitito.gr/persons.php?personid=40560

ΠΗΓΗ: http://www.jerusalem-patriarchate.info/gr/view.php?message_id=97