Οικονομική Κρίση – καημός της ρωμιοσύνης ΙI

Η οικονομική Κρίση και ο καημός της ρωμιοσύνης – Μέρος ΙΙ

 

Του Γιώργου Καραμπελιά


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η Αθήνα της Τουρκοκρατίας

Η πιο εμβληματική περίπτωση μιας πόλης που σαν μετέωρο ανέβηκε στο στερέωμα του ελληνισμού, κατά τον 18ο αιώνα, και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς εξ αιτίας των επιδρομών των τουρκο-αλβανικών συμμοριών, υπήρξε η Μοσχόπολη, η «Αθήνα της Τουρκοκρατίας», σύμφωνα με τον Φάνη Μιχαλόπουλο. Η περίπτωσή της είναι, ίσως, η πλέον χαρακτηριστική και ενδεικτική των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο βιοτεχνικο-μικροϊδιοκτητικός, υπό ανάδυσιν, πρωτο-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, απέναντι στον «ληστρικό τρόπο παραγωγής».

Η Μοσχόπολη βρίσκεται στη Βόρειο Ήπειρο, δυτικά της Κορυτσάς, σε ένα λεκανοπέδιο με υψόμετρο 1.200 μέτρα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, ήταν ίσως το μεγαλύτερο εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο του ελλαδικού χώρου, με 8.000 σπίτια, με πληθυσμό άνω των 40.000 κατοίκων και φημισμένα εργαστήρια ταπητουργίας, υφαντουργίας, χαλκουργίας και χρυσοχοΐας. Η πόλη εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά από τους κατοίκους της στα 1769 και μεταβλήθηκε σε «πόλη-φάντασμα», εξ αιτίας των αλλεπάλληλων επιδρομών των «Τουρκαλβανών».

Παρότι ιδρύθηκε σχετικά πρόσφατα – γύρω στα 1500 –,  είχε ξεπεράσει και τα ίδια τα Γιάννινα, μεταθέτοντας το κέντρο του ηπειρωτικού ελληνισμού βορειότερα, εντάσσοντας τους βλαχόφωνους Έλληνες σε μια ανοδική πορεία οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης. Από εδώ κατάγονται μεγάλοι έμποροι όπως ο Σίνας, ο Καζαντζής κ.ά., εδώ θα δημιουργηθεί η περίφημη σχολή που θα ονομαστεί «Νέα Ακαδήμεια», καθώς και τυπογραφείο, γύρω στα 1730. Και όμως, το 1769, με την ευκαιρία του ρωσο-τουρκικού Πολέμου του 1768, στίφη ατάκτων Τουρκαλβανών θα καταστρέψουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης και το σύνολο του πληθυσμού θα μεταναστεύσει. Η οικογένεια Σίνα θα μετεγκατασταθεί στην Αυστρία και αρκετοί από τους  αστούς της πόλης θα στραφούν σε εμπορο-χρηματικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, στη Γεωγραφία Νεωτερική, «Πρωτύτερα πόλι δν ταν τίποτε. Ο Βοσκοπολται χουν κ παραδόσεως, πς ταν μόνο δεκξ καλύβαις βοσκν π τ ποο κα νομάστηκε Βοσκόπολι». Η καθυστερημένη δημιουργία και ανάπτυξη της πόλεως, μετά την τουρκική κατάκτηση, καθώς και ο πρωτογενώς κτηνοτροφικός χαρακτήρας της την έκαναν εξ αρχής μια πόλη χωρίς τουρκική παρουσία. Οι κάτοικοι, αφού πλούτισαν ως κτηνοτρόφοι, άρχισαν να επεξεργάζονται τα μαλλιά και δημιούργησαν αρχικώς οικοτεχνία και στη συνέχεια βιοτεχνία μάλλινων υφασμάτων, τέλος, με καραβάνια εγκαινίασαν το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων, ενώ «α γυ­να­κες α­τν πε­ρι­κνη­μί­δων κα πε­ρι­πο­δί­ων ­σαν ­ρι­σται πλέ­κτριαι», και οι καπότες, οι τσόχες, οι φανέλες που κατασκεύαζαν ήταν περιζήτητες. Σταδιακώς, εγκαταστάθηκαν στην πόλη Έλληνες, βλαχόφωνοι και ελληνόφωνοι, καθώς και Αλβανοί από όλη τη Μακεδονία και την Ήπειρο, για να διαφύγουν τους εξισλαμισμούς, οι δε κάτοικοι του Μετσόβου και του Σκαμνελίου δημιούργησαν δικούς τους συνοικισμούς (Μετσοβίτ μαχαλεσί και Σκαμνελίτ μαχαλεσί). Ο Πουκεβίλ αναφέρει πως η πόλη είχε περίπου 12.000 σπίτια και 60.000 πληθυσμό, δηλαδή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τα Ιωάννινα των  20.000 και ανάλογου μεγέθους με τη Θεσσαλονίκη. Ο Αραβαντινός την περιγράφει ως «το μέγιστον των εμπορικών κέντρων απάσης της Ιλλυρικής χερσοννήσου». Αυτόπτης που τύπωσε γεωγραφία της Ελλάδας, το 1826, μιλάει για 40.000 πληθυσμό. Τον ίδιο αριθμό δίνει και ο Κούμας, καθώς και ο Λωρέντης και ο Leake. Ο Κουτσονίκας, στην Ιστορία του, παρουσιάζει σε λίγες σελίδες μια γενική εικόνα της Μοσχόπολης:

­πάν­των τού­των τν συ­νοι­κι­σμν ­ξέ­χου­σα ν πε­ρί­φη­μος με­γα­λού­πο­λις, Μοσχόπο­λις, ­τις πε­ρ τς ρ­χς το 18 α­­νος ν­θει κα ­πρ­χεν ες τν κο­λο­φ­να το πλού­του τς Βι­ο­μη­χα­νί­ας κα το μ­πο­ρί­ου, ­χου­σα πε­ρ τς 12 χι­λιά­δας ο­κο­γε­νει­ν ν γέ­νει χρι­στια­νν, πεν­τή­κον­τα συν­τε­χνεί­ας, Γυ­μνά­σιον ν­τε­λέ­στα­τον, ες πα­ρε­δί­δον­το τ ­ψη­λό­τε­ρα μα­θή­μα­τα κα δι­ά­φο­ροι γλσ­σαι ε­χον προ­σέ­τι Τυ­πο­γρα­φε­ον […]. Ε­χε δ προ­σέ­τι ρ­γο­στά­σια ­ρι­ού­χων κα τος λαμ­προ­τά­τους ­ε­ρος Να­ούς, ο­οι ο­δα­μο τς Ε­ρω­πα­ϊ­κς Τουρ­κί­ας ­πάρ­χουν […]. Ες τν πό­λιν ταύ­την ε­χε με­τα­φέ­ρει τν κα­θέ­δραν του δι’  ­ου­στι­α­νί­ου Δόγμα­τος δι­α­τε­λν ­νε­ξάρ­τη­τος ρ­χι­ε­πί­σκο­πος ­χρη­δν πρ­τος ­ου­στια­νς ­χων ­π τν δι­και­ο­δο­σί­αν του δώ­δε­κα Μη­τρο­πο­λί­τας κα ν­νέ­α ­πι­σκό­πους κα τ προ­νό­μιον το ­πο­γρά­φε­σθαι δι πρα­σί­νης με­λάνης.

Η «Ακαδημία» απετέλεσε το απόγειο και ταυτόχρονα το κύκνειο άσμα των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της πόλης, οι οποίες είχαν αρχίσει σε συστηματική κλίμακα ήδη από τις αρχές του 18ου αι. Η Μοσχόπολη υπήρξε, κατά ορισμένους μελετητές, η πρώτη πόλη του ελληνικού κόσμου που φιλοξένησε «ανώτερη σχολή», πριν από τις σχολές των Ιωαννίνων ή την Αθωνιάδα. Από το 1748, όταν ανέλαβε τη διεύθυνσή της ο μαθητής του Βούλγαρι Θεόδωρος Καβαλλιώτης, εισήγαγε και νέο πρόγραμμα σπουδών, σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις. Η πόλη υπαγόταν αρχικώς στη δικαιοδοσία της Βαλιδέ Σουλτάνας, γεγονός που της εξασφάλισε την απαγόρευση εγκατάστασης μουσουλμάνων στην πόλη, καθώς και την σχεδόν πλήρη αυτοδιοίκησή της, ακόμα και όταν επιγενέστερα πέρασε στη δικαιοδοσία του σιληχτάρη του Σουλτάνου. Συνεχίζει ο Κουτσονίκας: πό­λις ­το δι­η­ρη­μέ­νη ες ξ συ­νοι­κί­ας, συγ­κει­μέ­νης κ δι­σχι­λί­ων ο­κο­γε­νει­ν κάστης­φ’ ­κά­στης συ­νοι­κί­ας δι­ω­ρί­ζε­το κα­τ’ ­τος ­π τς κοι­νό­τη­τος ες προ­ε­στώς, ο­τος δ ες τ τέ­λος το ­τους ­δι­δε λό­γον τς δι­α­χει­ρή­σε­ώς του κα ν­τι­κα­θί­στα­το ­π’ λ­λου. ­π τν ξ τού­των προ­ε­στώ­των δι­ω­ρί­ζε­το, ­π’ ­ό­ρι­στον χρό­νον, δι Σουλ­τα­νι­κο δι­α­τάγ­μα­τος, προ­τά­σει, ν­νο­ε­ται, το πρω­το­σπα­θα­ρί­ου, ες Μέ­γας ρ­χων, ς ­νο­μά­ζε­το τουρ­κι­στ Να­ζί­ρης. […] Μό­νον α γ­κλη­μα­τι­κα ­πο­θέ­σεις ­δι­κά­ζον­το ­νώ­πιον το μι­σθω­το ­γ, ρ­χη­γο τς στρα­τι­ω­τι­κς πρς φρού­ρη­σιν δυ­νά­με­ως, ­στις ν ­π κε­φα­λς τρι­α­κο­σί­ων στρα­τι­ω­τν ­φρού­ρει τν πό­λιν σπανί­ως δ ­πο­θέ­σεις τι­νς ­φέ­ρον­το ­νώ­πιον το ­θω­μα­νο Κα­δ, δρεύ­ον­τος ες τν πρω­τεύ­ου­σαν τς ­παρ­χί­ας Κόρ­τζας, ες τν δι­και­ο­δο­σί­αν το ­ποί­ου ­θε­ω­ρε­το πό­λις ­πα­γο­μέ­νη, κα πρς ν πό­λις ­χο­ρή­γει κα­τ’ ­πο­κο­πν πο­σό­τη­τά τινα χρημά­των.

Το καθεστώς της αυτοδιοίκησης δημιουργούσε τις εσωτερικές συνθήκες μιας σχεδόν ανεξάρτητης «πόλης-κράτους», που έτεινε να μεταβληθεί στο κέντρο του ορθόδοξου και βλαχόφωνου ελληνισμού στην ανατολική Βόρεια Ήπειρο. Ωστόσο, από αυτή την ημιανεξάρτητη εμποροβιομηχανική πόλη, που βρισκόταν στη φάση μετασχηματισμού της βιοτεχνίας σε «βιομηχανική» παραγωγή, έλειπε «κάτι», η πολιτική αυτονομία και το απαραίτητο παρακολούθημά της, η στρατιωτική ισχύς.

Το 1760, 36 χωριά του Πωγωνίου, πιεζόμενα από τη φορολογία, εξισλαμίσθηκαν μέσα σε μία ημέρα και εφόρμησαν στις γύρω περιοχές για να τις λεηλατήσουν. Την ίδια εποχή, ολόκληρο διαμέρισμα της βόρειας Μακεδονίας εξώμοσε, μαζί με τον επίσκοπο, την ημέρα της Αναστάσεως. Έτσι, η Μοσχόπολη απέμεινε περιστοιχιζόμενη από μια μουσουλμανική θάλασσα. Παρ’ όλα ταύτα όμως, και μόνη η παρουσία της, με τα μεγάλα πληθυσμιακά μεγέθη και με τον πλούτο της, θα μπορούσε, δυνητικά, να δημιουργήσει τον πυρήνα της επανελληνοποίησης της περιοχής και της συγκράτησης των ορθόδοξων πληθυσμών. Γι’ αυτό και η οθωμανική διοίκηση δείχνει μια χαρακτηριστική αδιαφορία στις επανειλημμένες επικλήσεις των κατοίκων για προστασία και στοιχειώδη αστυνόμευση. Έτσι, ένας από τους παράγοντες της αρχικής αυτονομίας και της ακμής της, η έλλειψη τουρκικής παρουσίας και σημαντικού μουσουλμανικού και εβραϊκού πληθυσμού, απέβη εν τέλει αρνητικός και ίσως καθοριστικός για την επιβίωση της πόλης, διότι οι τουρκικές αρχές αδιαφορούσαν για την τύχη της και ίσως ακόμα και να εύχονταν την καταστροφή της.

Επιπροσθέτως, οι συγκρούσεις γύρω από τη διοίκηση της πόλης, μεταξύ των «αρχόντων», καθώς και ανάμεσα στις συντεχνίες, όπως και οι διεκδικήσεις των εργατών, που ζητούσαν αύξηση των ημερομισθίων, πήραν ενδημικό χαρακτήρα, ενώ έχει καταγραφεί η δολοφονία προεστώτων και μεγαλεμπόρων μέσα στο ίδιο το μοναστήρι του Προδρόμου, κατά την εορτή της Διακαινησίμου. Οι διαφορετικές ομάδες και κοινωνικές τάξεις υποχρεώνονταν να καταφεύγουν σε ιδιωτικές ένοπλες δυνάμεις, συνήθως αποτελούμενες από Τουρκαλβανούς, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο διείσδυσαν και επισήμως στο εσωτερικό της πόλης. Η ανυπόφορη κατάσταση οδήγησε τους κατοίκους της πόλης στην απόφαση της οριστικής και πρωτοφανούς μετοικεσίας μιας ολόκληρης πόλης. Παράλληλα με τη Μοσχόπολη, την ίδια τύχη, της ολοκληρωτικής διάλυσης, είχαν και πολλές άλλες κωμοπόλεις και χωριά της Βορείου Ηπείρου, των οποίων οι κάτοικοι μετανάστευσαν, όπως η Νικολίτσα, το Λινοτόπι, η Σιπίσκα, η Νίτσα, το Μπιθικούκι, η Μπόρια, το Γκάμπροβο, η Πολένα, η Γράμμοστα κ.ά. Αναφέρεται από ορισμένους συγγραφείς ο υπερβολικός μάλλον αριθμός των 150.000 εκπατρισθέντων εξ αιτίας των διώξεων των Τουρκαλβανών, ορισμένες μάλιστα προηγούνται της καταστροφής της Μοσχόπολης, όπως συνάγεται και από σχετικό σουλτανικό φιρμάνι του 1767. Έτσι, η αστική τάξη της Μοσχόπολης δεν θα κατορθώσει να μετασχηματιστεί σε μια εγχώρια βιομηχανική αστική τάξη, αλλά θα εκπατριστεί και θα επιβιώσει ως εμπορική-μεταπρατική ή θα μετασχηματιστεί σε βιομηχανική, στην… Αυστρία. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, θα εξαλειφθεί ριζικά και τελεσίδικα ένα βιοτεχνικό-βιομηχανικό παραγωγικό κέντρο στην καρδιά της Βορείου Ηπείρου. Εν τέλει, δε, την παραγωγική και ελληνική Μοσχόπολη θα αντικαταστήσει μια μεταπρατική «μητρόπολη», η Θεσσαλονίκη, με την πανσπερμία του πληθυσμού της και την έντονη παρουσία των δυτικών προξενείων και παροικιών.

Τα Αμπελάκια, άνοδος και πτώση της εγχώριας μανιφακτούρας

Τα Αμπελάκια αποτελούν την πιο χαρακτηριστική περίπτωση μιας εγχώριας βιοτεχνικής δραστηριότητας, που επιχείρησε να μετασχηματιστεί σε «μανιφακτούρα» και να θέσει τις βάσεις μιας γηγενούς δευτερογενούς παραγωγής, αλλά θα συντριβεί κάτω από τον ανταγωνισμό της αναπτυσσόμενης δυτικής βιομηχανίας. Τον 17ο αι., αρχίζει η ανάπτυξη της βιοτεχνίας και της οικοτεχνίας των ορεινών κοινοτήτων, ο πληθυσμός των οποίων αρχίζει να ενισχύεται, ενώ διαμορφώνονται και οι παροικίες του εξωτερικού. Παράλληλα δε, ενισχύεται η εμπορευματική παραγωγή αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών σε μαλλί, ξυλεία, σιτηρά, βαμβάκι, καπνό, κορινθιακή σταφίδα, ιδιαίτερα στις μεγάλες  πεδιάδες.

Ο Κωστής Μοσκώφ  – ο μόνος Έλληνας διανοητής που συνέλαβε σε όλες της τις διαστάσεις του τη σημασία του φαινομένου – γράφει χαρακτηριστικά: Μια παραγωγική εμπορευματική δραστηριότητα διασώζεται ανάμεσα στον 16ο και 18ο αι., στον ελεύθερο από τα αντικίνητρα του οθωμανικού φεουδαλισμού νεοεποικισμένο ορεινό χώρο, ή στις όμοιας ιστορικής γένεσης νησιώτικες κοινωνίες του Αιγαίου, αποκλειστικά σχεδόν εκεί. […] Η οικονομική ενότητα της ελλαδικής κοινωνίας έχει διασπαστεί τώρα: Οι αστικές σχέσεις αναπτύσσονται στα εμπορευματικά βουνίσια αυτά κέντρα, διεισδύουν σταδιακά στην περίοική τους αγροτιά, δεν διοχετεύονται όμως και προς τον φεουδαλοποιημένο πεδινό χώρο. Όχι ότι μια ανάπτυξη της οικονομίας δεν πραγματοποιείται και στα μέρη αυτά. Οι καινούργιες καλλιέργειες, η σταφίδα κυρίως, αλλά και το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι, ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ολοένα ζήτηση της Ευρώπης, κι έτσι η παραγωγή αυξάνεται σημαντικά από τα τέλη του 17ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο σαν σύνολο. Η εξαγωγική δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί δίνει στους εξαγωγείς, μεγάλους φεουδαλικούς άρχοντες κυρίως, και στην κεντρική διοίκηση, ένα σημαντικό εισόδημα σε νόμισμα «σκληρό», ευρωπαϊκό, αλλά στην τέτοια οικονομική διαδικασία οι καλλιεργητές ελάχιστα θα συμμετέχουν.

Έτσι, η μεταποιητική δραστηριότητα θα «ξεφύγει» σταδιακά, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από τα παραδοσιακά παραγωγικά βιοτεχνικά κέντρα της Αυτοκρατορίας, και θα μετακινηθεί σε νέα κέντρα, μακριά από τον άμεσο έλεγχο των Τούρκων και από τον δυτικό ανταγωνισμό, στα ορεινά κέντρα και στη ναυτιλία, στα απομονωμένα νησιά. Αυτή η χωροταξική μετακίνηση θα σηματοδοτήσει και τη συρρίκνωση του παραγωγικού ρόλου των Εβραίων της Αυτοκρατορίας και τη σταδιακή μεταπήδησή τους στις εμπορικές και χρηματιστικές δραστηριότητες. Ενώ, μετά την εγκατάσταση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, η τελευταία είχε μεταβληθεί, ήδη από το 1500, «στο μεγάλο υφαντήριο, τον αργαλειό του Λεβάντε», αντίθετα, μετά το 1720,  ο παραγωγικός χαρακτήρας της πόλης υποχωρεί και ενισχύεται ο εμπορικός – μεταπρατικός, και η Θεσσαλονίκη γίνεται το δεύτερο μετά τη Σμύρνη κέντρο του εξωτερικού εμπορίου, σε βάρος του Σεράγεβου, του Μοναστηρίου, της Σόφιας, της Μοσχόπολης.

Γύρω στα 1800, η γεωγραφία της υφαντουργικής παραγωγής στη Θεσσαλία και τη δυτική Μακεδονία έχει μεταβληθεί ριζικά από μια συνολική παραγωγή αξίας 9-10 εκατομ. χρυσών φράγκων, ο Τύρναβος παράγει προϊόντα 3 εκατ., τα Αμπελάκια 1,7, η Βέροια 1,6, και μόλις το ίδιο η Θεσσαλονίκη, το μεγαλύτερο μέρος του βαμβακιού της Μακεδονίας εξάγεται, ενώ τα βιοτεχνικά κέντρα καταναλώνουν το 40% – 6 εκατ. χρυσά φράγκα. Το βαμβάκι της πεδιάδας των Σερρών έφθανε στις 70.000 μπάλες των 100 οκάδων (αξίας περίπου 7.000.000 πιάστρων). Από το ποσό αυτό, οι 50.000 μπάλες εξάγονται – 30.000 στη Γερμανία, 12.000 στη Γαλλία κ.λπ. – 10.000 μπάλες χρησιμοποιούνται από τους ντόπιους (ιδιαίτερα για τα παπλώματα, τους σοφάδες, τα μαξιλάρια) και 10.000 μπάλες μετατρέπονται σε νήμα, από τις 20.000 μπάλες που μεταποιούνται σε νήμα στο σύνολο των περιοχών. Στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου αναπτύχθηκαν τα τσιφλίκια, είχαμε μείωση ή στασιμότητα του πληθυσμού, μεταξύ 1520 και 1820, σε αντίθεση με άλλες περιοχές:

                                                                        1520                1820

Πελοπόννησος                                              300                  504

Ρούμελη                                                          128                  320

Κυκλάδες και Αργοσαρωνικός                    60                   180

Ιόνια νησιά                                                    100                   180

Θεσσαλία                                                       353                   200

Μακεδονία                                                    500                   500

Ήπειρος                                                          165                   250

Αρχιπέλαγος                                                  100                   210

Κρήτη                                                             300                   180

Θράκη                                                               50                     70

ΣΥΝΟΛΟ                                                    2.056                2.594

Η επέκταση των τσιφλικιών σε βάρος της δημόσιας γης επέτεινε την οικονομική επιβάρυνση των αγροτών, που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στους γαιοκτήμονες το 20-25% της παραγωγής, εκτός από το 28%, που κατέβαλλαν στο κράτος: Η διάσπαση όμως κατά κάποιο τρόπο του ελλαδικού χώρου σε πεδινό, όπου έτεινε να κυριαρχήσει η τάση της «φεουδαρχοποίησης», και σε ορεινό, όπου υπερίσχυε η τάση της εμπορευματοποίησης, είχε ως αποτέλεσμα να απομακρύνει και να επιβραδύνει τις διαδικασίες διαμόρφωσης σ’ αυτόν μιας δυναμικής και ευρύτερης εσωτερικής αγοράς. Ο ελληνικός κόσμος αναπτύσσεται σύμφωνα με τρεις πόλους. Έναν βορειοελλαδικό (Γιάννενα, Πήλιο, Θεσσαλονίκη) βιοτεχνικού χαρακτήρα, έναν νοτιοελλαδικό, ναυτιλιακό και εμπορομεσιτικό, και έναν κατ’ εξοχήν εμπορικό, τις  παροικίες.

Έτσι, όταν, κατά τον 18ο αι., η ελληνική βιοτεχνική παραγωγή και η ναυτιλία θα βρουν πρόσφορο έδαφος για να επεκταθούν στο εξωτερικό, θα σημειωθεί μια πρωτοφανής έκρηξη της παραγωγής των βιοτεχνικών κέντρων. Ωστόσο, αυτή συμβαδίζει με την παράλληλη ενίσχυση της εμπορευματοποίησης αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών των μουσουλμάνων αγάδων και των μεταπρατών εμπόρων, καθώς και την ενίσχυση των εισαγωγών βιομηχανικών προϊόντων από τη Δύση. Όλος ο 18ος και οι αρχές του 19ου αι. αποτελούν μία περίοδο «ανταγωνισμού» μεταξύ των βιοτεχνικών κέντρων, από τη μια, και των εξαγωγικών εμπορευματικών καλλιεργειών και των μεταπρατικών δραστηριοτήτων από την άλλη, που θα οδηγήσει, στη δεκαετία του 1810, μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων και την ανάδυση της βιομηχανικής κυριαρχίας της Αγγλίας, στην ήττα της μεταποιητικής δραστηριότητας και στην κρίση των ορεινών παραγωγικών κέντρων, που είχαν «υπερεπεκταθεί» εξαγωγικά και επομένως εξαρτώνταν από την εξωτερική συγκυρία. Στα 1800, η βιοτεχνία απασχολεί «ένα σύνολο 40.000-50.000 ατόμων και κινητοποιεί κεφάλαια το λιγότερο 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος κυμαινόμενο από 12% ως 30%».

ΠΗΓΗ: τ.2 του νέου Λόγιου Ερμή, Ιανουαρίου 4, 2012 2:15 μμ. http://ardin-rixi.gr/archives/3023

 

Συνέχεια στο μέρος ΙΙΙ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.