Η παυσίλυπη αυτοπεποίθηση της ΠΟΙΗΣΗΣ

Η ΠΑΥΣΙΛΥΠΗ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

 

Μικρή ομιλία π. Παναγιώτη Καποδίστρια

 

κατά την Απονομή του Αριστείου «ΚΟΥΡΟΣ ΕΥΡΩΠΟΥ»

 

(Κιλκίς, 27 Ιουνίου 2009)

 

Πανοσιολογιότατε Γενικέ Αρχιερατικέ Επίτροπε της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου,

Εντιμότατοι Άρχοντες του τόπου,

Αγαπητοί Φίλοι της «Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ Κιλκίς»,

Ελλογιμότατοι Κύριοι Καθηγητές,

Κυρίες και Κύριοι, φίλες και φίλοι της Ποίησης,

Εν πρώτοις οφείλω να εκφράσω σε όλους ειλικρινή αισθήματα χαράς και ικανοποίησης, ευχαριστώντας Σας από καρδι άς για την υψηλή τιμή που μού επιφυλάξατε, απονέμοντάς μου το Αριστείο «Κούρος Ευρωπού» για το 2009. Η πολυαπαιτητική σύνθεση της Επιτροπής του Αριστείου, δηλαδή προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους στον τομέα της μετ' επιστήμης ψηλάφησης ή αναψηλάφησης της Λογοτεχνίας, με χρεώνει για πολύ περισσότερα, «σκλαβώνοντάς» με αγαπητικά. Ιδιαίτερες χάριτες οφείλω στην Καθηγήτρια Κυρία Μαρία Λιτσαρδάκη, η οποία, με την ασκημένη της ματιά, διείδε στα γραφτά μου τόπους και ουτοπίες, που μήτε κι εγώ ο ίδιος θα ημπορούσα ποτέ να εντοπίσω.

Επιτρέψατέ μου από αυτή την επίσημη θέση να εξομολογηθώ, ότι, καλλιεργώντας -το κατά δύναμιν και κάποτε βουστροφηδόν-  επί τρεις συναπτές ήδη δεκαετίες το «γεώργιον» της Ποίησης, ουδέποτε θεώρησα, ότι συμβάλλω έστω και κατ' ελάχιστον στο περίβλεπτο οικοδόμημα της Τέχνης του Λόγου, το οποίο εξαγίασαν ούτως ή άλλως μέχρι σήμερα κορυφαίες κι ευσκιόφυλλες προσωπικότητες, στων οποίων -εννοείται- μήτε την παρασκιά δεν έχω το σθένος να εγγίσω.

 

Εκείνο, που ανέκαθεν ήταν η Ποίηση για μένα, ονομάζεται ανάγκη όρασης. Πάντα μου (και δίχως καμιά διάθεση να παραστήσω τον οσιομάρτυρα του είδους) ένιωθα ως το μεδούλι να θεριεύει τριγύρω το Σκότος και η Λιγοσύνη σε όλα τα επίπεδα: Στις διαπροσωπικές, κοινωνικές, θρησκευτικές σχέσεις… Το πονηρότερο – επιδεξιότερο Σκότος ήταν το σωθικό μου. Κι ενώ ήξερα, ότι το Φως υφίσταται όντως και «φαίνει πάσι»[1], μάλιστα δε -εφόσον το αδράξω- δύναται να καταστεί ιαματικό, η περιρρέουσα συνήθως και μεγάφωνη Λιγοσύνη προκαλούσε συνήθως είτε μερική, είτε ολική έκλειψη του Φωτός.

 

Έτσι κατέφυγα από πολύ νωρίς στις μεθοδείες του λόγου ως αντίλογου ή αντίδοτου. Δημιούργησα την παυσίλυπη εκείνη αυτοπεποίθηση, ότι καρφώνοντας ή ξεκαρφώνοντας λέξεις στα ολόκλειστα παντζούρια της μοναχικότητάς μου, χτίζοντας νέα νοήματα εκεί που τ' άλλα είχαν για μένα προ πολλού γεράσει ή εξαντληθεί, αναρτώντας λαλέουσες σιωπές εκεί που οι κρότοι του περίκοσμου αστοχούσαν, παραγεμίζοντας με φωνήεντα δάκρυα τις παραμικρές ρωγμές των στίχων μου, κατόρθωνα να ξεγελάσω το κεντρί του Σκότους του πανούργου (κυρίως του σωθικού μου), αποφεύγοντάς το, προσλαμβάνοντας έτσι επιτέλους το Φως με την πάσα του έννοια, κτιστό ή άκτιστο.

 

Όμως το Φως ετούτο δεν είναι και για χόρταση… Αναφαίνεται τόσο κυριαρχικά ραγδαίο, τόσο αγέρωχα κατακλυσμιαίο, τόσο έντονα ερωτομανές, ώστε μονάχα σε πολύ-πολύ μικρές πολύτιμες δόσεις να το αντέχει ο υποψιασμένος. Είναι σα να το ακο ύω να με καλεί ολοένα: «Έσο έτοιμος! Και μια μόνη Αχτίδα μου να αιχμαλωτίσεις, αρκεί σου η χάρη»!

Έχω και σε άλλες περιπτώσεις[2] διευκρινίσει, ότι δεν θεωρώ όλες ετούτες τις διεργασίες που εξιστορώ (και άλλες ακόμη, ανεκλάλητες, πλην ευεργετικές) ως αξιομίμητη ή -πολλώ μάλλον- αξιοβράβευτη στάση ζωής. Απλή μέθοδος υπεκφυγής από την τυραννίδα του Εφήμερου ή διαφυγής από τις κατεστημένες τριβές της καθημερινότητας υπήρξε για τον ομιλούντα τρόπος θέασης των μήποτε ορωμένων ή απαστράπτουσα στολή παρρησίας έναντι του Θείου ευθεία οδός -δίχως μεσάζοντες- προς την Αγάπη ή και παρελκυστική τακτική έναντι του οπωσδήποτε Θανάτου.

Έτσι, σύμφωνα με τον Συμεών των «Θείων Ερώτων»,

 

«Μεταλαμβάνω του φω

τός, μετέχω και της δόξης

καί λάμπει μου το πρόσωπον,

ως και του ποθητού μου

καί άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα

ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι,

πλουσίων πλουσιώτερος και δυνατών απάντων

υπάρχω δυνατώτερος (…)»[3]

Αγαπητοί μου,

Σύμφωνα με μια ρήση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, «Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι. Εκείνοι που βλέπουν, εκείνοι που βλέπουν όταν τούς δείχνουν κι εκείνοι που δεν βλέπουν».

Όλοι μου οι στίχοι, λοιπόν, για ένα Βλέμμα προς το Φως!!! Αν το έχω δει ποτέ; Νομίζω, ναι! Όμως, δεν μού αρκεί… Το μάτι μου, άπληστο και βουλιμικότερο τώρα,  επιποθεί δόσεις όλο και μεγαλύτερες πλέον… Και ας καώ…


[1] Από την Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.

[2] Βλ. α) π. Παναγιώτη Καπο

δίστρια, «Λογομαχία για την Ποίηση», Περιοδικό Τετράμηνα, τεύχ, 44-45 (1991) 2917-2929 και β) Του ίδιου, «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι)», Τετράμηνα, τεύχ. 62-64 (2000) 4733-4749.

Πρβλ. Magriplis, Dimitrios. "Panagiotis Kapodistrias". The Literary Encyclopedia. 11 March 2009.
[http://www.litencyc.com/php/speople.php?rec=true&UID=12609, accessed 15 June 2009.]

[3] Από τον Ύμνο Ις΄. Βλ. Symeon Neos Theologos, Hymnen (Supplementa Byzantina): Einleitung Und Kritischer Text by Kambylis, Athanasios (Editor). Publisher: Walter de Gruyter & Co, Berlin –  New York 1976, p. 112.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.