Ενισταμένων "Ομολογία Πίστεως"

Ενισταμένων «Ομολογία Πίστεως»

 

του  π. Γεωργίου Τσέτση*

 

 Όχι, δεν πρόκειται για την γνωστή Παλαιοημερολογιτική φράξια των «Ενισταμένων», η οποία δραστηριοποιείται στην Φυλή Αττικής, αλλά για μια νεοφανή ομάδα «ενισταμένων» κληρικών και μοναχών κανονικών Ορθοδόξων Εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως και Ελλάδος), οι οποίοι, βαδίζοντες σε παλαιοημερολογιτικές ατραπούς, ανέλαβαν πρόσφατα μια δυναμική εκστρατεία κατά του διεκκλησιαστικού και διαθρησκειακού διαλόγου που διεξάγει η Ορθοδοξία στο σύνολό της, ειδικώτερα δε κατά της «παναιρέσεως τοῦ Οικουμενισμού» η οποία, καθώς δηλώνουν, αναπτύσσεται και προωθείται μέσα στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως.

* Ο παπα Γεώργιος Τσέτσης είναι Ο Μ. Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου.

Εμφανιζόμενοι ως γνήσιοι Ορθόδοξοι, άσπιλοι δε και αμίαντοι αμύντορες της Ορθοδοξίας, οι εν λόγω κληρικοί και μοναχοί, με ένα κείμενο το οποίο χαρακτηρίζουν ως «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», ελέγχουν με περισσή έπαρση και προπέτεια εκείνους που είναι ταγμένοι να οικονομούν τα της Εκκλησίας σ΄όλο τον ανά την υφήλιο Ορθόδοξο χώρο, και ψέγουν τους πάντας και τα πάντα, δίνοντας την εντύπωση ότι η Εκκλησία των Πατέρων εξεμέτρησε το ζην το όγδοο αιώνα, πως έπαυσε να έχει συνέχεια και να είναι ένας ζων Οργανισμός, ότι στην σύγχρονη εποχή η Εκκλησία μας στερείται Πατέρων και Διδασκάλων, ή ότι ο Παράκλητος δεν συγκροτεί πλέον τον Θεσμόν της Εκκλησίας, ούτε δε και φωτίζει την σκέψη και κατευθύνει τα διαβήματα των εν Συνόδω συνερχομένων και διαβουλευομένων Ιεραρχών! Και ενεργούν με τον πρωτοφανή αυτό αλαζονικό τρόπο, έχοντες προφανώς  την εντύπωση ότι το Αγιον Πνεύμα επιφοιτά αποκλειστικά μόνο μέσα στο καθηγητικό γραφείο τους, το καλογηρικό τους κελλί, ή την αρχισυνταξία κάποιου θεολογικού περιοδικού!

 

 Η ως άνω «Ομολογία πίστεως», ωστόσο, δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Απλώς αναμασά την εδώ και μιά τριακονταετία περίπου επαναλαμβανόμενη κοινότοπη αντιδυτική επιχειρηματολογία των πάσης φύσεως παρασυναγωγών του λεγόμενου «Πατρίου Ημερολογίου», όπως και τους μύδρους τών μέχρις εσχάτων εκτός κανονικής Εκκλησίας ευρισκομένων Υπερορίων Ρώσσων. Οτι δηλ. πάσα επαφή με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους είναι απορριπτέα˙ ότι κάθε διάλογος με τους  παραμένοντας στην πλάνη και καινοτομούντας εις τα της πίστεως είναι καταδικαστέος˙ ότι όσοι Ορθόδοξοι συμπροσεύχονται με ετεροδόξους καταστρατηγούν τους Ιερούς Κανόνας, (περί του αν απαγορεύεται ή όχι η μετά των ετεροδόξων συμπροσευχή [και όχι συλλειτουργία], βλέπε την πρόσφατη εμπεριστατωμένη μελέτη του καθηγητού Βλασίου Φειδά στο περιοδικό «Επίσκεψις», αρ. 699, 30 Απριλίου 2009)˙ ότι «ο Οικουμενισμός, η χειρότερη αίρεση όλων των αιώνων», οδηγεί σε συγκρητισμό και πως με την ένταξή τους στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκ λησιών οι Ορθόδοξες Εκκλησίες πρόδωσαν την εκκλησιολογική τους αυτοσυνειδησία˙ ότι ουκ ολίγοι πατριάρχαι, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί θεολόγοι «οικουμενιστικών φρονημάτων», αποδεχθέντες την «παναίρεση του Οικουμενισμού», διδάσκουν αυτήν γυμνή τη κεφαλή, «θέτωντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας»˙ και τέλος, ότι η μέχρι των αρχών του εικοστού αιώνος σταθερή απορριπτική στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι της Δύσεως εγκαταλήφθηκε μετά την αποστολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Εγκυκλίου του 1920 «Πρός τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», και έτσι, πρωτοστατούντων Πατριαρχών και  Επισκόπων, αναπτύχθηκε σταδιακά ενα νέο ανορθόδοξο Εκκλησιολογικό Δόγμα.

Πρόθεση των εμπνευστών του ως άνω εγχειρήματος είναι, καθώς δηλώνουν, η καθησύχαση των ορθοδόξων πιστών «που αγωνιούν για τα τεκταινόμενα και αναμένουν λόγους αληθείας». Αν και είναι συζητήσιμο το κατά πόσο οι αγωνιούντες για την τύχη της Εκκλησίας τους αυτοί πιστοί, γνωρίζουν τι ακριβώς σημαίνει «η εκ του Πατρός μόνον εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος», ποια είναι η έννοια τού όρου «Ομοούσιος» σε αντιδιαστολή με εκείνο του «ομοιούσιος», ή ποια είναι η ουσιώδης διαφορά μεταξύ «μετουσιώσεως» και «μεταβολής» των Τιμίων Δώρων, ή, ακόμη, τι υποδηλώνει η καλβινική θεολογική θέση περί «απολύτου προορισμού».

 Και γεννάται το ερώτημα. Αν σκοπός της όλης προσπάθειας των «νεο-ενισταμένων» είναι να έχει ο λαός «λόγον αληθείας», για ποιο λόγο εξεγείρουν τους πιστούς κατά της πνευματικής των ηγεσίας, χαρακτηρίζοντας ποιμένας και διδασκάλους ως απεμπολητές της πίστεως και «αιρετικούς οικουμενιστές» που προωθούν τον διομολογιακό και διαθρησκειακό συγκρητισμό, αντί να  τους καθησυχάζουν με βάση την άνευ περιστροφών δήλωση Ορθοδόξων Ιεραρχών και θεολόγων, από τις αρχές ήδη της Οικουμενικής Κινήσεως το 1927, ότι «πάσα ένωσις δέον να στηρίζεται επί της κοινής πίστεως και ομολογίας της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των οκτώ πρώτων αιώνων»; Και το κυριώτερο, διατί τηρούν σιγήν ιχθύος και αποκρύπτουν από τους «αγωνιώντας πιστούς», την ξεκάθαρη πανορθόδοξη τοποθέτηση όσον αφορά στην Οικουμενική Κίνηση; ΄Οτι δηλ. «η Ορθόδοξος Εκκλησία, πιστή εις την εκκλησιολογίαν αυτής, εις την ταυτότητα  της εσωτερικής αυτής δομής και εις την διδασκαλίαν της αδιαιρέτου Εκκλησίας, συμμετέχουσα εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω Εκκλησιών, ουδόλως παραδέχεται την ιδέαν της "ισότητος των ομολογιών" και ουδόλως δύναται να δεχθή την ενότητα της Εκκλησίας ώς τινα διομολογιακήν προσαρμογήν. Εν τω πνεύματι τούτω, η ενότης η οποία αναζητείται εν τω ΠΣΕ δεν δύναται να είναι προϊόν μόνον θεολογικών συμφωνιών. (Διότι) ο Θεός καλεί πάντα χριστιανόν εις την εν τω μυστηρίω και τη παραδόσει βιουμένην εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία ενότητα της πίστεως» (Γ΄Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, 1986).

Η αποσιώπηση αυτή ξενίζει. Πολύ περισσότερο εφ΄όσον ένας εκ των υπογραψάντων την «Ομολογία Πίστεως», και προφανώς κύριος συντάκτης αυτής, ήταν τότε, ως λαϊκός ακόμη καθηγητής, θεολογικός σύμβουλος της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ανωτέρω Διάσκεψη.

Σε συνάφεια πρός τα ανωτέρω, θα μπορούσε να θέσει κανείς και ένα ερώτημα σε όσους πρωτοστάτησαν στην εκπόνηση της «Ομολογίας», ή αποδέχθηκαν αυτήν εκ των υστέρων και την προσυπέγραψαν, και οι οποίοι έτυχε να λάβουν κάποτε την χάρη της ιερωσύνης και της αρχιερωσύνης από χέρια καταξιωμένων Ιεραρχών του Οικουμενικού  Θρόνου, γνωστών για την μακροχρόνια ενεργό συμμετοχή τους στην πανορθόδοξη προσπάθεια προωθήσεως τής χριστιανικής ενότητος.

 

Τώρα μόνο οι εν λόγω ιερωμένοι, εξεγερθέντες του ύπνου, ανακάλυψαν ότι οι χειροτονήσαντες αυτούς Ιεράρχες, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης, ήταν «οικουμενισταί» ευρισκόμενοι,  κατά την αντίληψή τους, «εκτός Εκκλησίας»; Και αν όντως αυτή είναι η πεποίθησή  τους, να υποθέσει τότε κανείς ότι, κατά συνέπεια, και η  χειροτονία τους είναι αχαρίτωτη και αμφιβόλου κανονικότητος, δοθέντος ότι έγινε από «εκτός Εκκλησίας» κειμένων «αιρετικών» Αρχιερέων;

Οι παντός βαθμού κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί θεολόγοι που είναι ταγμένοι σήμερα στη διακονία της καταλλαγής και της Χριστιανικής ενότητος, όχι μόνο δεν προδίδουν την ορθοδοξοπατερική Παράδοση και Πίστη της Εκκλησίας, καθώς διατείνονται οι εμπνευσταί της «Ομολογίας», αλλά στοιχούντες τω παραδείγματι των Πατέρων, βρίσκονται, όπως εκείνοι, σε διαρκή διάλογο και άμεση επαφή με την εποχή τους, προκειμένου όπως καταθέσουν την Ορθόδοξη μαρτυρία στον σύγχρονο αποπροσανατολισμένο κόσμο. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες.

Η σύγχρονη παρήγορη φωνή της Ορθοδοξίας δεν μπορεί να φθάσει στον έξω κόσμο ούτε με ημερίδες συγκαλούμενες από θρησκευτικές οργανώσεις και ζηλωτικά κινήματα, ούτε δε και από σελίδες διαφόρων εκκλησιαστικών εντύπων του Ελλαδικού χώρου. Αν σήμερα η Ορθοδοξία είναι γνωστή και σεβαστή στον Δυτικό Χριστιανικό κόσμο, και συμβάλλει τα μέγιστα στην ανακάλυψη της Θεολογίας των Πατέρων και του πλούτου της Ορθοδόξου Λειτουργικής παραδόσεως εκ μέρους, κυρίως, των  Διαμαρτυρομένων, τούτο οφείλεται εν πολλοίς στην πλατφόρμα που μας παρέχουν, εδώ και χρόνια, οι διμερείς θεολογικοί διάλογοι και η Οικουμενική Κίνηση γενικά.

Οι καιροί ου μενετοί για να εμφιλοχωρεί η αμφιβολία στις καρδιές των πιστών. Ούτε δε να διαιρείται το ποίμνιο σε πρόβατα και ερίφια, σε «αμόλυντους» και «μεμιασμένους», σε «γνήσιους Ορθοδόξους» και σε «προδότες της Ορθοδοξίας». Και, κυρίως, να μετατρέπεται η Εκκλησία του Χριστού σε «σέκτα καθαρών»! Δυστυχώς, η περι ης ο λόγος «Ομολογία» αυτό ακριβώς κάμει. Δεν καθησυχάζει τον Ορθόδοξο πιστό.

Ούτε τον οδηγεί στο «δρόμο του Θεού». Απλώς, τον ερεθίζει. Του εμπνέει έχθρα, ξενοφοβία και μισαλλοδοξία, μεταβάλλοντάς τον σε «θιασώτη» και «οπαδό», έτοιμο, οσάκις δεήσει, να προπηλακίσει την Ιεραρχία του, να διαταράξει την κατάνυξη και ησυχία μιας Θείας Λειτουργίας, ή να βιάσει, δίκην κουκουλοφόρου, το Πανεπιστημιακό άσυλο.

 

ΠΗΓΗ:  http://www.amen.gr,   Τελευταία Ενημέρωση: Jun 3, 2009, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=169